“Η παθογένεια του συνδικαλισμού στον χώρο εργασίας και η ανάγκη ενός ανεξάρτητου μη κομματικού συνδικαλισμού” / γράφει ο Άρης Ορφανίδης
Η τρίτη παθογένεια αφορά την οικονομική και θεσμική εξάρτηση των συνδικάτων. Η χρηματοδότηση των τριτοβάθμιων οργανώσεων, όπως η ΓΣΕΕ, προέρχεται εν μέρει από εισφορές εργαζομένων, αλλά και από προγράμματα κατάρτισης ή επιχορηγήσεις που συνδέονται με κρατικές δομές
Ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα έχει διαχρονικά διαμορφωθεί μέσα σε ένα ιδιαίτερο πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο, όπου η ιστορική σύνδεση των κομμάτων με τα εργατικά σωματεία επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο λειτουργίας και την αξιοπιστία τους. Θεσμικά, τα συνδικάτα είναι ανεξάρτητοι φορείς, με κύριο σκοπό την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων, τη διαπραγμάτευση συλλογικών συμβάσεων, την προάσπιση της εργασιακής ασφάλειας και την προώθηση κοινωνικών δικαιωμάτων. Στην πράξη όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική: ο κομματικός συνδικαλισμός, μέσω των παρατάξεων, έχει μετατρέψει πολλά σωματεία σε μηχανισμούς κομματικής επιρροής και πολιτικής κυριαρχίας, υπονομεύοντας την ουσία της συνδικαλιστικής δράσης.
Η πρώτη παθογένεια έγκειται στον κομματισμό, ήτοι στην ισχυρή κομματική επιρροή στις κορυφές των συνδικάτων. Ιστορικά, μετά τη Μεταπολίτευση, τα κόμματα επένδυσαν στα εργατικά κέντρα ως πεδία επιρροής για πελατειακούς-ψηφοθηρικούς λόγους, δημιουργώντας στενές σχέσεις με παρατάξεις που συμμετείχαν σε εσωτερικές εκλογές. Οι ίδιες παρατάξεις, με άλλα ονόματα, που υπήρχαν (και εξακολουθούν) στα πανεπιστήμια υπήρχαν και στα εργατικά κέντρα. Δημιουργήθηκε μια κουλτούρα όπου η συνδικαλιστική ταυτότητα ταυτιζόταν με κομματική ένταξη. Παραδείγματα τέτοιας σύνδεσης είναι η ΠΑΣΚΕ με το ΠΑΣΟΚ, η ΔΑΚΕ με τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΜΕ με το ΚΚΕ. Οι παρατάξεις αυτές δεν λειτουργούν ως απλές ιδεολογικές ομάδες, αλλά ως μηχανισμοί κομματικής στρατηγικής, οι οποίοι επηρεάζουν την επιλογή ηγεσιών, τη διαμόρφωση πολιτικών θέσεων και την κατεύθυνση των δράσεων. Το αποτέλεσμα είναι οι αποφάσεις να υπαγορεύονται συχνά από πολιτικά και κομματικά συμφέροντα και όχι από τις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων.
Η δεύτερη παθογένεια σχετίζεται με τη χαμηλή συμμετοχή της βάσης των εργαζομένων. Η απουσία ενεργού ενδιαφέροντος και συμμετοχής καθιστά τα σωματεία εύκολα προσβάσιμα στους κομματικούς μηχανισμούς. Όταν οι εργαζόμενοι δεν παίρνουν μέρος στις γενικές συνελεύσεις, δεν παρακολουθούν τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και δεν ελέγχουν την οικονομική διαχείριση, οι παρατάξεις αποκτούν πλήρη κυριαρχία. Αυτό οδηγεί σε ένα φαύλο κύκλο, όπου η επιρροή των κομματικών ομάδων ενισχύεται συνεχώς και η συμμετοχή της βάσης μειώνεται ακόμα περισσότερο. Η δημοκρατία του συνδικαλιστικού οργανισμού αποδυναμώνεται, ενώ οι κορυφές των οργανώσεων συχνά λειτουργούν ως πεδίο κομματικών αντιπαραθέσεων.
