Άρθρα Κοινωνία

“Επικίνδυνα επίκαιρο το Κωσταλέξι μιας παλιάς ντροπής” / γράφει η Σεμίνα Διγενή

Σαράντα οκτώ χρόνια από την αποκάλυψη της τραγωδίας της Ελένης Καρυώτη, επιχειρώ με αυτό το κείμενο μια προσωπική δημοσιογραφική επιστροφή στο Κωσταλέξι και σε εκείνο το ρεπορτάζ μου για την ΕΡΤ το 1986, αφού κάποια από τα ερωτήματά του παραμένουν αναπάντητα:

– Πόσο κοστίζει μια ανθρώπινη ζωή;

– Ποιος προστατεύει τον ψυχικά πάσχοντα;

– Πόσες σκοτεινές αποθήκες εξακολουθούν να στοιβάζουν ψυχές σήμερα, ακόμη και χωρίς τοίχους;

Υπάρχουν ανατριχιαστικά εγκλήματα που διαπράττονται μέσα σε λίγα λεπτά, και άλλα που χρειάζονται δεκαετίες για να ολοκληρωθούν. Χωρίς πυροβολισμούς, κραυγές και μάρτυρες πρόθυμους να μιλήσουν. Μόνο με κλειδωμένες πόρτες. Και πίσω τους, άνθρωποι που σβήνουν λίγο – λίγο, ενώ ο κόσμος έξω συνεχίζει κανονικά τη ζωή του.

Στις 7 Νοεμβρίου 1978, στο Κωσταλέξι της Φθιώτιδας, άνοιξε μια τέτοια πόρτα και η Ελλάδα αντίκρισε ένα από τα πιο αποτρόπαια πρόσωπα της βίας.

Η Ελένη Καρυώτη ήταν 47 ετών. Είχε περάσει σχεδόν τρεις δεκαετίες απομονωμένη σε έναν σκοτεινό και υγρό χώρο του πατρικού της σπιτιού. Χωρίς ελευθερία, χωρίς αξιοπρεπή φροντίδα, χωρίς την παραμικρή δυνατότητα να αποφασίσει για τη ζωή της. Οταν την εντόπισαν οι αρχές, ύστερα από καταγγελία, η εικόνα της συγκλόνισε τη χώρα.

Γυμνή, τυλιγμένη σε ένα τσουβάλι, «ζούσε» σε μια ισόγεια αποθήκη με αφόρητη δυσοσμία. Δίπλα της μια κουβέρτα γεμάτη ακαθαρσίες – αφού δεν υπήρχε τουαλέτα – και μια βρώμικη ξύλινη κασέλα, όπου κούρνιαζε τον χειμώνα για να ζεσταθεί!

Εκείνη τη μέρα δεν ανακαλύφθηκε απλώς μια φυλακισμένη άρρωστη γυναίκα. Αποκαλύφθηκε το άθλιο πρόσωπο της εγκατάλειψης, της κοινωνικής προκατάληψης και της απανθρωπιάς.

Γιατί το φοβερότερο στο Κωσταλέξι δεν ήταν μόνο όσα συνέβαιναν πίσω από την πόρτα. Ηταν και όσα συνέβαιναν έξω από αυτήν. Εκεί που υπήρχαν άνθρωποι. Ανθρωποι αμίλητοι όμως για ό,τι έκρυβε μια σκοτεινή αποθήκη, που δεν ήταν κρυμμένη στην άκρη του κόσμου, που βρισκόταν στην καρδιά μιας κατοικημένης κοινωνίας, με γείτονες και συγγενείς τριγύρω. Που ενώ υπήρχαν κράτος, αρχές, θεσμοί, ένας νέος άνθρωπος εκεί μέσα, η Ελένη υπέφερε αβοήθητη. Ολομόναχη.

