Βέροια Περιβάλλον Τοπικά

Βέλια Κοζάνης: Στην κορυφή “Σκοπιά” με αντίξοες καιρικές συνθήκες

          Περιγραφή / Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος

« Η αντιξοότητα για τον άνθρωπο είναι η δοκιμή. Χωρίς αυτήν δύσκολα ξέρει εάν αντέχει και πόσο αντέχει.»

Μάρτης μήνας.

Δεύτερη Κυριακή του πρώτου μήνα της Άνοιξης, των λουλουδιών, των χρωμάτων και των λογής-λογής αρωμάτων.

Στο ημερολόγιο έγραφε: 12 – 03- 2023.

Ήταν η μέρα που αποφάσισα να συμμετάσχω στην ορειβατική εξόρμηση της Ομάδας Ορειβατών από Βέροια και να ακολουθήσω τα φιλαράκια μου, τους λάτρεις δηλαδή της ορειβασίας και «συνοδοιπόρους» μου στις σαββατιάτικες τσιπουρομεζεκλικοκαταστάσεις.

Συγκεντρωθήκαμε στο καθορισμένο σημείο συνάντησης.

Ήμασταν όλοι συνεπείς στο ραντεβού μας.

Μαζί μας και δύο κοπελιές.

Συστήθηκα με τους άγνωστους για μένα συνοδοιπόρους της κυριακάτικης δραστηριότητας στο βουνό και στη συνέχεια αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε, όλοι μαζί, για την αναχώρηση.

Η πρωινή ανοιξιάτικη ψυχρούλα αισθητή.

Ο ουρανός με λιγοστά συννεφάκια και η ατμοσφαιρική θερμοκρασία με μονοψήφια ένδειξη στην κλίμακα Κελσίου.

Αφού όλα ήταν έτοιμα, φορτώσαμε τα σακίδιά μας στα αυτοκίνητα και ξεκινήσαμε.

Ξεκινήσαμε για τη «δική μας» γωνιά, για το «δικό μας»…καταφύγιο, με σκοπό να «συμπληρώσουμε» το γκριζωπό της άχαρης καθημερινότητας της βδομάδας, που μάς πέρασε, με…πολύχρωμες…σκέψεις.

Τα ρολόγια εκείνη τη στιγμή έδειχναν: 07.00’ π.μ.

Είπαμε: ‘‘Byebye’’ στην όμορφη κοιμωμένη, την πόλη της Βέροιας, και με την εικόνα του ήλιου που άρχιζε την ανοδική πορεία του, εκεί πέρα στον ορίζοντα, κατευθυνθήκαμε προς την Εγνατία Οδό ( φωτ. 1).

Τον ανατέλλοντα ήλιο τον βλέπαμε να χρωματίζει με απερίγραπτα χρώματα τον ουρανό πάνω από την κορυφογραμμή του ορεινού όγκου του βουνού ‘‘Χορτιάτη’’ στους πρόποδες του οποίου απλώνεται η «Νύφη του Θερμαϊκού», η πόλη της Θεσσαλονίκης.

Φτάνοντας στην Εγνατία, ακολουθήσαμε την κατεύθυνση προς Ιωάννινα.

Προορισμός μας το χωριό Ξηρολίμνη Κοζάνης.

Η οδήγησή μας στον Αυτοκινητόδρομο χαλαρή.

Η συζήτηση ευχάριστη και η ματιά να ταξιδεύει σε όλα τα γύρω τοπία των περιοχών που περνούσαμε.

Μετά τα 12 τούνελ και τα διόδια του ‘‘Πολυμύλου’’ μπήκαμε στο Νομό Κοζάνης.

Μπροστά μας ο κάμπος του Νομού και στα δεξιά μας ο ΑτμοΗλεκτικός Σταθμός Αγ. Δημητρίου.

Δεν αργήσαμε να βγούμε από την Εγνατία και να κατευθυνθούμε προς το χωριό του προορισμού μας.

Και να το!!!

Χρειαστήκαμε 50 λεπτά χαλαρής οδήγησης και να διανύσουμε, οδικώς, μία απόσταση 60 και κάτι χιλιομέτρων για να φτάσουμε στη Ξηρολίμνη, ένα χωριό ενός ασυνήθιστου τόπου. Ενός τόπου τόσο παλιού, όσο και ο χρόνος.

