Κυριακή πρωί
8:00
Έξω μυρίζει χιόνι.
Γκριζόασπρα σύννεφα μένουν ακίνητα περιμένοντας τις οδηγίες.
Ένα ανεπαίσθητο αεράκι, που φυσάει κρυφά θαρρείς, σαν παιδί που πρέπει να σωπάσει αλλά αυτό δεν μπορεί κι όλο σιγοψιθυρίζει.
8:15
Από τα μεγάφωνα της εκκλησίας οι βυζαντινές νότες της Θείας Λειτουργίας μπαίνουν στο σπίτι.
Υιοθετήθηκαν επί Κόβιντ τα μεγάφωνα, έκτοτε παραμένουν.
Από τις 7:30 οι διαμένοντες πλησίον αυτής βρίσκονται σε εγρήγορση ακούσια ή εκούσια…
«Σώσον ημάς Υιέ Θεού,
Ο Αναστάς εκ νεκρών
Ψάλλοντας Σε αλληλούια…»
Μυρίζει χιόνι!
Κάπου κοντά έχει ασπρίσει, κάπου κοντά νιφάδες χιονιού κατεβαίνουν σεινάμενες κουνάμενες με αυταρέσκεια και προσγειώνονται στη γη.
Θα χιονίσει άραγε;
Δεν βλέπω και τον γάτο να φέρνει το χέρι του πάνω από το κεφάλι του, καθαρίζοντάς το…
Κάπου κάπου, κάποιο ανήσυχο πουλί, χαμηλοπετάει και χάνεται στην άλλη αθέατη πλευρά του τοπίου που τρυπάει το τσιμέντο.
Φως σα σούρουπο, νυστακτικό!
Ησυχία!
Σταμάτησαν να ακούγονται και οι ψαλμωδίες.
Θα είναι η ώρα του αντίδωρου.
Ακούγονται αμυδρά φωνές από τον κάτω όροφο.
Μόλις ξύπνησαν.
Βαρύ το πάπλωμα τις χειμωνιάτικες, μουντές Κυριακές.
Του Αγίου Αθανασίου σήμερα!
18 Ιανουαρίου και έφυγε ο μισός μήνας γεμάτος Τραμπ και τραμπικούς τραμπουκισμούς …
Τραμπ! Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου!
80 χρονών… θα φοβάται τον θάνατο, δεν μπορεί;
Δε χαμπαριάζει αυτός από δολάρια και μπιτ κόινς!
Είναι ένα Εγώ που δεν μπορεί να διαχειριστεί την ανθρώπινη φύση του.
Την έχει κατακτήσει το αδύναμο Υπερεγώ!
Μπορεί να σκέφτεται υποσυνείδητα και ασυνείδητα, έχοντας χάσει τη συνείδησή του…
«Είμαι 80 χρονών πια!
Θάνατος!
Νικώ τον θάνατο με θάνατο!
Θέαμα που με ντοπάρει …
Το αίμα σας, μου δίνει δύναμη!»
Και είναι χειμώνας, πού να ήτανε και άνοιξη…
Μυρίζει χιόνι έξω.
Έχει κρυάκι καλό!
Λέτε να χιονίσει;;
Περιμένουν λίγο χιόνι και τα παιδιά!
Είναι σαν παραμύθι πραγματικό το χιόνι.
Μπαίνουν σ’ αυτό το παραμύθι και φαντάζονται χιονοπόλεμο, χιονάνθρωπο με μύτη καρότο, τσουλήθρες στις χιονισμένες κατεβασιές, έλκηθρα στο Σέλι, βόλτα με το τελεφερίκ.
Και τότε αρχίζει μία καταιγιστική έμπνευση.
Ζωγραφίζουν, ζωγραφίζουν… Χιονισμένα, αθώα και ειρηνικά τοπία!