Η φρίκη ενός αποκλειστικού ρεπορτάζ

Το 1986, οκτώ χρόνια μετά την αποκάλυψη, επισκέφτηκα το Κωσταλέξι για ένα αποκλειστικό ρεπορτάζ στην εκπομπή μου «Τρεις στον αέρα».

Δεν με ενδιέφερε να αναπαράξω τη φρίκη ως τηλεοπτικό θέαμα. Με απασχολούσε να δω τι είχε απομείνει από εκείνη την ιστορία όταν έσβησαν οι προβολείς, όταν οι εφημερίδες βρήκαν άλλα πρωτοσέλιδα, όταν η κοινή γνώμη έπαψε να ενδιαφέρεται.

Γιατί αυτή είναι η μοίρα πολλών ανθρώπων που γίνονται πρωταγωνιστές συγκλονιστικών ειδήσεων. Η κοινωνία μαθαίνει το δράμα τους, συγκινείται, αγανακτεί για λίγο καιρό και ύστερα τους εγκαταλείπει για δεύτερη φορά.

Η υπόθεση της Ελένης είχε ήδη αρχίσει να …ξεθυμαίνει, αν και το όνομα του χωριού είχε αποκτήσει μια καινούργια, τρομακτική σημασία. «Κωσταλέξι» σήμαινε πια εγκλεισμός, βασανισμός, ανθρώπινη εξαθλίωση.

Μόνο που πίσω από τη λέξη υπήρχε ακόμα η Ελένη, όχι ως ένα δημοσιογραφικό εύρημα ή μια αξιοπερίεργη περίπτωση, αλλά ως μια γυναίκα που της είχαν στερήσει την ενηλικίωση, την κοινωνική ζωή, τις μικρές καθημερινές ελευθερίες που θεωρούμε αυτονόητες. Τη δυνατότητα να περπατήσει στον δρόμο. Να διαλέξει τα ρούχα της. Να καθίσει στον ήλιο. Να αγαπήσει, να θυμώσει, να γελάσει, να γεράσει ανάμεσα σε ανθρώπους.

Της είχαν αφαιρέσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της.

Και τότε επέλεξα να κάνω εκείνη την έρευνα, γιατί το ερώτημα που επέμενε ήταν αμείλικτο: Ποιος επιτέλους της όφειλε πίσω;

Στο χωριό με αντιμετώπισαν εχθρικά. Η οικογένειά της με εμπόδισε να μιλήσω μαζί της όσο θα ‘θελα. Την τράβηξαν μακριά μου και με έδιωξαν φωνάζοντας. Μάλιστα, η αδελφή της απείλησε πως αν δεν έφευγα …θα με σκότωνε στην αυλή της, χωρίς εκείνη να πάθει τίποτα (η απειλή ακούγεται καθαρά στο σχετικό video). Απ’ αυτά που πρόλαβε να μου πει η φοβισμένη Ελένη, με το κατεβασμένο βλέμμα, και δεν θα ξεχάσω ποτέ, ήταν ότι επί οκτώ χρόνια δεν πήγε κανείς να την δει. Οσο για τους γείτονες, ή θα αρνούνταν να μου μιλήσουν ή, όταν μιλούσαν, θα δικαιολογούσαν την οικογένεια για τον εγκλεισμό της Ελένης, χαρακτηρίζοντάς την μάλιστα «βλαμμένο».

Δείτε εδώ το ρεπορτάζ.

https://youtu.be/2KhNB5qHrvY

Απαγορευμένος έρωτας και τιμωρία

Γύρω από την Ελένη χτίστηκαν πολλές ιστορίες. Η πιο διαδεδομένη την ήθελε ερωτευμένη με κομμουνιστή αντάρτη και τιμωρημένη γι’ αυτό από την εθνικόφρονα οικογένειά της.

Ηταν ένα αφήγημα που ταίριαζε στην ταραγμένη Ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας, αν και δεν τεκμηριώθηκε ως η πραγματική αιτία του εγκλεισμού.

