Η επιχείρηση παρουσιάστηκε ως κορύφωση του «πολέμου κατά των ναρκωτικών». Όμως ο τρόπος, ο χρόνος και η επιλογή στόχου παραπέμπουν σε κάτι βαθύτερο: σε μια επίδειξη ικανότητας των ΗΠΑ να αποδομούν καθεστώτα που έχουν ενταχθεί σε ανταγωνιστικά στρατηγικά δίκτυα
Το αμερικανικό πλήγμα στο Καράκας και η –κατά τους ισχυρισμούς της Ουάσιγκτον– σύλληψη και απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο συνιστούν γεγονός με σαφές στρατηγικό αποτύπωμα. Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη ένα επεισόδιο πίεσης σε ένα «αυταρχικό καθεστώς» της Λατινικής Αμερικής, αλλά για μια πράξη υψηλού συμβολισμού, που ξεπερνά τα στενά όρια της Βενεζουέλας.
Το ερώτημα, λοιπόν δεν είναι αν υπάρχει μήνυμα πίσω από την (συνηθισμένη) πειρατική στρατιωτική ενέργεια των ΗΠΑ, αλλά ποιος είναι ο βασικός αποδέκτης. Η απάντηση είναι προφανής. Η Κίνα είναι ο βασικός αποδέκτης της πρώτης αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης του 2026, γεγονός που συνθέτει ένα ακόμη ερώτημα: πώς «διαβάζει» αυτό το αμερικανικό μήνυμα το Πεκίνο;
Η επιχείρηση παρουσιάστηκε ως κορύφωση του «πολέμου κατά των ναρκωτικών». Όμως ο τρόπος, ο χρόνος και η επιλογή στόχου παραπέμπουν σε κάτι βαθύτερο: σε μια επίδειξη ικανότητας των ΗΠΑ να αποδομούν καθεστώτα που έχουν ενταχθεί σε ανταγωνιστικά στρατηγικά δίκτυα, ακόμη και όταν αυτά απολαμβάνουν μακροχρόνια στήριξη από μια ανερχόμενη υπερδύναμη.
Η κλιμάκωση είχε προϊστορία.
Τα επαναλαμβανόμενα αμερικανικά πλήγματα σε θαλάσσιους στόχους που αποδίδονταν σε διακίνηση ναρκωτικών, με δεκάδες νεκρούς, λειτούργησαν ως σταδιακή κανονικοποίηση στρατιωτικής δράσης.
Η αυξημένη ναυτική και αεροπορική παρουσία των ΗΠΑ στην Καραϊβική, σε συνδυασμό με τη μετατόπιση της ρητορικής από την «πίεση» στην «επιβολή», προετοίμασαν το έδαφος.
Όταν, τέλος, ήρθε το χτύπημα στο Καράκας, δεν εμφανίστηκε ως αιφνιδιασμός, αλλά ως κορύφωση μιας διαδικασίας. Και ακριβώς εδώ αρχίζει η γεωπολιτική ανάγνωση: γιατί η Βενεζουέλα δεν είναι απλώς ένας ακόμη στόχος.
Η Βενεζουέλα ως κινεζικός κόμβος
Για την Ουάσιγκτον, η Βενεζουέλα έχει εδώ και χρόνια μετατραπεί σε σύμβολο κινεζικής διείσδυσης στο δυτικό ημισφαίριο. Όχι στρατιωτικής με τη στενή έννοια, αλλά οικονομικής, τεχνολογικής και πολιτικής. Σε αυτό το πλαίσιο, το χτύπημα λειτουργεί πράγματι ως μήνυμα προς το Πεκίνο.
Κίνα–Βενεζουέλα: μια στρατηγική σχέση δύο δεκαετιών
Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Βενεζουέλα εντάχθηκε σταθερά στον κινεζικό στρατηγικό σχεδιασμό.
Το 2001 αποτέλεσε την πρώτη ισπανόφωνη χώρα με την οποία η Κίνα συγκρότησε εταιρική σχέση στρατηγικής ανάπτυξης.
