Λογοτεχνία

Ελισάβετ Τάρη: “Οι Κυριακές της θείας Περσεφόνης”

Η θεία Περσεφόνη ήταν η αδερφή του αγαπημένου μου παππού, του Κώστα.  Κανονικά, σαν αδελφή του παππού, ήταν γιαγιά μας και έτσι έπρεπε να τη λέμε, αλλά αυτή επέμενε να την αποκαλούμε θεία. Ποιος ξέρει γιατί;

Εντυπώθηκε τόσο έντονα στην παιδική μου μνήμη η θεία Περσεφόνη! Μια γλυκιά γυναίκα, μικροκαμωμένη, κάπως γεματούλα, με το χαρακτηριστικό γάργαρο γέλιο της. Ένα γέλιο τόσο ιδιαίτερο! Ξεκινούσε πάντα χαμηλά και ήσυχα, ίσα που την άκουγες, αλλά γρήγορα ανέβαζε την ένταση στα ύψη. Μετά, απότομα, χαμήλωνε πάλι τόσο πολύ που έμοιαζε με γουργουρητό, σαν να μην μπορούσε να σταματήσει. Πολλές φορές γελούσε χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο. Ίσως γι αυτό η γιαγιά μου και η μάνα μου συχνά την αποκαλούσαν «αγαθούλα».

Η θεία Περσεφόνη, θυμάμαι, πως δεν ήταν ιδιαίτερα καλοδεχούμενη στο σπίτι μας. Κι αυτό γιατί συνήθως μας επισκεπτόταν τις Κυριακές, απροειδοποίητα και σχεδόν πάντα στην ώρα του φαγητού. Κάτι που δεν άρεσε καθόλου στη μαμά μου, που ήθελε πάντα να κρατούμε τα τυπικά. «Στα ξένα σπίτια να κάθεστε για φαγητό μόνο όταν σας προσκαλούν», έλεγε και ξανάλεγε για να το βάλουμε καλά στο μυαλό μας. Η θεία Περσεφόνη όμως δεν κρατούσε αυτούς τους τύπους. Ίσως γιατί τότε, τις Κυριακές, να ένιωθε ακόμα περισσότερο μόνη.

Ερχόταν θυμάμαι φορώντας πάντοτε στο κεφάλι ένα μπεζ καπελάκι με μαύρο γείσο και ένα λουλουδάτο φουλάρι στον λαιμό της.   Άνοιγε το κλιψάκι της τσάντας της με έναν παιχνιδιάρικο τρόπο, σαν να ετοιμαζόταν να κάνει κάτι μαγικό και έβγαζε από μέσα καραμέλες και σοκολάτες για μένα και τις αδερφές μου. Κι όταν μας τις μοίραζε γελούσε με εκείνο το χαρακτηριστικό γέλιο που έκανε κι’ εμάς να γελάμε μαζί της.

Ήταν χήρα η θεία από χρόνια και δεν είχε αποκτήσει παιδιά.  Αγαπούσε όμως πολύ τα παιδιά και μας το έδειχνε με κάθε τρόπο. Και δεν ήταν μόνο οι καραμέλες και οι σοκολάτες που μας έδινε. Όταν τελειώναμε το φαγητό, καθόταν κοντά μας,  έπαιρνε την χτένα και μία-μία μας χτένιζε. Έπλεκε τα μαλλιά μας σε κοτσιδάκια με λαστιχάκια και χρωματιστές κορδέλες, ενώ τα κοκαλάκια με τα λουλούδια και τους φιόγκους ήταν η αδυναμία της. Μετά έβγαζε από την τσάντα της μια τράπουλα, που την κουβαλούσε πάντα μαζί της, και παίζαμε «ξερή» και «γκρινιάρη» που ήταν τα αγαπημένα μας παιχνίδια.

