Άρθρα Κοινωνία

“Για τη Νέα Επικοινωνιακή Τάξη Πραγμάτων” (1ο) / γράφει ο Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

   Η μετάλλαξη του επικοινωνιακού τοπίου στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες συνυφαίνεται με τις βαθείες τομές και τις ρήξεις, που έχουν συντελεστεί σε επίπεδο οικονομικό και κοινωνικό, με εύγλωττα τα πολιτισμικά τους απότοκα. Η πολυγλωσσία και η πολυπολιτισμικότητα σημαίνουν (και σημαίνονται από) τις τρέχουσες εξελίξεις. Αντιστοίχως, η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών με την  προώθηση της πληροφορικής και τις αναζητήσεις στον κυβερνοχώρο (διαδίκτυο, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο αλλά και κινητή τηλεφωνία[1], συναλλαγές μέσω της οθόνης των Αυτόματων Ταμειακών Μηχανών (ΑΤΜ) αντί του συμβατικού ταμείου στα κτίρια των τραπεζών, σύνθετα λογισμικά προγράμματα στους υπολογιστές, video και dvd, δορυφορική τηλεόραση και εν γένει ψηφιακές λειτουργίες στις ηλεκτρονικές συσκευές) επέβαλαν θεμελιώδεις αλλαγές στην επικοινωνία, καθώς και στην αναζήτηση της πληροφορίας και τη διάδοση της γνώσης. Κατά συνέπεια, σε αυτό το νέο τοπίο η θέση του γραπτού λόγου κλονίστηκε, επειδή η πληροφορική τεχνολογία ευνοεί την οπτικοποίηση. Η αφομοίωση της πληροφορίας θεωρείται πιο αποτελεσματική, όταν μεταδίδεται με οπτική παρά με γραπτή μορφή. Η σταδιακή εκτόπιση του κειμένου από την εικόνα προβάλλει αναπότρεπτη.

Paulina Węgrzyn

            Η ανάγνωση της εικόνας με κειμενικές συντεταγμένες, όπως την εισηγήθηκε ο Kress, καθιερώνει τη γραμματική του οπτικού σχεδιασμού και τελικά μετασχηματίζει την ίδια τη γλώσσα. Ειδικότερα τα δεδομένα που διαμορφώνει η πληροφορική τεχνολογία κινούνται σε άλλη σημαντική. Με τη μετάβαση από τη σελίδα στην οθόνη αναδεικνύεται μία νέα γλωσσική πραγματικότητα, που δεν μπορεί να προσεγγιστεί επαρκώς με τον έως τώρα θεωρητικό εξοπλισμό. Τα ηλεκτρονικά κείμενα είναι συνήθως πολυτροπικές κατασκευές, με κύριο γνώρισμά τους την υβριδικότητα. Για την παραγωγή των νοημάτων τους χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα οπτικοί, μουσικοί και ρηματικοί (δηλαδή γλωσσικοί) σημειωτικοί τρόποι. Παράλληλα ανατρέπονται ορισμένα θεμελιώδη κειμενικά χαρακτηριστικά, όπως είναι για παράδειγμα η ενότητα. Στο διαδίκτυο αλλά και στα πολυμέσα κυριαρχεί η λογική του υπερκειμένου που διαπερνά τα ηλεκτρονικά κείμενα. Τα πολυμέσα μετατρέπονται πλέον σε κειμενικά είδη αυτόνομα με συγκεκριμένη λογική σχεδίασης και δομικότητα. Ο εκπαιδευόμενος καλείται να ασκηθεί στην κατανόηση αλλά και την παραγωγή τους.

            Ο πολυτροπικός χαρακτήρας της επικοινωνίας αναδείχθηκε και προβλήθηκε έντονα, σχεδόν προπαγανδίστηκε.[2] Στο πλαίσιο αυτής της λογικής υποστηρίζεται ότι η εισαγωγή των ηλεκτρονικών υπολογιστών ενισχύει την ομαδική εργασία, ενώ παραλλήλως μεταβάλλει ριζικά τους ρόλους των πρωταγωνιστών της σχολικής αίθουσας. Ο δάσκαλος από μεταδότης γνώσεων μετατρέπεται σταδιακά σε υποστηρικτή και συνεργάτη του εκπαιδευόμενου για την κατάκτησή της. Αντιστοίχως, και ο μαθητής από παθητικός δέκτης γίνεται πλέον πρωταγωνιστής της διδακτικής διαδικασίας.