Το 2014, μετά επίσκεψη του Σι Τζινπίνγκ στο Καράκας, οι σχέσεις αναβαθμίστηκαν σε «συνολική στρατηγική εταιρική σχέση».
Η κορύφωση ήρθε τον Σεπτέμβριο του 2023, όταν Σι και Μαδούρο συναντήθηκαν στο Πεκίνο και ανακοίνωσαν «στρατηγική εταιρική σχέση παντός καιρού» – όρος που το Πεκίνο χρησιμοποιεί σπάνια, για να υπογραμμίσει μακροχρόνια πολιτική εμπιστοσύνη.
Ο πυρήνας της σχέσης υπήρξε η χρηματοδότηση. Από το 2007, μέσω του China–Venezuela Joint Fund, η Κίνα διοχέτευσε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια στη βενεζουελανή οικονομία, με αντάλλαγμα κυρίως πετρελαϊκές ροές.

Η Βενεζουέλα εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο αποδέκτη κινεζικών κρατικών δανείων παγκοσμίως την περίοδο 2007–2016.
Η συνεργασία επεκτάθηκε σε θεσμικά σχήματα υψηλού επιπέδου, σε ενεργειακές υποδομές και –κυρίως– σε στρατηγική τεχνολογία: από τηλεπικοινωνιακούς και δορυφόρους τηλεπισκόπησης έως τη συμμετοχή, το 2023, στο κινεζικό πρόγραμμα Διεθνούς Σεληνιακής Ερευνητικής Βάσης.
Για το Πεκίνο, η Βενεζουέλα αποτέλεσε εργαστήριο προβολής ισχύος χωρίς στρατιωτική εμπλοκή. Για την Ουάσιγκτον, έγινε σύμβολο μιας κινεζικής παρουσίας που ξεπερνούσε το οικονομικό επίπεδο.
Τι πραγματικά λένε οι ΗΠΑ στην Κίνα
Το χτύπημα των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα δεν θα διαβαστεί από την Κίνα ως αμερικανική ανοχή για δράση του Πεκίνου κατά της Ταιβάν (καθότι η Ταιβάν αποτελεί «καρφί» στο μάτι της Κίνας όπως ακριβώς η Βενεζουέλα είναι μια ενοχλητική εκκρεμότητα στην αυλή της Ουάσιγκτον). Το αμερικανικό μήνυμα είναι κάτι πιο σύνθετο και πιο κυνικό: ότι οι αμερικανικές κόκκινες γραμμές στη δική τους σφαίρα επιρροής εφαρμόζονται, ακόμη κι αν θίγουν μακροχρόνιους κινεζικούς δεσμούς.
Το Πεκίνο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει συμμετρικά. Η κινεζική στρατηγική έχει δείξει ότι μπορεί να αποδεχθεί απώλειες χαμηλού κόστους – ακόμη και κατάρρευση φιλικών καθεστώτων – εφόσον δεν απειλείται ο κεντρικός της στόχος. Και για το Πεκίνο κεντρικός στόχος δεν είναι το Καράκας. Είναι η Ταϊβάν.
Συμπέρασμα
Το χτύπημα στο Καράκας δεν προαναγγέλλει αναγκαστικά σινοαμερικανική πολεμική αναμέτρηση στον Ειρηνικό. Υπογραμμίζει όμως κάτι κρίσιμο: ότι ο ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας έχει εισέλθει σε φάση δοκιμής ορίων, όπου τα «περιφερειακά» μέτωπα λειτουργούν ως εργαστήρια ισχύος.
Η Ουάσιγκτον έδειξε τι είναι διατεθειμένη να κάνει στη δική της αυλή. Το Πεκίνο θα απαντήσει όχι με εντυπωσιασμό, αλλά με υπομονή. Και αυτό, ίσως, είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
–















































































