Οι αναφορές για σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας και η αδυναμία αντιμετώπισής τους φωτίζουν μια διαφορετική διάσταση, την τραγωδία ενός ανθρώπου που αντί να βρει θεραπεία και προστασία, αντιμετωπίστηκε σαν ντροπιαστικό οικογενειακό μυστικό.

Η ψυχική ασθένεια θεωρήθηκε όνειδος. Η πάσχουσα, βάρος. Η απομόνωση, λύση.

Και όταν μια κοινωνία θεωρεί την αρρώστια ντροπή, πολύ εύκολα μετατρέπει τον άρρωστο σε ένοχο.

Δεν πληροφορηθήκαμε ποτέ με βεβαιότητα όλες τις συνθήκες που οδήγησαν στην τραγωδία αυτής της βασανισμένης γυναίκας. Γνωρίζουμε όμως ότι καμία ασθένεια, κανένα οικογενειακό αδιέξοδο και καμία κοινωνική προκατάληψη δεν δικαιολογούν τη βαρβαρότητα και τα τριάντα χρόνια στέρησης της ελευθερίας.

Μια αθώωση, χιλιάδες ερωτήματα

Τα αδέλφια της Ελένης οδηγήθηκαν στη Δικαιοσύνη και αθωώθηκαν.

Η δικαστική απόφαση ωστόσο δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Ελένη τα χαμένα χρόνια. Ούτε να απαντήσει στο βαθύτερο ερώτημα: Πώς έμεινε ένας άνθρωπος τόσο μόνος και απροστάτευτος;

Μετά την απελευθέρωσή της, η Ελένη δέχτηκε νοσοκομειακή και ψυχιατρική φροντίδα. Σύμφωνα με μεταγενέστερες αναφορές άρχισε να παρουσιάζει βελτίωση, να επικοινωνεί, να ξανακερδίζει κάποιες από τις δυνατότητες που της είχε στερήσει η απομόνωση. Αυτή ίσως είναι η πιο συγκλονιστική πλευρά της ιστορίας.

Η γυναίκα που είχε αντιμετωπιστεί επί δεκαετίες σαν χαμένη υπόθεση, μπορούσε τελικά να ανταποκριθεί στην ανθρώπινη φροντίδα.

Αργότερα, το 1998, εξαφανίστηκε μυστηριωδώς (;), από το χωριό. Οι έρευνες δεν απέδωσαν κανένα στοιχείο. Η Ελένη βρήκε ίσως έναν τρόπο να δραπετεύσει. Κανείς δεν έμαθε τίποτε γι’ αυτήν. Δεν βρέθηκε ποτέ, ούτε ζωντανή ούτε νεκρή.

Ακόμα η ψυχική υγεία αντιμετωπίζεται με οικονομικούς δείκτες

48 χρόνια μετά, θα ήταν βολικό να πιστέψουμε ότι όλα αυτά ανήκουν οριστικά στο παρελθόν.

Ομως η εγκατάλειψη δεν χρειάζεται πάντοτε κλειδαριές.

Τα στοιχεία λένε πως μπορεί ακόμα και σήμερα, το 2026, ένας άνθρωπος με σοβαρή ψυχική διαταραχή να περιμένει μήνες για ουσιαστική παρακολούθηση.

Μια μητέρα να αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη δουλειά της για να φροντίσει μόνη το παιδί της.

Ενας ηλικιωμένος να βασανίζεται χωρίς κατάλληλη δομή υποστήριξης.

Ενας έφηβος που ζητά βοήθεια να συναντά έναν εξουθενωμένο σχολικό ψυχολόγο, υπεύθυνο σε πολλά διαφορετικά σχολεία.

Ολοι αυτοί οι άνθρωποι δεν χρειάζονται φιλανθρωπία. Χρειάζονται δικαιώματα.

Στη Βουλή, κατά τη συζήτηση της λεγόμενης Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης, είχαμε επισημάνει ως ΚΚΕ ακριβώς αυτήν την αντίφαση: Η Ψυχική Υγεία αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο με οικονομικούς δείκτες, αντί με κριτήριο τις ανθρώπινες ανάγκες.