11.00.
Ακόμη τίποτα!
Έτοιμο το σκηνικό!
Δράση καμία…
Άνοιξε λιγάκι το φως…
Δε μοιάζει σούρουπο.
Ο ήλιος αθέατος, περιμένει κι αυτός…
4.00, το απόγευμα…
Η μέρα σήμερα σαν μια ευθεία γραμμή.
Το ίδιο ανεπαίσθητο αεράκι, το χρώμα του σούρουπου πάλι, τα ίδια σύννεφα, το ίδιο χρώμα ο ουρανός, περαστικοί ελάχιστοι, φωνές σχεδόν ανύπαρκτες.
Ήχοι αυτοκινήτων λιγοστών.
Ακόμη μυρίζει χιόνι!
Η μέρα συνεχίζει την πορεία της, προγραμματισμένη καλά κι αλάνθαστα…
Τι θα γίνει άραγε;
Ο Χειμώνας αποφασίζει πλέον!
Ενορχηστρώνει και σκηνοθετεί επιτυχώς, εμπνέοντας και την τέχνη …
Να! Όπως στο χειμωνιάτικο κολλάζ που αναδημοσιεύεται, όπου με μαεστρία χτίζει το ίματζ του!
Στίχοι ποιημάτων Ελλήνων κυρίως ποιητών, και ξένων εμπλέκονται σε έναν διάλογο
ποιητικό, δημιουργώντας χειμωνιάτικα τοπία γεμάτα εικόνες, που μέσα στην παγωνιά, δίνουν χώρο στην ανοιξιάτικη αισιοδοξία…

«Ποιητικό χειμωνιάτικο κολλάζ!»
…Με κάθε χτύπο του ρολογιού πέφτει ένα κίτρινο φύλλο.
Είχες ένα ψάθινο καπέλο με λιλά λουλούδια.
Τώρα κει μέσα γεννάνε οι κότες
κ’ ένα σαλιγκάρι ανηφορίζει στο πόδι της καρέκλας.
Το χιόνι θα είναι κρύο, κρύο, κρύο
σαν το ψηλό κολάρο του πατέρα
που βρίσκεται από χρόνια στο σεντούκι.
Μύρισαν κιόλας τα δέντρα ναφθαλίνη.”
Δε μ’ ακούς; Έρχομαι μέσα από τους έρημους ασφαλτόδρομους. Έλα, έλα, κοριτσάκι μυρίζω φασουλάδα, πορτοκάλι και τραγανιστό τσουρέκι.
Έρχομαι μέσα από τις παγωμένες λίμνες και τα ποτάμια
τα γυμνά κλαδιά και το μολυβένιο ουρανό.
Άσ’ το μόνο του στη γωνιά του το πατίνι,
κάνε το φίλο σου να δακρύσει με μια φέτα μανταρίνι.
Τι κάνει η γιαγιά σου; Πλέκει ακόμη πλάι στο περβάζι;
Για κοίτα πώς μελάνιασε η μύτη σου….την πάγωσε τ’ αγιάζι…
Έλα, έλα, αγοράκι έλα, έλα κοριτσάκι.
Δε μ’ ακούς; Είμαι ο Χειμώνας.
Χειμώνιασε και φύγανε τα χελιδόνια
γέμισαν οι δρόμοι λάκκους με νερό
δυο μαύρα σύννεφα στον ουρανό
κοιτάζονται στα μάτια αγριεμένα
αύριο θα βγει στους δρόμους και η βροχή
απελπισμένη
μοιράζοντας τις ομπρέλες της.

Μας έφτασε ο βαρύς χειμώνας
χωρίς τραγούδια και πουλιά,
στα σύννεφα τρυπώνει ο ήλιος
και το φεγγάρι στην ομίχλη,
τα φύλλα τα χλωμά ένα ένα ρίχνει
στη γη η κληματαριά.
Μουχρώσαν τα βουνά και οι κάμποι,
τα στενορύμια και οι αυλές,
αμίλητα στοιχειά τα δέντρα
στέκουνε ολόρθα στη βροχή
στέκουνε ολόρθα στους ανέμους,
στοιχειώσανε τα μονοπάτια
κι ερήμαξαν οι ακρογιαλιές.