Η τρίτη παθογένεια αφορά την οικονομική και θεσμική εξάρτηση των συνδικάτων. Η χρηματοδότηση των τριτοβάθμιων οργανώσεων, όπως η ΓΣΕΕ, προέρχεται εν μέρει από εισφορές εργαζομένων, αλλά και από προγράμματα κατάρτισης ή επιχορηγήσεις που συνδέονται με κρατικές δομές. Αυτή η εξάρτηση δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για κομματική παρέμβαση, καθώς οι ηγεσίες των παρατάξεων χρησιμοποιούν τη διαχείριση των πόρων ως μέσο πίεσης και επιβολής πολιτικής γραμμής. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων μετατρέπεται έτσι σε εργαλείο κομματικού ελέγχου, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να μην έχουν πραγματική επίδραση στις αποφάσεις που τους αφορούν άμεσα.
Η τέταρτη παθογένεια είναι η επαγγελματοποίηση του συνδικαλισμού. Οι ηγεσίες των σωματείων, παραμένοντας δεκαετίες σε θέσεις εξουσίας, συχνά απομακρύνονται από την επαφή με τον χώρο εργασίας και τις καθημερινές ανάγκες των εργαζομένων. Οι κομματικές παρατάξεις προσφέρουν στήριξη και πολιτική κάλυψη, με αποτέλεσμα οι συνδικαλιστές να βλέπουν τα σωματεία ως όχημα καριέρας και όχι ως μέσο υπεράσπισης των δικαιωμάτων της βάσης. Αυτή η τάση μειώνει ακόμα περισσότερο την εσωτερική λογοδοσία και ενισχύει την κυριαρχία των κομματικών μηχανισμών. Οι θέσεις αυτές συχνά γίνονται εφαλτήριο για πολιτική καριέρα και πλουτισμό, σε σημείο που κάθε καλός “εργατοπατέρας” που σέβεται τον εαυτό του πρέπει, μετά τη συνδικαλιστική θητεία του, να εξαργύρωσει τις κομματικές και πολιτικές εξυπηρετήσεις, που έκανε σαν καλός και πειθήνιος κομματικός στρατιώτης, με μια θέση στο κοινοβούλιο και ενίοτε με έναν υπουργικό θώκο.
Η συνολική συνέπεια όλων αυτών είναι η αποξένωση των εργαζομένων από τα συνδικάτα, η δυσπιστία απέναντι στις ηγεσίες και η μετατροπή του συνδικαλισμού σε εργαλείο κομματικής επιρροής. Τα συνδικάτα γίνονται έτσι εντέλει το μακρύ χέρι των κομμάτων στον χώρο εργασίας. Η ύπαρξη κομματικών παρατάξεων, υπό τις τρέχουσες συνθήκες, δεν εξυπηρετεί τη δημοκρατική εκπροσώπηση ή την προστασία των εργασιακών συμφερόντων, αλλά κυρίως την πολιτική κυριαρχία και την προσωπική ή κομματική προώθηση στελεχών.
Η αντιμετώπιση αυτής της παθογένειας απαιτεί ριζική ανασυγκρότηση του ελληνικού συνδικαλισμού, με σκοπό την αποκατάσταση της αυτονομίας και της αξιοπιστίας του. Μία βασική πρόταση είναι η απαγόρευση των κομματικών παρατάξεων στα σωματεία και η ενίσχυση της ανεξάρτητης βάσης των εργαζομένων. Τυπικά, οι συνδικαλιστικοί νόμοι προβλέπουν ανεξαρτησία από τα κόμματα, αλλά η πρακτική εφαρμογή αυτής της αρχής σπάνια διαφυλάσσεται. Η θεσμική απαγόρευση των παρατάξεων θα δημιουργούσε ένα πλαίσιο όπου οι εκλογές και οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων θα βασίζονταν αποκλειστικά σε προγράμματα και δράσεις για τα εργασιακά συμφέροντα, χωρίς κομματικές παρεμβάσεις.