Yuui Gim

            Συγχρόνως αναδύεται ένας νέος τύπος (ή μύθος) γραμματισμού, σύμφωνα με τον οποίο ο μαζικός εξοπλισμός των σχολείων με υπολογιστές και η αξιοποίηση του διαδικτύου συνιστούν ασφαλείς προϋποθέσεις για την ατομική και τη συλλογική ευημερία, για την περαιτέρω (;) οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.[3] Το θέμα βέβαια είναι ευρύτερο στις σημάνσεις και τις προοπτικές του. Συνδέεται άμεσα με τα σύγχρονα μοντέλα της παραγωγικής διαδικασίας και το εννοιολογικό τους απείκασμα στα σύγχρονα μοντέλα της εκπαίδευσης για το γραμματισμό. Οι επικρατέστερες κατά περιόδους γλωσσοδιδακτικές θεωρίες κατανοούνται συνήθως ενταγμένες στα συγκεκριμένα οικονομικά και πολιτικά πλαίσια, που καθορίζουν αντίστοιχα και τα κοινωνικά και πολιτισμικά τους συμφραζόμενα. Συναρτώνται επίσης και με τις τοπικές ιδιαιτερότητες · για το λόγο αυτό και είναι δύσκολο στο αυτό γεωγραφικό φάσμα να εντοπιστούν πανομοιότυπα Προγράμματα Σπουδών, μολονότι προσανατολίζονται ενδεχομένως προς την ίδια ιδεολογία της γλωσσικής και διδακτικής οριοθέτησης.

            Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι εξελίξεις με την παγκοσμιοποίηση στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς παγίωσαν νέα δεδομένα. Αναδεικνύεται σταδιακά ένα νέο μοντέλο διοίκησης, το οποίο οδηγεί όχι μόνο σε μία νέα εργασιακή τάξη πραγμάτων (new work order) αλλά και σε μία νέα επικοινωνιακή τάξη πραγμάτων (new word order), συνθήκη αναγκαία για την προσαρμογή στα σύγχρονα δεδομένα.

Anish Kapoor

            Κατά το παρελθόν κυριαρχούσε στη διοίκηση το γνώριμο μοντέλο Ford. Σε ορισμένες κοινωνίες εξακολουθεί να επικρατεί και σήμερα. Στα κύρια χαρακτηριστικά του συγκαταλέγονται ο συγκεντρωτικός χαρακτήρας της διοίκησης και η ιεραρχική οργάνωση στην παραγωγική διαδικασία. Οργανώνεται δηλαδή σχηματικά με τη μεταβίβαση των εντολών εκ των άνω (διοίκηση, managers, στελέχη) προς τα κάτω (προσωπικό) και την πιστή εκτέλεσή τους από τους εργαζομένους. Επομένως, οι απαιτούμενες γνώσεις και δεξιότητες για τους απλούς εργαζομένους ήταν σαφείς και περιορισμένες. Η εκπαίδευση εν γένει λειτουργούσε υποστηρικτικά σε αυτό το μοντέλο. Το σχολείο έδινε βαρύτητα στη βασική εγγραμματοσύνη, δηλαδή καλλιεργούσε κυρίως την ικανότητα για ανάγνωση και γραφή, ενώ παράλληλα διοχέτευε στους μαθητές εισαγωγικές γνώσεις από ποικίλα επιστημονικά πεδία.

            Συναφή ήταν και τα πρότυπα οργάνωσης των εκπαιδευτικών εγχειριδίων. Τα σχολικά βιβλία εμπεριείχαν τη διδακτέα ύλη, την οποία παρουσίαζαν σε γραμμική διάταξη. Ο κύριος στόχος του σχολείου ήταν η εκμάθηση αυτών των γνώσεων από τους εκπαιδευόμενους και η ολοκλήρωση της ύλης, σύμφωνα με τις επιταγές του Αναλυτικού Προγράμματος. Στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση – ιδίως στο Γενικό Λύκειο – και παρά τις φαινομενικές αναδιαρθρωτικές επεμβάσεις εξακολουθεί να υφίσταται δομικά το ίδιο σχήμα. Είναι χαρακτηριστική πάντως η – σχεδόν προβολική – αναλογία αυτού του τρόπου μετάδοσης των γνώσεων με το παραγωγικό μοντέλο στο οποίο εντάσσεται. Η γνώση ταυτίζεται με την ειδίκευση και μεταβιβάζεται από τα άνω (δάσκαλος) προς τα κάτω (μαθητής). Στο παραδοσιακό μοντέλο εργασίας αντιστοιχεί ως προς τη γλωσσική εκπαίδευση το αυτόνομο μοντέλο του γραμματισμού. Η ιστορική αναγκαιότητα επέβαλε και τα συγκεκριμένα εκπαιδευτικά πρότυπα. Η γλωσσοπαιδαγωγική αντίληψη, που τα επένδυε, δε στερούταν επιστημονικής βάσης. Απλώς περιόριζε τη γλωσσσοδιδακτική προσέγγιση και την «γείωνε» τρόπον τινά στα συγκεκριμένα ιστορικά συμφραζόμενα.