Νάτος και πάλι που έφτασεν ο θλιβερός χειμώνας,
μου ψαχουλεύει την ψυχή το παγερό του χέρι…
Χλώμιασ’ η μέρα κι η νυχτιά θα γίνει τώρα αιώνας.
Ώρες θα στέκω ν’ αγρικώ το μανιασμένο αγέρι.
Από το κρύο πάγωσε ο αγέρας, το χιόνι τρέμει και από
τα βλέμματά μου το χνώτο μου αχνίζει, και τα
γένια είναι ξερά σαν πάγος!
Μα εμπρός, πάντα εμπρός!
Σαν με επισημότητα όλος ο τόπος σωπαίνει!
Το φεγγάρι φωτίζει τα γέρικα ελάτια, που σα να νοσταλγούν
το θάνατο γέρνουν κάτω στη γη τα κλαριά τους.
Χιόνισε και κάναμε μια άσπρη στοίβα τόση.
Τέτοιο χιόνι πούπουλο, Θεέ μου, να μη λιώσει.
Έξω πέφτει το χαλάζι και τη θύρα μας τραντάζει τώρα ο Βοριάς.
Μεσ’ την κρύα ανατριχίλα σκορπισθήκανε τα φύλλα της κληματαριάς.
Μεσ’ την άγρια τούτη μπόρα, τρομαγμένα όλα τώρα πάνε τα πουλιά.
Λίγη ζέστη για να βρούνε, τσίου – τσίου, θα κρυφθούνε,
μέσα στη φωλιά.

Η βροχή και το χαλάζι κι ο βοριάς που θα περάσει,
και το χιόνι που το παίρνουν στις αυλές με το φαράσι.
Κι αν η νύχτα είναι μεγάλη, κι έρχεται γιομάτη τρόμους,
κι αν ο θάνατος απόψε, φέρνει γύρα μες τους δρόμους,
κι αν η παγωνιά θερίζει κι είναι δίχως ρουχαλάκια,
δε βαριέσαι, ποιος θυμάται τα καημένα τα πουλάκια.
Μες στο κρύο, έξω απ’ το σπίτι,
ξένο πέταξε σπουργίτι.
Φύλλο, σπόρος πουθενά,
πώς κρυώνει και πεινά!
Το παράθυρο θ’ ανοίξω
δυο σπυράκια να του ρίξω.
–Έλα μέσα δω, πουλί,
ζεστασιά θα βρεις πολλή.
Δεν ακούει, μόνο τσιμπάει
δυο σπυράκια και πετάει.
–Ταξιδιάρικο πουλί,
πέταξε, ώρα σου καλή…
Το σταχτί δεσπόζει έξω και μέσα στο τοπίο. Σταχτιά σπίτια, οι δρόμοι, τα βουνά σταχτιά, τα λίγα δέντρα.
Σε ραγισμένους γύρω αυλούς οι καλαμιές φυσούνε
τα νυφικά μαλλάκια τους μαδούν, μαδούν οι ιτιές,
τον κήπο της Νεράιδας σβησμένο νοσταλγούνε
και κλαιν τις ανοιξιάτικες εφήμερες σκιές,
Ω! κι όλο σκύβουν στα νεκρά νερά τα βουρκωμένα,
ω! κι όλο σειούνται κι έχουνε μες στον πικρό βοριά
τα ίδια τα κινήματα, τ’ αργά κι απελπισμένα,
που ‘χομε μες στη λύπη μας κι εμείς την πιο βαριά.

Φεύγουνε οι μέρες του χειμώνα,
σαν ταξιδιάρικα πουλιά,
θα βγει απ’ τα σύννεφα κι ο ήλιος
κι απ’ την ομίχλη το φεγγάρι,
πράσινα φύλλα θα βλαστήσουν
και πάλι στις κληματαριές,
τα μονοπάτια θα ξυπνήσουν,
θα ζωντανέψουν τ’ ακρογιάλια,
θα λουλουδίσουν τα μπαλκόνια,
θα λουλουδίσουν τα κλαδιά,
και θά ’ρθουνε τα χελιδόνια.
Χειμώνας –κι όμως
πέφτουν από ψηλά
χιονονιφάδες άσπρα λουλουδάκια.
Μπορεί, μπορεί ψηλά πίσω απ’ τα σύννεφα
άνοιξη να είναι, άνθρωποί μου.
Μια μέρα χειμωνιάτικη είναι όλα τα πράγματα που αναβλήθηκαν
Και που τα πιο πολλά δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ
Μια μέρα χειμωνιάτικη πρέπει να σμίξουμε γρήγορα
Ν’ αγκαλιαστούμε σφιχτά και να επωάσουμε την άνοιξη…
Πιστεύω τον χειμώνα πως όλες αγαπάτε
Με πιο ζεστή αγάπη από το καλοκαίρι.
Μα μη, σεμνές κυρίες, εντρέπεσθε και τόσο,
Και τα χρηστά σας ήθη εγώ δεν θα λερώσω.
Πρέπει να λέμε κάτι για να περνά η ώρα,
Μας φθάνει τόση λίμα για την πολιτική.
Το μέλλον της πατρίδος πάει εμπρός, και τώρα
Ας κάμουμε κουβέντα διαφορετική.
Ας πούμε για το κρύο και άλλα εξυπνάδες,
Κι ας κάμουμε, κυρίες, και λίγους χωρατάδες…
Νίκος Δήμου, «Εναντίον του χειμώνα»

