Άρθρα Κόσμος Πολιτική

“Από τον κόσμο των κανόνων στον κόσμο της κυνικής ισχύος” / γράφει ο Άρης Ορφανίδης

Φιλοσοφική και γεωπολιτική ερμηνεία της εποχής Τραμπ

 Ο Τραμπ δεν είναι ένα ιστορικό ατύχημα, ούτε μια γραφική παρένθεση της πολιτικής. Είναι σύμπτωμα μιας βαθιάς μετάβασης: της αποσύνθεσης του μεταπολεμικού κόσμου των κανόνων και της επιστροφής σε μια ωμή πολιτική ισχύος, συναλλαγής και σύγκρουσης. Παρόλο που μπορούν πολλοί να βρουν σε άλλα θέματα αρκετά θετικά στοιχεία στη διακυβέρνησή του,  όσα λέει και κάνει —από την περιφρόνηση των διεθνών θεσμών έως τις προκλητικές δηλώσεις για εδάφη, ενέργεια ή συμφωνίες— δεν είναι τυχαίες εκρήξεις χαρακτήρα, αλλά πολιτικά εργαλεία σε έναν κόσμο που αλλάζει δομικά.

Για δεκαετίες, η διεθνής τάξη στηρίχθηκε σε έναν καντιανό ορίζοντα: κράτη ως ορθολογικοί δρώντες, διεθνές δίκαιο, σεβασμός κυριαρχίας, θεσμοί που λειτουργούν ως εγγυήσεις ειρήνης. Η κατάρρευση αυτής της αυταπάτης δεν οφείλεται μόνο στον Τραμπ. Οφείλεται στις οικονομικές ανισότητες, στην αποβιομηχάνιση, στην τεχνολογικό καλπασμό και την ανασφάλεια που επιφέρει, στη διάψευση προσδοκιών. Ο Τραμπ απλώς μίλησε τη γλώσσα που πολλοί ήδη καταλάβαιναν και επιζητούσαν: τη γλώσσα της ισχύος χωρίς ενοχές.

Σε αυτό το σημείο επανέρχεται, σχεδόν εκδικητικά, η πολιτική φιλοσοφία του Σμιτ. Για τον Σμιτ, η πολιτική δεν είναι η διαχείριση του κοινού καλού, αλλά η διάκριση φίλου–εχθρού. Κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει στην εξαίρεση, όποιος παραμερίζει τον κανόνα όταν «απειλείται η επιβίωση». Ο Τραμπ ενσαρκώνει αυτήν ακριβώς τη λογική: οι κανόνες ισχύουν όσο τον συμφέρουν· αν όχι, αναστέλλονται. Δεν πρόκειται απλώς για κυνισμό· πρόκειται για μια διαφορετική αντίληψη της πολιτικής.

Η εισβολή, σκίτσο του Κουβανού José Alberto Rodríguez Avila

Η Ευρώπη, από την άλλη πλευρά, παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν ηθικό λόγο χωρίς επαρκή ισχύ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μιλά για αξίες, δικαιώματα και κράτος δικαίου, αλλά δυσκολεύεται -ή ακόμη χειρότερα- φοβάται αρθρώσει ενιαία στρατηγική σε έναν πολυπολικό κόσμο. Στον νέο γεωπολιτικό ορίζοντα, ο σεβασμός δεν απονέμεται για τις προθέσεις, αλλά για την ικανότητα επιβολής κόστους. Η Ευρώπη διαθέτει οικονομικό βάρος, αλλά στερείται πολιτικής βούλησης και στρατηγικής συνοχής. Αυτό την καθιστά ευάλωτη σε πιέσεις, εκβιασμούς και αιφνιδιασμούς.

Το δημοκρατικό έλλειμμα εντείνει το πρόβλημα. Οι Ευρωπαίοι πολίτες συχνά αισθάνονται ότι ψηφίζουν χωρίς να αποφασίζουν. Οι κρίσιμες επιλογές μοιάζουν να λαμβάνονται μακριά από τη δημόσια σφαίρα, σε τεχνοκρατικά κέντρα που δεν λογοδοτούν επαρκώς. Σε αυτό το κενό, ο λαϊκισμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος. Όχι επειδή οι κοινωνίες «εκφυλίζονται», αλλά επειδή αναζητούν νόημα και έλεγχο σε έναν κόσμο που τους διαφεύγει.