[1]               Η αναβίωση της παρωχημένης και σχεδόν λησμονημένης αλληλογραφίας με το e-mail σήμερα είναι τουλάχιστον ενδιαφέρουσα. Επανέρχεται η επιστολογραφία από άλλη πηγή εισόδου και ενδεχομένως με διαφορετικά σημαινόμενα. Πάντως η ανάκαμψη αυτή είναι σημαντική και πρόσφορη για επισημάνσεις σε πολλά επίπεδα διερεύνησης : μορφής και περιεχομένου (οπτικός γραμματισμός, γλώσσα ελεύθερη, στην οποία δύνανται να έχουν εμφιλοχωρήσει ποικίλοι φρασεολογισμοί, ιδιόλεκτα και greeklish), οργάνων γραφής (από το μολύβι και το στυλό στο πληκτρολόγιο, χρήση της λατινικής γραμματοσειράς αντί της ελληνικής κά). Ομοίως και η μελέτη των sms στην κινητή τηλεφωνία και του γραμματισμού που τα υπαγορεύει διανοίγουν νέες προοπτικές στην κοινωνιογλωσσολογική τους προσέγγιση. Ειδικότερα σε σχέση με τα greeklish  ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι θέσεις των Koutsogiannis & Mitsikopoulou (2003). Συζητούν διεξοδικά το ζήτημα της επαπειλούμενης ελληνικότητας αλλά και την «οργανικότητα» αυτού του γλωσσικού υβριδίου στις σύγχρονες επικοινωνιακές συνθήκες. Η θεώρησή τους είναι μάλλον σκεπτικιστική και εφεκτική.

[2]              Προς επίρρωση αυτής της εκτίμησης υπενθυμίζεται ότι το εξεταζόμενο κείμενο στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας (Έκφρασης– Έκθεσης) στις Πανελλαδικές Εξετάσεις για τη Β΄ Λυκείου του 2001 αφορούσε την …τηλε-εργασία. Η πρόσφατη καραντίνα, κατά την περίιοδο της πανδημίας COVID 19, την επέβαλε.  Οι πειραματισμοί, οι έρευνες και η σχεδίαση στρατηγικών για τη μετεξέλιξη του παραδοσιακού σχολείου εμπίπτουν συνολικά στις επιταγές της κοινωνίας της πληροφορίας αλλά και της παγκοσμιοποιημένης αγοράς προϊόντων, αγαθών και ιδεών. Παρά τις εύγλωττες αντιρρήσεις που έχουν προκαλέσει, πρωτοβουλίες, όπως τα «κουπόνια της παιδείας», τα ανάδοχα σχολεία, η επιβολή management από ιδιωτικές εταιρείες διαχείρισης των δημόσιων σχολείων, η συνεχής προβολή της σχολικής εργασίας στο (και από το ) σπίτι, είναι ήδη συντελεσμένα γεγονότα. Κυρίως αφορούν το σταδιακά μεταβαλλόμενο μωσαϊκό της αμερικανικής εμπειρίας στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Μάλιστα, πολλές από αυτές τις επιλογές έχουν υιοθετηθεί και από άλλα κράτη (Ολλανδία, Δανία, Σουηδία, Νέα Ζηλανδία). Πρβλ και Καράμηνας (2001, 76-77). Τα επακόλουθα αυτής της επιθετικής πολιτικής στην εκπαίδευση αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό και κάποια ενδοιαστικότητα. Παρόλα αυτά η χρήση της πληροφορικής και της επικοινωνιακής τεχνολογίας αποτελεί κομβικό στόχο των κυβερνήσεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Επενδύονται τεράστια ποσά, κυρίως από τις προηγμένες δυτικές χώρες, για τον εξοπλισμό των σχολείων με ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τη δικτύωσή τους στο Internet. Ταυτόχρονα εφαρμόζονται πολυάριθμα πιλοτικά προγράμματα με σκοπό την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών στη σχολική τάξη και την εγκαθίδρυση της τηλε-εκπαίδευσης. Βλ. σχετικά και Δρόσος – Κυρίδης (2001, 13). Το διαδίκτυο ως εκπαιδευτικό εργαλείο παρέχει σημαντικά πλεονεκτήματα, είναι αμφίδρομο και διαδραστικό μέσο επικοινωνίας και η αξιοποίησή του δύναται να εφαρμοστεί σε αυθεντικό μαθησιακό περιβάλλον.