Η πολιτική αυτή διαιωνίζει την υποχρηματοδότηση και ενισχύει την εξάρτηση από ιδιωτικούς φορείς.

Η θέση μας ήταν και είναι ξεκάθαρη:

  • Αποκλειστικά δημόσιο και δωρεάν σύστημα Ψυχικής Υγείας.
  • Κέντρα πρόληψης, μόνιμο επιστημονικό προσωπικό, σύγχρονες ψυχιατρικές κλινικές, δημόσιοι ξενώνες και προστατευμένες κατοικίες.
  • Ολοκληρωμένη θεραπεία και κοινωνική επανένταξη, χωρίς οικονομικά εμπόδια.

Αποασυλοποίηση δεν σημαίνει να κλείνεις μια δημόσια δομή και να αφήνεις τον ασθενή μόνο με την οικογένειά του. Σημαίνει να του εξασφαλίζεις πραγματική ζωή μέσα στην κοινωνία. Το δικαίωμα στο φως.

Το Κωσταλέξι δεν πρέπει να μείνει απλώς μια τρομακτική λέξη στα λεξικά. Και επειδή τα σύγχρονα Κωσταλέξια δεν έχουν απαραίτητα σκοτεινές αποθήκες – φυλακές, πρέπει να γίνει μόνιμη υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια απαιτεί δημόσια ευθύνη, κοινωνική αλληλεγγύη και συλλογική διεκδίκηση.

Η πολιτική ευθύνη πίσω από την εγκατάλειψη

Οταν έκανα εκείνο το ρεπορτάζ το 1986, η ιστορία της Ελένης είχε ήδη γίνει παρελθόν για τα πρωτοσέλιδα.

Σήμερα, η επέτειός της μας υποχρεώνει να κοιτάξουμε πέρα από τη φρίκη. Να δούμε την πολιτική ευθύνη πίσω από την εγκατάλειψη. Να απαιτήσουμε μια κοινωνία όπου κανένας άνθρωπος δεν θα αντιμετωπίζεται ως βάρος, κανένας ασθενής ως περιττή δαπάνη, καμία οικογένεια δεν θα αφήνεται αβοήθητη.

Γιατί το πραγματικό έγκλημα εκείνου του χωριού, στις νότιες όχθες του Σπερχειού, δεν ήταν μόνο ότι μια γυναίκα έζησε τριάντα χρόνια μέσα στις ακαθαρσίες και στο σκοτάδι. Ηταν ότι τόσοι άλλοι γύρω της σιωπούσαν και συνέχιζαν να ζουν κανονικά στο φως, γνωρίζοντας πως εκείνη δεν το έβλεπε.

Οσο όμως η ανθρώπινη ζωή θα υπολογίζεται με όρους κόστους, όσο η θεραπεία θα εξαρτάται από το πορτοφόλι και η φροντίδα από την οικονομική αντοχή μιας οικογένειας, το Κωσταλέξι θα παραμένει επικίνδυνα επίκαιρο.

Εκείνη η Ελένη δεν χρειαζόταν οίκτο. Χρειαζόταν ελευθερία, θεραπεία και ανθρώπους που θα νοιάζονταν γι’ αυτήν.

Δεν αρκεί να καταδικάζουμε εκείνους που την κλείδωσαν στο σκοτάδι. Οφείλουμε να συγκρουστούμε με κάθε πολιτική που εξακολουθεί να αφήνει και όλες τις σημερινές Ελένες αβοήθητες.

Οι αποθήκες της απανθρωπιάς δεν γκρεμίζονται με επετειακά δάκρυα. Γκρεμίζονται με δικαιώματα, αγώνα και μια κοινωνία που δεν θα επιτρέπει σε κανέναν να περισσεύει.

Της
Σεμίνας Διγενή
banner-article banner-advertisement

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