Λογοτεχνία

Γιώργος Σιώμος “Ο μοτοσικλετιστης”

Σταμάτης Παγανόπουλος “Στο κόκκινο”

 

Ο μοτοσικλετιστής

Όταν μια ζωή χάνεται στην άσφαλτο, από τυχαία σύγκρουση, τσακίζεται το σώμα και τα μυαλά χύνονται, η ψυχή απεγκλωβίζεται από τη σάρκα, τις ζώνες ασφαλείας και το κράνος τρομαγμένη, αίρεται ακαριαία πάνω από το αποτρόπαιο συμβάν και βλέπει με πρωτόγνωρη διαύγεια τα τεκταινόμενα.

Αν ο υπαίτιος φανεί συντετριμμένος τότε η ψυχή εκσφενδονίζεται στην απειρότητα του σύμπαντος αναπαυμένη και χάνεται για πάντα.

Αν όμως ο υπαίτιος, όπως η γάτα σκεπάζει τις μαγαρισιές της, δεν παραδέχεται το λάθος, την αμέλεια, την αβλεψία, με πονηριές και λοβιτούρες πάει να το σκάσει, ραντάρ γίνεται η ψυχή, υποβρυχίου που βυθίζεται αύτανδρο, και στέλνει σήματα κινδύνου στις συνειδήσεις των δίκαιων ανθρώπων, διασπάται σε εκατομμύρια απειροελάχιστα τεμάχια ενέργειας και απορροφάται. Mνήμη γίνεται άσβεστη των δίκαιων και σεβαστικών προς τη ζωή ανθρώπων, ζητώντας δικαίωση χωρίς αναπαμό.

 

Η μοτοσικλέτα έγινε θρύψαλα. Ο τροχονόμος ήρθε αργά. Ο θύτης και το θύμα είχαν φυγαδευτεί. Τα σημάδια είχαν σβηστεί. Για να μην φύγει άπραγος έβαλε τις κορδέλες κι έγραψε τον αυτόπτη μάρτυρα που δεν φορούσε κράνος.

Ο θύτης κοιμάται ήσυχος σκεπασμένος με τα σεντόνια της αθωότητας. Ο μοτοσικλετιστής ζει μέσα σε ξένα σώματα ενώ το φάντασμά του πλανιέται πάνω από το κτίριο της Βουλής. Στο σπίτι του μοιρολογούν. Οι ένοχοι της Βουλής φλυαρούν αδιάκοπα περί πολλών για να κρύψουν τους κρότους της ενοχής τους. Δεν ακούν το αίμα του αθώου που βοά και κυλάει στο πλακόστρωτο. Εκείνοι που τα ξέρουν όλα σιωπούν κι αυτοί.

Αλληλέγγυοι μοτοσικλετιστές αφήνουν τα κράνη τους στο σημείο του φονικού και υπόσχονται ότι δεν θα ξεχάσουν τον σύντροφό τους.

Μια παράξενη σιωπή απλώνεται σε όλη τη χώρα. Ατμόσφαιρα Νοσφεράτου.

 

Εκείνη την ημέρα, τα εξαρτήματα της μηχανής γυάλιζαν κι ο ίδιος είχε μια νευρικότητα, μια εγρήγορση, μια ανησυχία, σαν κάτι έπρεπε να γίνει πολύ γρήγορα. Όπως οδηγούσε, κοίταξε δεξιά προς τον Άγνωστο Στρατιώτη «καημένε μου μια ζωή άγνωστος θα είσαι» σκέφτηκε κι αμέσως αναρωτήθηκε αν οι εύζωνοι φορούν μάσκα στη σκοπιά τους, ακίνητοι όπως στέκονται με το βλέμμα στο κενό, «τι να σκέφτονται άραγε για να περνάει η ώρα τους»; Eίδε λίγους αργόσχολους που τους περιεργάζονταν, τα περιστέρια αχόρταγα να τσιμπολογούν, θυμήθηκε την πρώτη φορά που τους είχε φέρει η μάνα του με την αδερφή του να τα δουν και είχαν αγοράσει σπόρους και τα τάιζαν, ύστερα κοίταξε μπροστά και στον δεξιό καθρέφτη, είδε τα νιάτα του, του φάνηκε πως ήταν όμορφος, χαμογέλασε, ” η ζωή είναι μπροστά μου” και ξαφνικά ένα φως, ένα τούνελ από φως έπεσε πάνω του και τον έλουσε ολόκληρο. Μάρσαρε απότομα και η μηχανή όρμησε μπροστά, πέταξε από την άσφαλτο με αστραπιαία ταχύτητα προς τον ουρανό.