Αφού τελειώναμε τα παιχνίδια, έριχνε «πασιέντζα» για να μαντέψει τα μελλούμενα, όπως έλεγε.  «Η Ντάμα και ο Ρήγας είναι καλά χαρτιά.  Ευτυχία και πολλά χρήματα βλέπω στο σπιτικό σας», έλεγε και γελούσε.  Τις στιγμές εκείνες παρατηρούσα με την άκρη του ματιού μου τη γιαγιά και τη μαμά μου να κάθονται αδιάφορες και  αγέλαστες, δείχνοντας με τον τρόπο αυτό πως βαριούνταν αφόρητα, ενώ κοιτούσαν επιδεικτικά το μεγάλο ξύλινο ρολόι πάνω από τον μπουφέ, μπας και καταλάβει και φύγει. Όμως η θεία Περσεφόνη απτόητη. Μάζευε και μοίραζε την τράπουλα ρίχνοντας πάλι το γνωστό γάργαρο γέλιο της κάνοντας τη γιαγιά και τη μαμά μου να σκάνε ακόμα περισσότερο από το κακό τους.

Αφού τέλειωνε με τα χαρτιά, κουρασμένη πια, όπως κι εμείς, σηκωνόταν και με βήματα αργά πήγαινε και κάθονταν σε μια αναπαυτική πολυθρόνα που είχαμε στην άκρη του σαλονιού λέγοντας πως ήθελε να κλείσει για λίγο τα μάτια της, να ξεκουραστεί. Την έπαιρνε, θυμάμαι, αμέσως ο ύπνος κι εμείς κάναμε ησυχία για να μην την ξυπνήσουμε. Μόλις ξυπνούσε, ακριβώς σε μια ώρα, ζητούσε τον αγαπημένο της ελληνικό καφέ με τριπλή ζάχαρη. Συνήθως τον έφτιαχνα εγώ με μεγάλη χαρά, γιατί μου έλεγε ότι έφτιαχνα τον καλύτερο καφέ που ήπιε ποτέ. Αλήθεια, ψέματα, ποιος ξέρει; Πάντως εγώ πολύ χαιρόμουνα όταν μου το έλεγε.

 

 

Μόλις έπινε τον καφέ, γύριζε ανάποδα το φλιτζάνι στο πιατάκι,  αφού ανακάτευε πρώτα το κατακάθι για να το «διαβάσει». «Όλα τα σχήματα  σημαίνουν κάτι», μας έλεγε με ένα πολύ σοβαρό ύφος. «Να εδώ,  πάνω-πάνω, ένα φίδι, είναι εχθρός ή κάτι κακό θ’ ακούσω. Στον πάτο όμως βλέπω ένα δέντρο, είναι ευτυχία και χρήματα. Α! κι ένα «Κ» με σκέφτεται…Θα είναι ο αδερφός μου, ο Κώστας». Τότε, κοιτούσα τη γιαγιά μου που χαμογελούσε με μια δόση ειρωνείας.

Αγαπημένη της συζήτηση ήταν ένας ανεκπλήρωτος έρωτας στα δεκαεπτά της, όταν ζούσαν ακόμα στην Κωνσταντινούπολη.  Ήταν πολύ όμορφη, μας έλεγε, και όλα τα αγόρια της γειτονιάς την ήθελαν. Ο μπαμπάς της όμως και ο αδερφός της – ο παππούς μου δηλαδή – την είχαν περιορισμένη και δεν την άφηναν να βγαίνει μόνη από το σπίτι. Έτσι, δεν μπορούσε να δει τον αγαπημένο της, τον Λέανδρο. Εκείνος της άφηνε κάθε τόσο ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο σκαλοπάτι του σπιτιού τους, απόδειξη του έρωτά του.

Πάντα δάκρυζε όταν θυμόταν τον Λέανδρο. Μας έλεγε πόσο όμορφος ήταν. Μελαχρινός με  μάτια πράσινα και αρκετά μεγαλύτερος από αυτήν. Ήταν πολύ μορφωμένος, γνώριζε αγγλικά και γαλλικά και δούλευε σε μια τράπεζα. Κάποια βράδια ερχόταν κάτω από το παράθυρό της και της έκανε καντάδα με την κιθάρα του με ένα τραγούδι που το σιγοτραγουδούσε συγκινημένη: «Για μας κελαηδούν  τα πουλιά, χαρούμενα μες στη φωλιά…». Παρατηρούσα πάλι τη μαμά και τη γιαγιά να κοιτάζουν το ταβάνι δείχνοντας την περιφρόνησή τους για την αφήγηση της θείας, που την είχαν ξανακούσει άπειρες φορές.