Η Ελλάδα βιώνει αυτή τη μετάβαση με ιδιαίτερη ένταση. Ως μικρή χώρα σε μια γεωπολιτικά ασταθή περιοχή, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια της ρητορικής υπερβολής ή του θεατρικού τσαμπουκά. Η ισχύς της δεν μπορεί να είναι ωμή· πρέπει να είναι θεσμική, διπλωματική και αξιόπιστη. Κι όμως, το εσωτερικό της πρόβλημα είναι βαθύ: θεσμική κόπωση, χαμηλή εμπιστοσύνη στους πολιτικούς, λόγος χωρίς πειθώ. Όταν η πολιτική χάνει το ηθικό της κύρος, οι πολίτες γίνονται παθητικοί ή κυνικοί. Και ο κυνισμός είναι το καλύτερο λίπασμα για την αποδοχή της αυθαιρεσίας.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, οδεύουμε προς έναν πολυπολικό κόσμο χωρίς σταθερό κέντρο. Οι μεγάλες δυνάμεις δρουν με όρους συμφερόντων και όχι αρχών. Οι συμμαχίες γίνονται ευκαιριακές, οι συγκρούσεις χαμηλής έντασης πολλαπλασιάζονται, το διεθνές δίκαιο υποχωρεί. Η λογική είναι απλή και επικίνδυνη: «ό,τι δεν μπορώ να επιβάλω, δεν με δεσμεύει». Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι μικρές και μεσαίες χώρες είτε επενδύουν στη σοβαρότητα και την αξιοπιστία είτε μετατρέπονται σε πιόνια.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο γεωπολιτικό. Είναι βαθύτατα ηθικό. Φέρεται ορθά ο Τραμπ; Με όρους καντιανής ηθικής, η απάντηση είναι σαφής: όχι. Χρησιμοποιεί ανθρώπους, λαούς και θεσμούς ως μέσα για την επίτευξη στόχων, όχι ως αυτοσκοπούς. Ο φόβος γίνεται εργαλείο, η αλήθεια σχετική, η ευθύνη μεταβιβάσιμη. Πρόκειται για έναν εργαλειακό πραγματισμό που μπορεί να αποδώσει βραχυπρόθεσμα, αλλά διαβρώνει μακροπρόθεσμα την ίδια τη δυνατότητα πολιτικής συνύπαρξης.

Σκίτσο του Bill Bramhall

 Ο Τραμπ δεν αρκείται στην κριτική. Επί το λαϊκότερον, “την έχει δει” δερβέναγας που επεμβαίνει ωμά στα εσωτερικά ανεξάρτητων κρατών για να ορίσει την πορεία τους ερήμην τους. Φέρεται σαν νταής της παγκόσμιας πολιτικής, που μοιράζει προστασία, απειλές και «δικαιοσύνη» κατά το δοκούν. Δεν μιλά ως θεσμικός ηγέτης ενός κράτους δικαίου από τα πολλά, αλλά ως το απόλυτο αφεντικό που θεωρεί τον πλανήτη ζώνη επιρροής του: όποιος υπακούει ανταμείβεται, όποιος αντιστέκεται τιμωρείται. Αυτή η στάση δεν είναι απλώς αντιδιπλωματική· είναι βαθιά αντιπολιτική, γιατί αντικαθιστά τον λόγο με τη δύναμη και το δίκαιο με τον φόβο. Ο «δερβεναγισμός» του δεν αποκαθιστά την τάξη που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται· τη διαλύει, νομιμοποιώντας μια λογική αυθαιρεσίας που, αν γενικευτεί, μετατρέπει τις διεθνείς σχέσεις σε πεδίο μόνιμης σύγκρουσης με απρόβλεπτες και ανεξέλεγκτες συνέπειες.

Κι όμως, η απήχησή του αποκαλύπτει μια δυσάρεστη αλήθεια: πολλοί πολίτες νιώθουν ότι οι παραδοσιακές ελίτ μίλησαν επί δεκαετίες για αξίες χωρίς να εγγυηθούν αξιοπρέπεια. Όταν η ηθική αποσυνδέεται από την κοινωνική εμπειρία, μετατρέπεται σε κενό κήρυγμα. Ο «ισχυρός άνδρας» εμφανίζεται τότε όχι ως τύραννος, αλλά ως υποκατάστατο νοήματος — μια απλοϊκή απάντηση σε σύνθετες αγωνίες.

Σκίτσο του Bill Bramhall

Τι μπορεί να γίνει; Η εύκολη απάντηση είναι «περισσότερη δημοκρατία». Η δύσκολη είναι «καλύτερη δημοκρατία». Αυτό σημαίνει θεσμούς που λειτουργούν, λόγο που πείθει, πολιτική παιδεία που καλλιεργεί κριτική σκέψη. Σημαίνει αντίσταση στην κανονικοποίηση της χυδαιότητας και του κυνισμού. Σημαίνει απαίτηση σοβαρότητας από τους ηγέτες και συμμετοχή από τους πολίτες. Για χώρες όπως η Ελλάδα, σημαίνει στρατηγική ψυχραιμία, αξιοπιστία και διπλωματική ενάργεια — το ισχυρότερο όπλο όσων δεν μπορούν να επιβάλουν ισχύ.

Η εποχή Τραμπ δεν θα τελειώσει με την αποχώρηση ενός προσώπου. Θα τελειώσει μόνο αν απαντηθεί το βαθύτερο αίτημα που την τροφοδοτεί: το αίτημα για νόημα, ασφάλεια και δικαιοσύνη σε έναν κόσμο που αλλάζει. Αν αυτό το αίτημα απαντηθεί με κυνισμό, θα έχουμε περισσότερους Τραμπ. Αν απαντηθεί με θεσμική σοβαρότητα και ηθική συνέπεια, ίσως διασωθεί η ιδέα ότι η πολιτική μπορεί να είναι ταυτόχρονα αποτελεσματική και δίκαιη.

Το διακύβευμα, τελικά, δεν είναι ποιος κερδίζει τις εκλογές. Είναι αν θα επιβιώσει η πεποίθηση ότι η ισχύς χωρίς ηθική αυτοκαταστρέφεται. Σε έναν κόσμο που “γλιστρά” προς την εξαίρεση, η υπεράσπιση του κανόνα δεν είναι αφέλεια· είναι πράξη πολιτικού ρεαλισμού υψηλής τάξης και αξίας.

banner-article

Ροη ειδήσεων