Η αρχαιολογική σκαπάνη, με την κατασκευή του Αυτοκινητόδρομου της Εγνατίας, έφερε στο φώς τμήμα προϊστορικού οικισμού, καθώς και αρχαίο Ιερό αφιερωμένο στον Απόλλωνα και σε άλλες θεότητες (φωτ. 2).

Απλωμένη στα 700 και κάτι μέτρα υψόμετρο και από πάνω της να ορθώνεται ο ορεινός όγκος ενός βουνού, του ‘‘Βέλια’’, που για κάποιους θεωρείται χωριστό βουνό και για άλλους παρακλάδι του ‘‘Άσκιου’’ ή ‘‘Σινιάτσικο’’, επειδή αποτελεί την νότια συνέχεια του βουνού ‘‘χωρίς ίσκιο’’ προς την κωμόπολη της Σιάτιστας.

Στους δρόμους του χωριού δεν κυκλοφορούσε ψυχή.

Δεν συναντήσαμε ούτε έναν από τους 350 και πλέον μόνιμους κατοίκους.

Κατευθυνθήκαμε με τα αυτοκίνητα μέχρι τα τελευταία σπίτια της πλαγιάς, εκεί που τον ασφαλτόδρομο διαδεχόταν ο κατάλληλος για τζιπ ορεινός δρόμος με τα πολλά στροφηλίκια.

Φτάνοντας στο σημείο εκείνο, της συνάντησης των δύο δρόμων, κάναμε ολιγόλεπτη στάση να αποφασίσουμε για τη συνέχεια.

Στα 740 περίπου μέτρα υψόμετρο η απόλυτη πρωϊνή ησυχία.

Μάς «καλωσόρισαν», πέρα από τη σιωπή του τοπίου, η ηλιόλουστη ατμόσφαιρα στα χαμηλά και η εικόνα της ομίχλης που πηγαινοερχόταν στα ψηλά.

Κοιτάζοντας προς την κατεύθυνση της κορυφής ‘‘Καγιάμπαση’’, βλέπαμε το λευκό πέπλο τη μία να κρύβει και την άλλη να εμφανίζει την απότομη, την σχεδόν κάθετη, βραχώδη πλαγιά της με τα σπήλαια και το σπηλαιοβάραθρο που υπάρχου κοντά στα 1.200 μέτρα υψόμετρο.

Κάναμε την ολιγόλεπτη στάση γιατί κάποιοι θέλαμε να ανηφορίσουμε, από το σημείο που βρεθήκαμε, την απαιτητική ρεματιά μέχρι το καταφύγιο της περιοχής.

Η πλειοψηφία όμως, οι κάτοχοι των 4Χ4, θέλανε να συνεχίσουν την οδική ανάβαση μέχρι τα 1.160 μέτρα υψόμετρο.

Ακούσαμε την πλειοψηφία και τους ακολουθήσαμε.

Έτσι, «γλυτώσαμε» τον χρόνο ανάβασης των 400 περίπου μέτρων υψομετρικής διαφοράς και «λιγοστέψαμε» κατά πολύ εκείνον της δράσης μας στο βουνό.

Φτάσαμε στον οικίσκο που το χρησιμοποιούν, οι περιπατητές – οι φυσιολάτρες – οι ορειβάτες,  σαν ένα μικρό καταφύγιο ανάγκης.

Στα 1.160 μέτρα υψόμετρο αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την πεζοπορική, πλέον, ανάβαση.

Τελευταίος έλεγχος στα σακίδια.

Στους ορεινούς όγκους τα πάντα είναι απρόβλεπτα.

Βλέποντας τα παιχνιδίσματα του καιρού προσθέσαμε το επιπλέον βάρος των ακόμη πιο απαραίτητων.

Ενεργοποίησα το GPS, για την καταγραφή της διαδρομής για δικούς μου λόγους.

Συντόνισα τον ασύρματό μου στη συχνότητα εκείνη του Τάσου.

«Όπλισα» τη φωτογραφική μου να είναι έτοιμη να «αιχμαλωτίσει» εικόνες και στιγμές.

Αφού ετοιμαστήκαμε, περιμέναμε το νεύμα του «αρχηγού» της κυριακάτικης δραστηριότητας.

Δεν άργησε.

Εκείνη τη στιγμή, «διέγραψα» όλα εκείνα, τα άχρηστα, που βάρυναν το μυαλό μου και «δημιούργησα», έτσι, ελεύθερο χώρο να «αποθηκεύσει» όλα εκείνα, τα όμορφα, που θα βίωνα κατά τη διάρκεια της πορείας.