Κοίταξε κάτω, στον τόπο του μαρτυρίου του. Με σκούπες και φαράσια καθάριζαν την άσφαλτο, με ένα πανί στο χέρι έσβηναν τα αποτυπώματα κι έριχνε την ευθύνη ο ένας στον άλλον. ” Έλα, έλα, γρήγορα, μπες μέσα, έπεσε πάνω σου, ρε;”

” Γιατί σταμάτησες στη μέση του δρόμου;” ” δεν σήκωσε την μπάρα έγκαιρα”, ” πού χαζεύατε πέντε άτομα, ρε;”

Είδε τους συντρόφους του μοτοσικλετιστές ευλαβικά να αποθέτουν τα κράνη στο σημείο που τον τύφλωσε το φως.

Ο πρόεδρος της Bουλής, μετά από μέρες σιωπής, βούτηξε την πένα στο αίμα του παιδιού και υπέγραψε την απόφαση να μην παραβιάζουν ξανά οι βουλευτές τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας.

 

Κι ως ήταν λουσμένος μες στο φως, μοτοσικλετιστής λαμπρός, γαμπρός νεοφερμένος, τον είδαν και τον ρώτησαν.

– Ποιος σ’ έστειλε σε μας;

– Του κάτω κόσμου οι κραταιοί.

– Τι έγινε; πώς έγινε; για πες μας.

– Του χάρου μαύρο αυτοκίνητο με πήρε.

– Πόσοι επέβαιναν, ένας, δυο τρεις; ;Oνομα, διεύθυνση, τηλέφωνα.

– Αυτά μονάχα, περσσότερα δεν ξέρω.

-Δεν έμαθες, δεν άκουσες, δεν είδες;

– Ένα μπαμ μονάχα άκουσα και φως με σήκωσε και μ’ έφερε εδώ πέρα.

– Χωρίς στοιχεία των θυτών, δεν γίνεσαι δεκτός

-Και πού να βρω παρηγοριά;

– Δικούς σου δεν έχεις για να σε βοηθούν;

– Έχω μάνα, πατέρα κι αδερφή… και τους συντρόφους μοτοσικλετιστές.

– Όταν ανοίγουν οι ουρανοί, θα δεις κρουνούς να κρέμονται στ’ αστέρια, το νου σου τότε να ‘ χεις. Αντάμωση έχουμε θνητών θυτών και πεθαμένων. Τα κρίματά τους στέλνουν οι θνητοί, συγχώρεση ζητούν. Ως τότε στην αναμονή.

Πάρτε τον, είπε, και πηγαίντε τον στον θάλαμο των άγνωστων θυτών.

 

Μαζεύονται οι ψυχές τα Σάββατα

σε γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού

αυτών που άδικα χαθήκαν

από μοιραίο χέρι δολερό

 

Λένε ησύχαση καμιά δεν βρίσκουν

αν μεταμέλεια δεν δείξει ο ένοχος

και πως ανήσυχες τα βράδια τριγυρίζουν

σε γωνιές απόκρυφες και ξεχασμένες

 

Και μια ψυχούλα μοναχά

ακούει και δεν μιλάει

γιατί καλά το ξέρει

ο ένοχος θα σκεπαστεί

κι αυτός βαθειά στη λήθη θα χαθεί.

 

Σε μια γωνιά, στην αίθουσα των άγνωστων θυτών, στεκόταν ο μοτοσικλετιστής. Αμήχανος, διωγμένος, κουρασμένος κι όλο ρωτούσε τους παλαιούς που άδικα είχαν χαθεί.

Πότε ανοίγουν οι ουρανοί;

Πόσο κρατάει η αναμονή;

Πού ν’ ακουμπήσω την ψυχή μου;

Κι απόκριση δεν έπαιρνε.

Χιόνιζε πάνω στ’ ανθισμένα δέντρα και ήταν της Ποίησης γιορτή, της άνοιξης η πρώτη μέρα.