«Θεία  Περσεφόνη, γιατί οι γονείς σου δεν ήθελαν τον Λέανδρο»; Τη ρώτησα μια φορά όλο περιέργεια.

«Γιατί ήμουν μικρή», μου έλεγε πικραμένη. Άλλα χρόνια τότε, άλλες συνήθειες. Ο μπαμπάς θα αποφάσιζε ποιον θα παντρευόμουν. Μου προξένεψαν λοιπόν κάποιον άλλον που δεν τον γνώριζα ούτε τον αγάπησα ποτέ. Μπορεί και γι αυτό να μην απέκτησα παιδί. Έχει και η αγάπη τα καπρίτσια της».  Τα έλεγε όλα αυτά η  θεία Περσεφόνη και έμοιαζε να ήταν κολλημένη εκεί, στα χρόνια της νιότης της.

Και πάντα τα μάτια της δάκρυζαν όταν τα θυμόταν,  αλλά μετά εύκολα ξεχνιόταν και άρχιζε πάλι να γελάει. Δε θύμωνε ποτέ, δεν γκρίνιαζε, ούτε είχε κακία για κανέναν. Για όλους είχε μια καλή κουβέντα. Πολλές φορές, αναρωτιόμουν, πώς και δεν καταλάβαινε ότι η μαμά  και η γιαγιά δεν την ήθελαν, αφού της το έδειχναν με τον τρόπο τους.  Ακόμα κι ο παππούς μου την απέφευγε, γιατί δεν άντεχε την «ελαφρότητά» της κι αυτό το εκνευριστικό γέλιο της, όπως έλεγε.  Γι’ αυτό και μόλις έτρωγε το μεσημεριανό του, αποσυρόταν στο δωμάτιό του για να διαβάσει την εφημερίδα του.

Όταν έφτανε το απόγευμα , η θεία Περσεφόνη σηκωνόταν, φορούσε το φουλάρι της κάνοντας έναν φιόγκο στον λαιμό της, έπαιρνε την τσαντούλα της, έβαζε το καπέλο της και μας αποχαιρετούσε μοιράζοντας φιλιά και γέλια. «Είναι ώρα να πάω κι εγώ στο καμαράκι μου», έλεγε «θα τα πούμε πάλι την άλλη Κυριακή». Εμείς τα παιδιά την παρακαλούσαμε να μείνει λίγο περισσότερο, αν και βλέπαμε τις γκριμάτσες της μαμάς, που με το σήκωμα των φρυδιών και το άγριο βλέμμα της έδειχνε την άρνησή της στην επιθυμία μας. Θυμάμαι όμως πως πριν βγει η θεία από το σπίτι μας, εκεί στο κατώφλι της εξώπορτας,  η μάνα μας πάντα της έβαζε, συνωμοτικά, κάτι στο χέρι. Από περιέργεια μια φορά κοίταξα με προσοχή και είδα πως της έδινε χρήματα.

Θυμάμαι πως δεν είχαμε επισκεφτεί ποτέ τη θεία Περσεφόνη στο σπίτι της.  Ρωτούσα τη γιαγιά να μάθω το γιατί, αλλά πάντα έλεγε κάτι αόριστο αποφεύγοντας να μας απαντήσει. Πολλά χρόνια αργότερα μάθαμε πως η θεία Περσεφόνη είχε πεθάνει μόνη στο καμαράκι της, σε ένα πτωχοκομείο στην Άνω Πόλη. Ως τότε έβγαζε τα προς το ζην πουλώντας κεντήματα που της παρήγγειλαν πολλοί για την προίκα της κόρης τους. Κεντούσε πολύ ωραία η θεία Περσεφόνη. Είχε μάθει την τέχνη παιδί ακόμα στην Πόλη, πριν φύγουν διωγμένοι για την Αθήνα και μετά στη Θεσσαλονίκη. «Δεν είχε κανέναν συγγενή» μας είπαν οι υπεύθυνοι του πτωχοκομείου και οι γείτονες που την γνώριζαν…