Έτσι, για να είναι έτοιμο να «φωλιάσει» όλα εκείνα που θα ζούσα ικανοποιώντας ελεύθερα τα «θέλω» μου απαλλαγμένος από τα «πρέπει» της άχαρης καθημερινότητας.

Ξεκινήσαμε.

Η πορεία μας αρχικά πάνω στον ορεινό δρόμο (φωτ. 3).

Με συζητήσεις, με τα πειράγματα και με τα αστεία προχωρούσαμε.

Ο καιρός άστατος, η ομίχλη με τα παιχνιδάκια του.

Περνούσαμε από περιοχές που η απουσία της πυκνής ψηλής βλάστησης ήταν αισθητή.

Όσο ανεβαίναμε άρχισε να μας «υποδέχεται» το σπυρωτό χιονάκι.

Ήταν αισθητό με την ταχύτητα που έπεφτε, παρασυρόμενο από το αεράκι, στα ακάλυπτα μέρη του προσώπου ( φωτ. 4).

Μάρτης μήνας χωρίς χρώματα και λογής-λογής αρώματα δεν…γίνεται.

Το όλο γκριζωπό τοπίο χρωμάτιζαν τα πολύχρωμα άνθη της κρανιάς, της άγριας αμυγδαλιάς, κάποιων καρποφόρων του βουνού, καθώς και οι κοκκινωποί καρποί της άγριας τριανταφυλλιάς που συναντούσαμε στην πορεία μας.

Αυτό είναι: «ο Μάρτης με τα λουλούδια του και την….κακοκαιρία του.»

Υπάρχουν δεκάδες παροιμίες για τον πρώτο μήνα της Άνοιξης (φωτ. 5 και 6).

Συνεχίζαμε.

Κοντεύαμε στην κεραία συλλογής στοιχείων πριν την εγκατάσταση ΑνεμοΓεννητριών που βρίσκεται λίγο πιο πέρα από το εξωκλήσι της ‘‘Αγ. Κυριακής’’.

Ήταν το μόνο χαρακτηριστικό που καταφέραμε, εκείνη τη στιγμή, να διακρίνουμε μέσα από το πυκνό γκριζωπό πέπλο, που κάλυπτε ολόκληρο το τοπίο..

Το μικρό εκκλησάκι δεν το βλέπαμε, το «έκρυβε» καλά η ομίχλη.

Φτάνοντας στην κεραία την προσπεράσαμε.

Από τα 1.300 περίπου μέτρα υψόμετρο οι εναλλαγές αρκετές: ορεινός χωματόδρομος-«δικό μας» μονοπάτι-χωμάτινος δρόμος-«δικό μας μονοπάτι» κλπ.

Η διαδρομή εκείνη χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες και τα απαιτητικά σημεία.

Η πορεία μας χαλαρή.

Το χιόνι άρχισε να πυκνώνει.

Η εικόνα του μάς χαροποιούσε, το μαρτυρούσε, εξ άλλου, το χαμόγελο στα πρόσωπά μας ( φωτ. 7 και 8).

Ξαναμπήκαμε στο χωμάτινο δρόμο και το ακολουθήσαμε.

Κάποια στιγμή έπρεπε να το εγκαταλείψουμε και το κάναμε.

Διακρίνοντας μέσα από την ομίχλη την πρώτη Α/Γ  του ψηλότερου σημείου του Αιολικού Πάρκου βγήκαμε από το δρόμο και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε την πλαγιά στα αριστερά μας.

Μέχρι το σημείο εκείνο, αυτό που είχα παρατηρήσει ήταν ότι η περιοχή προσφέρεται για γαλήνιους περιπάτους, για δυναμικές περιπλανήσεις, για τη γοητεία της έλλειψης τυποποιημένων ξεναγήσεων, για περιπέτεια, για ανακάλυψη.

Στο κομμάτι της διαδρομής, που κάναμε νωρίτερα, ένοιωθα…έχοντας σαν «οδηγό» τις επιθυμίες και τα ενδιαφέροντά μου…περίφημα, γιατί όλα εδώ ήταν αυθεντικά.

Η δροσερή ανάσα της φύσης, τα χαλαρά χορτολίβαδα, οι απότομες πλαγιές κ.α.

