Λογοτεχνία Πολιτισμός

Γιώργος Σιώμος “Το κόκκινο φουστάνι”

Μπήκε φουριόζα στο καφέ Αφροδίτη. Φαινόταν ξαναμμένη. Φορούσε κόκκινο φουστάνι. Γύρω στα πενήντα. Ανήμερα των Χριστουγέννων. Όλα τα τραπέζια, άντρες και γυναίκες γύρισαν τα κεφάλια και την κοιτούσαν. Μπήκε ο πόθος. Ο ίδιος ο Πόθος. Ο ίμερος.

Πήγε στο τραπέζι που έπιναν το τσάι δυο φίλες της, όπως φάνηκε από τον τρόπο που κάθισε. Ελαφρώς ανοιχτά τα πόδια και τα γόνατα ακάλυπτα. Μια παλάμη οι μηροί ανοιχτοί. Μια παλάμη πυρκαγιά. Τα γόνατά, το πιο δυνατό της σημείο. Στο αριστερό τραπέζι καθόταν τρεις άντρες. Ο ένας ξεχώριζε. Χορτάτος από τη δόξα, το χρήμα, την αποδοχή. Και από την εμφάνιση. Ωραίος άντρας. Πρίγκηπας. Σαν να ήρθε κατ΄ευθείαν από το Μονακό. Γι’ αυτόν ήρθε.

Για να τον βλέπει, έπρεπε να κοιτάζει κάθε τόσο αριστερά. Όμως αυτή έπρεπε να είναι το πρόσωπο της προσοχής των άλλων θαμώνων. Στο τραπέζι δεξιά της καθόταν τέσσερα γεροντάκια γύρω στα εβδομήντα. Γι’ αυτούς άνοιξε ελαφρά τα πόδια. Γι’ αυτούς άφησε ακάλυπτα τα γόνατα. Να ξυπνήσει κάποια κύτταρα από τα μαραμένα σώματά τους. Να μαγνητίσει τα βλέμματά τους. Να ρουφήξει την ενέργειά τους. Όση τέλος πάντων τους έχει απομείνει. Για να τη διοχετεύσει μαζί με τη δική της που ξεχειλίζει στον έναν, στον μοναδικό, στον χορτάτο άντρα από δόξα, χρήμα κι αποδοχή.

Κάτω απ’ το κόκκινο φουστάνι το κορμί της σκιρτούσε. Παλλόταν. Τα μάγουλά της είχαν πάρει φωτιά. Σηκώθηκε για να ρίξει λίγο νερό να σβήσει τη φωτιά που την έκαιγε. Περνώντας από το τραπέζι που καθόταν ο Άντρας, τον έπιασε σφιχτά από το πηγούνι, ο εστί μεθερμηνευόμενον,  “ σε θέλω τόσο πολύ, με τρελαίνεις, γαμώ το κέρατό σου, τι θα κάνω με σένα;”

Οι κινήσεις της ήταν πυρετικές. Αφού συσσώρευσε όλη την ενέργεια των θαμώνων, μετακίνησε το κάθισμά της σε θέση απέναντι από τον άντρα για να τον βλέπει στα ίσια, με πλάτη στους εβδομηντάρηδες. Ήταν τα πιόνια της. Για να τους καλμάρει ρώτησε έναν έναν “σας πειράζει να ανάψω ένα τσιγάρο;”. Ο ένας είπε: με τίποτα.. δεν με πειράζει. Ο άλλος κόμπιασε. Ο τρίτος δεν άρθρωσε λέξη κι ο τέταρτος, όταν αυτή άναψε το τσιγάρο και πλέον δεν άκουγε, είπε στους άλλους τρεις: γι’ αυτή τη γυναίκα θα γράψω ένα ποίημα. Σηκώθηκε, πλήρωσε τον καφέ του κι έφυγε προφασιζόμενος ότι πάει για τα τελευταία ψώνια, αλλά οι άλλοι τρεις  στοιχημάτισαν ότι πάει να σκαρώσει το ποίημα που της υποσχέθηκε

 

Γιώργος Σιώμος 25/12/2023

 

banner-article

Ροη ειδήσεων