-Τι του ζηλέψατε του χειμώνα;
-Τα Χριστούγεννα!
Τα Χριστούγεννα; Του χειμώνα δεν είναι;
Διστακτικά Χριστούγεννα
Διστακτικά ήταν τα Χριστούγεννα και φέτος…
Κοντοστέκονταν κάθε λίγο και λιγάκι!
Ήχοι δυνατοί παντού, κρότοι λάμψης
Εκρηκτικά σταγονίδια αίματος
Κλάματα πνιχτά, σπίτια παγωμένα
Μέρες της στέρησης ξανά
Άφταστο το κέρας της Αμάλθειας!
Τ’ άστρο της Βηθλεέμ δε φάνηκε
Οι μάγοι έχασαν τον δρόμο τους
Οι ταπεινοί βοσκοί δε βρήκανε τη φάτνη
Βελάζανε τ’ αρνάκια τρομαγμένα…
Μονάχη έτρεχε η Παναγιά μέσα στη νύχτα,
να σώσει τον μικρό Χριστό!
Να σώσει την αγάπη!
Διστακτικά και φέτος τα Χριστούγεννα!
Κρυφά απ’ τον Ηρώδη, δεν μπόρεσαν να έρθουν!
Και οι βόμβες έπεφταν
Η πείνα προχωρούσε γοργά
Τα παγωμένα σπίτια χτυπούσαν τα δόντια…
Η τηλεόραση χρυσόσκονη σκορπούσε
Ω! Τι ωραία που είναι τα Χριστούγεννα!
Φωτάκια, χρώματα, δέντρα , δεντράκια στη σειρά
Ω έλατο! Ω έλατο! Μ’ αρέσεις πώς μ’ αρέσεις,
Άγια νύχτα σε προσμένουν με χαρά οι Χριστιανοί!
Γιατί μονάχα οι Χριστιανοί;
Χριστούγεννα λαβωμένα, κρατούσαν στο χέρι την ειρήνη …
καλή εβδομάδα με υγεία!
Ει. Δα.
Η έντονη γραφή σε λέξεις σηματοδοτεί τη σειρά των ποιημάτων
Γιάννης Ρίτσος, «Χειμωνιάζει», Ο χειμώνας (Μάρω Λοϊζου), Μιλτος Σαχτούρης «Χειμώνας», «Μας έφτασε ο βαρύς χειμώνας» Μυρτιώτισσα, «Χειμώνας», Διαλεχτή Ζευγώλη-Γλέζου, «Χειμωνιάτικη βραδιά» Νίκολας Λενάου (Nikolaus Lenau) 25/8/1802– 22/8/1850 Αυστριακός ποιητής, Χιονοπόλεμος», Στέλιος Σπεράντσας, Λάκης Παπαδήμας Ο Χειμώνας, Ναπολέων Λαπαθιώτης «Τα καημένα τα πουλάκια», «Πουλάκι του χειμώνα» Μιχαήλ Δ. Στασινόπουλος, Γιάννης Ρίτσος «Σταχτής χειμώνας», -Λάμπρος Πορφύρας , «Χειμωνιάτικα δέντρα», Διαλεχτή Ζευγώλη-Γλέζου, «Μας έφτασε ο βαρύς χειμώνας», Κιοουάρα-Νο-Φουκαγιαμπου «Χειμωνιάτκα Λουλούδια», «Μια μέρα χειμωνιάτικη» Ηλίας Κεφάλας, Γ. Σουρής «Χειμώνας», «Διστακτικά Χριστούγεννα» Ειρήνη Δασκιωτάκη
–















































































