Βγαίνοντας από τον ορεινό δρόμο αρχίσαμε να «χαράζουμε» τη δικιά μας, πλέον, διαδρομή.

Σημάδια σήμανσης μονοπατιών δεν υπήρχαν.

Μονοπάτια στο κομμάτι εκείνο απουσίαζαν.

Επιτέλους, μετά τη χαλαρή πορεία της εύκολης διαδρομής, άρχιζε η απαιτητική ανάβαση.

Η κλίση της πλαγιάς αρκετούτσικη. Η ανάβασή μας με πορεία «ζιγκ-ζαγκ».

Η θαμνώδης βλάστηση άρχιζε να αραιώνει αισθητά και ακόμη πιο πάνω κυριαρχούσε το απόλυτο γυμνό.

Η απουσία κάποιου χαρακτηριστικού σημείου «αναφοράς» δυσκολεύει, κατά πολύ, την πορεία της ομάδας μέσα στην πυκνή ομίχλη.

Έτσι, φροντίσαμε να κρατάμε τέτοιες αποστάσεις, ώστε οι μεσαίοι να βλέπουν τους προπορευόμενους και ταυτόχρονα τους ακολουθούντες.

Ανεβαίναμε.

Σε κάποια κομμάτια της διαδρομής τα πατήματά μας γίνονταν βαριά και οι ανάσες μας βαθιές.

Πέρα από την απαιτητική κλίση της πλαγιάς είχαμε και τα παιχνιδίσματα του καιρού.

Τα στοιχεία της φύσης «πάλευαν», για επικράτηση, μεταξύ τους.

Το αποτέλεσμα της…πάλης…αυτής ήταν η συναρπαστική εναλλαγή των εικόνων που μάς προκαλούσε τη διάθεση της αναζήτησης και της εξερεύνησης.

Εκεί, αφήσαμε το πνεύμα της περιπέτειας να μάς παρασύρει στην περιπλάνηση και στην ανακάλυψη.

Μετά από απαιτητική ανάβαση και περνώντας μέσα από τη σκουρόχρωμη πυκνή ομίχλη έφτασα στην κορυφή ‘‘Σκοπιά ’’.

Χρειάστηκα 2 ώρες και 15 λεπτά πορείας για να βρεθώ στην ψηλότερη κορυφή του ‘‘Βέλια’’.

Από τα 1.750 μέτρα υψόμετρο, (ένδειξη του GPS μου, η ένδειξη στον χάρτη είναι «1.760 μ.») δεν έβλεπα τίποτα.

Ήρθαν και οι συνοδοιπόροι μου (φωτ. 9).

Όταν έφτασε και ο τελευταίος της ομάδας, μια αναμνηστική φωτογραφία και αποφασίσαμε να κατηφορίσουμε.

Τα μποφόρ, το χιονάκι, το γκριζωπό που μάς «αγκάλιαζε», η χαμηλή θερμοκρασία…δεν επέτρεπαν την παραπάνω παραμονή (φωτ. 10).

Φτάνοντας από την κορυφή στο χωμάτινο δρόμο του Αιολικού Πάρκου, αναζητήσαμε απάνεμο σημείο για το κολατσιό μας.

Σταφίδες, μπάρες δημητριακών, σάντουιτς, μπανάνες, υγρά…όλα τα καλά είχε το «κυριακάτικο τραπέζι» μας.

Το 15λεπτο ήταν αρκετό.

Συμμαζέψαμε τα πράγματά μας, ξαναφορτωθήκαμε τα σακίδιά μας και πήραμε το δρόμο της επιστροφής.

Η πορεία μας, αρχικά, πάνω σε χωμάτινο και καλά πατημένο δρόμο του Αιολικού Πάρκου (φωτ. 11).

Φτάνοντας στο σημείο που έπρεπε να το εγκαταλείψουμε, συνεχίσαμε την καθοδική πορεία μας «χαράζοντας» και πάλι «δικό μας μονοπάτι».

Ο καιρός με τις Μαρτιάτικες εναλλαγές του.

Μία παροιμία λέει: ‘‘Μάρτης είναι, χάδια κάνει, πότε κλαίει, πότε γελάει.’’

Αυτά ακριβώς βιώναμε στην κυριακάτική μας εξόρμηση.

Όσο κατηφορίζαμε και βήμα-βήμα τα καιρικά φαινόμενα της κατάθλιψης άρχιζαν να υποχωρούν.