[3]              Ο  Κουτσογιάννης (2003) εκτιμά την όλη αυτή εξέλιξη ως σταδιακή ανάδυση ενός νέου «μύθου του γραμματισμού». Καταρχάς επιχειρεί να αναδείξει την ιστορικότητα των τεχνολογιών στις πρακτικές του γραμματισμού, την αλληλεπίδραση που ασκούν και τους αιτιακούς παράγοντες που οδήγησαν στην εδραίωσή τους. Η κριτική του εφορμάται από τη διαπίστωση ότι στην προσέγγιση της γλωσσικής διδασκαλίας σημειώνονται δύο παράδοξα: 1. Ενώ δεν μπορεί να υπάρξει γραπτός λόγος χωρίς την τεχνολογία, εντούτοις οποιαδήποτε απόπειρα σύνδεσης των – νέων κυρίως – τεχνολογιών με τη γλώσσα θεωρούταν, έως πρόσφατα τουλάχιστον, εξεζητημένη και υπερβολική. 2. Ενώ οι σύγχρονες γλωσσοδιδακτικές προσεγγίσεις δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στη στενή σχέση της γλώσσας με την κοινωνία, παρόλα αυτά η κοινωνία αντιμετωπίζεται ως μέγεθος στατικό και αμετάβλητο. Κατά συνέπεια οι προσεγγίσεις αυτές, αν και δεν είναι ανεξάρτητες από συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες, τείνουν ωστόσο να αντιμετωπίζονται ως διαχρονικές σταθερές. Μάλιστα θεωρεί τη στάση αυτή ως  το υπαίτιο για τη δογματικότητα, που παρατηρείται στην υπεράσπιση διάφορων γλωσσοδιδακτικών αντιλήψεων την τελευταία εικοσαετία σε διεθνές επίπεδο. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στον τομέα του σχεδιασμού αρκετά νέα εγχειρίδια ακολουθούν «οθονικά σχεδιαστικά πρότυπα» και κερδίζουν, επομένως, από τη συμβολική ανωτερότητα, που στην τρέχουσα φάση περιβάλλει τις τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας. Αντιστοίχως, καταβάλλεται προσπάθεια να αξιοποιηθούν αυτά τα δεδομένα, προκειμένου να δημιουργηθούν παιδαγωγικά περιβάλλοντα, που θα ευνοούν τη δημιουργία πραγματικών περιστάσεων επικοινωνίας. Τέλος, είναι εμφανής η τάση για μετατόπιση από την επονομαζόμενη «μέση αισθητική», όπως σηματοδοτήθηκε από τα έντυπα ευρείας κυκλοφορίας τα τελευταία χρόνια (από το αυθεντικό υλικό έως ακόμη και τις αισθητικές επιταγές του life style). Συνεπώς, οι τάσεις αλλαγής στη γλωσσοδιδακτική οπτική συνυφαίνονται με τις αντιλήψεις που διατυπώθηκαν κατά την τελευταία εικοσαετία και προπαντός με τη νέα εργασιακή τάξη πραγμάτων. Εδώ ακριβώς εστιάζεται ο «μύθος» για το νέο γραμματισμό. Μήπως, τελικά βρισκόμαστε ενώπιον μίας (ακόμη) νέας επιστημονικής – ή και επιστημονίζουσας – μόδας; Το ερώτημα είναι κρίσιμο: προσαρμόζεται η γλωσσολογική επιστήμη στα σύγχρονα δεδομένα ή αντιστρόφως ο χώρος της εργασίας υιοθετεί (και επενδύεται από) τις σύγχρονες επιστημονικές αρχές; Ο προβληματισμός επεκτείνεται και στο ζητούμενο της ιστορικής συγκυρίας. Είναι τυχαίο ότι τώρα θεωρούνται πρόσφορες οι συνθήκες στην Ελλάδα, για να υιοθετηθούν νέες αρχές στη σχεδίαση των σχολικών Προγραμμάτων Σπουδών, τη στιγμή που οι ομόλογες θεωρίες τους είναι γνωστές εδώ και δεκαετίες (π.χ η μέθοδος project); Η διαπίστωση αυτή δεν αφορά αποκλειστικά τη γλωσσική εκπαίδευση. Επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι σε αρκετά κράτη του σύγχρονου δυτικού κόσμου πολλές από αυτές τις αντιλήψεις έχουν ενσωματωθεί στα σχολικά συστήματα, ώστε πλέον να μη θεωρούνται νεοτερικά στοιχεία.

banner-article

Ροη ειδήσεων