Συγκεκριμένα, η εφαρμογή αυτού του μέτρου θα μπορούσε να περιλαμβάνει τα εξής: υποψήφιοι για ηγετικές θέσεις θα προτείνονται μόνο βάσει προσωπικών ή συλλογικών προγραμμάτων που επικεντρώνονται αποκλειστικά στα εργασιακά θέματα, χωρίς αναφορές σε πολιτικές ή κομματικές γραμμές. Οι εκλογές θα πρέπει να είναι απευθείας, με πλήρη διαφάνεια, και η βάση των εργαζομένων να συμμετέχει ενεργά μέσω τακτικών συνελεύσεων, ψηφιακών πλατφορμών συμμετοχής και ενημερωτικών διαδικασιών. Παράλληλα, η οικονομική διαχείριση θα δημοσιοποιείται πλήρως, ώστε οι εργαζόμενοι να έχουν πλήρη εικόνα των πόρων και των δαπανών, μειώνοντας την εξάρτηση από κομματικούς μηχανισμούς.
Η απαγόρευση των παρατάξεων δεν σημαίνει περιορισμό της ελευθερίας σκέψης ή έκφρασης. Αντίθετα, δημιουργεί πλαίσιο δημοκρατικής πολυφωνίας, όπου διαφορετικές ιδέες και στρατηγικές μπορούν να αναδειχθούν χωρίς κομματική καθοδήγηση. Η συμμετοχή της βάσης καθίσταται ουσιαστική, καθώς οι εργαζόμενοι αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση προγραμμάτων, στην επίβλεψη δράσεων και στη λογοδοσία της ηγεσίας. Το σωματείο μετατρέπεται σε χώρο υπεράσπισης των συμφερόντων και των δικαιωμάτων των εργαζομένων και όχι σε πεδίο πολιτικής αναμέτρησης.
Επιπλέον, η εφαρμογή τέτοιου μέτρου θα μπορούσε να συνοδευτεί από εκπαιδευτικά προγράμματα που ενισχύουν την κουλτούρα ανεξάρτητου συνδικαλισμού και τη δημοκρατική συμμετοχή της βάσης. Σε χώρες όπου οι συνδικαλιστικές οργανώσεις λειτουργούν χωρίς κομματικές παρεμβάσεις, η εμπιστοσύνη των εργαζομένων είναι υψηλή, οι αποφάσεις πιο αποτελεσματικές και η διαπραγματευτική θέση των σωματείων ισχυρή. Η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι η απομάκρυνση από τον κομματικό έλεγχο δεν είναι μόνο επιθυμητή αλλά και αναγκαία για να επιστρέψει ο συνδικαλισμός στην ουσία του.
Συμπερασματικά, η παθογένεια του κομματικού συνδικαλισμού στον χώρο εργασίας εκδηλώνεται μέσω της κυριαρχίας των παρατάξεων, της χαμηλής συμμετοχής της βάσης, της οικονομικής εξάρτησης και της επαγγελματοποίησης των ηγεσιών. Η απαγόρευση των κομματικών παρατάξεων είναι μια συμβατή λύση στην ελληνική πραγματικότητα, γιατί αυτή τη στιγμή ο θεσμικός διαχωρισμός δεν διαφυλάσσεται. Με σωστούς κανόνες διαφάνειας και συμμετοχής, θα μπορούσε να επιστρέψει ο συνδικαλισμός στην ουσία του: υπεράσπιση των εργαζομένων χωρίς κομματική παρέμβαση. Η αποκατάσταση της ανεξαρτησίας των συνδικάτων απαιτεί ριζικές αλλαγές: την απαγόρευση των κομματικών παρατάξεων- δεδομένου ότι δεν μπορεί να διασφαλιστεί η θεσμική ουδετερότητα των συνδικάτων και ο ακομμάτιστος ή υπερκομματικός χαρακτήρας τους-, τη διασφάλιση δημοκρατικών διαδικασιών, τη συμμετοχή της βάσης και τη διαφάνεια στη διαχείριση πόρων. Μόνο έτσι μπορεί ο συνδικαλισμός να επιστρέψει στην αρχική του αποστολή: την προστασία και προάσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων χωρίς εξωτερικές πολιτικές και κομματικές παρεμβάσεις που διαβρώνουν τον χαρακτήρα, τη λειτουργία, τους λόγους και στόχους ύπαρξης του συνδικαλισμού με κεντρικό άξονα την υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων και συμφερόντων.
–
















