Βλέπαμε, πλέον, όλα εκείνα τα οποία περάσαμε ανηφορίζοντας χωρεί να μπορούσαμε να τα δούμε.

Εικόνες, εικόνες, εικόνες.

Βλέπαμε τοπία, μπορέσαμε τα «ταξιδέψουμε» το βλέμμα μας ακόμη πιο πέρα, καταφέραμε να «τρέξουμε» τη ματιά μας στη διαδρομή που κάναμε ανηφορίζοντας.

Κάποιες φορές αισθανόμασταν μικροί θεοί των βουνών, έχοντας την αίσθηση ότι  «περπατούσαμε» πάνω από τα…σύννεφα, που σκέπαζαν όλο το κάμπο της Ξηρολίμνης  (φωτ. 12).

Η προσεκτική κατάβαση στην πλαγιά με μεγάλη κλίση έφτανε στο τέλος της.

Κάποια στιγμή πατήσαμε τον ορεινό δρόμο και τον ακολουθήσαμε κάνοντας χαλαρή πορεία (φωτ. 13).

Φτάσαμε στην κεραία και στη συνέχεια στο μικρό εξωκλήσι της ‘‘Αγ. Κυριακής’’, που αυτή τη φορά το βλέπαμε καθαρά (φωτ. 14 και 15).

Από τα 1.300 περίπου μέτρα υψόμετρο βλέπαμε το ‘‘Άσκιο’’ ή ‘‘Σινιάτσικο’’, τις ανεμογεννήτριες που «φύτρωσαν» τα τελευταία χρόνια σε όλο τον ορεινό όγκο, τα χορτολίβαδα κ.α.

Κοιτάζοντας πίσω μας, μπορέσαμε να «τρέξουμε» τη ματιά μας στην σχεδόν ολόκληρη διαδρομή μου κάναμε ανεβαίνοντας και επιστρέφοντας (φωτ. 16 και 17).

Φωτογραφίες και ξεκίνησα.

Η διαδρομή από το εξωκλήσι μέχρι το μικρό καταφύγιο σύντομη και η πορεία χαλαρή.

Φτάσαμε στα αυτοκίνητά μας.

Χρειαστήκαμε μία ώρα και 10 λεπτά χαλαρής πορείας για να φτάσουμε στο μοναχικό οικίσκο ανάγκης .

Φωτογραφία από τα 1.160 μέτρα υψόμετρο και άρχισα να ετοιμάζομαι για την επιστροφή στη Βέροια (φωτ. 18).

Στο σημείο αυτό έφτανε στο τέλος της άλλη μια κυριακάτική μου δραστηριότητα στο βουνό.

Άλλη μία ορειβατική μου εξόρμηση προστέθηκε στο «ορειβατικό μου βιογραφικό».

Έφτασε η στιγμή που έπρεπε να αφήσω τη «δική μου» ελεύθερη γωνιά, το «δικό μου καταφύγιο» των ‘‘θέλω’’ μου.

Έπρεπε να αφήσω τη Φύση στην ηρεμία της και να επιστρέψω στη θορυβώδη καθημερινότητα της πόλης.

Επιβιβαστήκαμε στα 4Χ4 αυτοκίνητα και φύγαμε γεμάτοι από εικόνες, από βιώματα, από εμπειρία, από δράση και πάνω απ’ όλα με περισσότερη ευχάριστη διάθεση.

«Η μανία των στοιχείων της φύσης ξεσπά πάντα στις ψηλότερες κορυφές

Απολογισμός :

Διαδρομή: Μικρό καταφύγιο ανάγκης (υψ. 1.160 μέτρα) → ορεινός χωματόδρομος → κεραία στο τοπωνύμιο ‘‘Αγ. Κυριακή’’→ ορεινός δρόμος → «δικό μας μονοπάτι» στην απαιτητική πλαγιά για την κορυφή →  κορυφογραμμή του Αιολικού Πάρκου → κορυφή ‘‘Σκοπιά’’ (υψ. 1.750 μ.) [ ο χάρτης της περιοχής το έχει ‘‘1.760 μ.’’]→ επιστροφή.

Υψομετρική  διαφορά : 600 μ. ( με τα ανεβοκατεβάσματα. Στοιχεία GPS).

Χρόνος :      3 ώρες και 40’  ( συνολικός χρόνος )

Απόσταση:  10,6 χλμ.

banner-article

Ροη ειδήσεων