Γράμματα & Τέχνες

Ξαναδιαβάζοντας ένα παλιό βιβλίο με την ίδια συγκίνηση

Είναι τόσες πολλές οι εικόνες και τα ποικίλα ερεθίσματα που δεχόμαστε σήμερα στην εποχή της τεχνολογίας… Ο χρόνος είναι πολύ λίγος, για να ξαναγυρίσει κανείς πίσω διαβάζοντας πάλι ένα βιβλίο, που το διάβασε πριν από 40 περίπου χρόνια!

Στο εξώφυλλο το γυναικείο πορτρέτο, όπως βγήκε από τα χέρια του Γιώργου Σικελιώτη και το όνομα της συγγραφέως με γύρισαν πολύ παλιά. Άπλωσα το χέρι μου στο ράφι της βιβλιοθήκης μας.

Γιώτα Φωτιάδου- Μπαλαφούτη “Άσε το βιβλίο, το γάλα φέρε”, Εκδόσεις Καστανιώτη, α’ έκδοση 1983, β’ 1985…

Και θυμήθηκα. Θυμήθηκα εκείνα τα χρόνια, που η Ελλάδα μόλις είχε βγει από μια στυγνή και συνάμα γελοία στη συμπεριφορά της Δικτατορία και γύριζε σελίδα, πιστεύοντας πως επιτέλους “μπορούν να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση”, κατά την αγαπημένη έκφραση της εποχής, παρμένης από το ‘Άξιον Εστί” του Οδυσσέα Ελύτη.

Μπορεί να συνέβησαν πολλά από τότε μέχρι τώρα, η πρώτη, όμως, εκείνη περίοδος της Μεταπολίτευσης ήταν το πιο  φωτεινό και ελπιδοφόρο κομμάτι της πολιτικής μας ζωής.

Τότε γράφτηκε και το βιβλίο. Θυμάμαι πόσο είχε αρέσει, πόσο είχε συζητηθεί. Είχε μάλιστα βραβευτεί με το “Βραβείο Μενέλαου Λουντέμη”

Το πήρα στα χέρια μου και, ενώ δεν συνηθίζω λόγω έλλειψης χρόνου να ξαναδιαβάζω κάτι παλιό, έμεινα στις σελίδες του.

Μονόλογος μιας τυραννισμένης γυναίκας του Πόντου, που πέρασε όλες τις συμφορές που έπεσαν πάνω στο κεφάλι της φυλής της και αργότερα της Ελλάδας. Διωγμοί, καταστροφές προσφυγιά, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος, δεύτερη προσφυγιά στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Πόσα μπορεί να αντέξει το σώμα και η ψυχή… Και θυμάται τα περασμένα στο προσκεφάλι της βαριά άρρωστης αδελφής της, καθώς την ξενυχτά, και θυμάται και θυμάται…

Εδώ η συγγραφέας μπαίνει τόσο βαθιά στην ψυχή της ηρωίδας της, που γίνονται ένα. Με τη φωνή της μιλάει ο ρημαγμένος Πόντος. Μιλάει η νοσταλγία για τη χαμένη πατρίδα, η φτώχεια, ο αγώνας, το ήθος, η εργατικότητα, η προκοπή… Κι ύστερα, πάλι άθυρμα της μοίρας και των Μεγάλων που λυμαίνονται την ειρήνη του κόσμου, τόσοι κατατρεγμένοι προσπαθούν να ορθώσουν το ανάστημά τους μπαίνοντας στην Αντίσταση κι από κει οδηγούνται στον Εμφύλιο και τη δεύτερη ξενιτιά…

Έχουν γραφεί πολλά βιβλία με το ίδιο θέμα. Γιατί ξαναγυρίζω σ’ αυτό;

Δε με συγκίνησε τόσο αυτήν τη δεύτερη φορά της προσέγγισης ο μύθος, ήταν γνωστός. Ούτε το ύφος της Γιώτας Φωτιάδου – Μπαλαφούτη, που ρέει αβίαστα και συναρπαστικά, όπως ο προφορικός λόγος, με κάποιους μάλιστα ολοζώντανους διαλόγους στην Ποντιακή. Εκείνο που συγκινεί είναι ο σπαραγμός της μάνας για τον χαμένο χρόνο.

Η επαναπατρισμένη ή καλύτερα η “επαναπατρισθείσα” από το “Σιδηρούν Παραπέτασμα”, κατά την επίσημη γλώσσα των Αρχείων της Εποχής, δεν μετανιώνει για τους αγώνες της, παρόλο που οδήγησαν στην ήττα -” αν ρωτιούνταν πάλι όχι θα ξαναέλεγε”,  κατά τον Καβάφη – κλαίει για τον χαμένο χρόνο που την χωρίζει από τα παιδιά της, όταν επιστρέφει, αυτά τα ξένα πρόσωπα, τα άγνωστα, που τα νήματα ανάμεσά τους έχουν σπάσει και οι κόμποι που δένει σπάζουν κι αυτοί…

Γιατί ποιανών παιδιών μάνα είναι εκείνη που δεν τα μεγάλωσε, που δεν έκλαψαν στην αγκαλιά της που δεν μοιράστηκε τις χαρές και τις αγωνίες τους; Αυτή η οπτική της συγγραφέως, να μπαίνει τόσο βαθιά στον ψυχισμό αυτού που επιστρέφει και ο νόστος του να γίνεται τόσο βαθιά πληγή, είναι που συγκινεί…

Και μοιραία ξαναγυρίζει κανείς κλείνοντας το βιβλίο στην “Οδύσσεια” του Ομήρου, όταν ο Τηλέμαχος πέφτει στην αγκαλιά του πατέρα του του Οδυσσέα, που μόλις έχει επιστρέψει. Και δεν κλαίνε μόνο από χαρά κλαίνε για όσα χάσανε πατέρας και γιος, αυτά που τίποτα δεν μπορεί πίσω πια να τα φέρει…

Χύθηκε πάνω του οδυρόμενος, και βουρκωμένος τώρα τον αγκάλιασε.
Τότε τους συνεπήρε και τους δυο του θρήνου ο ίμερος·
σπαραχτικά θρηνούσαν, πιο δυνατά κι από πουλιά,
σαν αετοί, γύπες γαμψώνυχοι, που τα μικρά τους
κυνηγοί τούς άρπαξαν, προτού ξεπεταρίσουν·
τόσο πικρό και το δικό τους δάκρυ από τα βλέφαρά τους κύλησε.

Γιατί λέγονται όλα αυτά μετά από τόσον καιρό; Γιατί κάποια πράγματα  ρημάζονται από το χρόνο. Κάποια άλλα όμως αντέχουν, όπως αυτό το παλιό βιβλίο, που σε κοιτάζει από το ράφι της βιβλιοθήκης και σου μιλά για τον άνθρωπο και τα πάθη του.

“Σαν νά ‘χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κ’ οι καημοί του κόσμου…,  που λέει και ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

…………………..

(Οι πίνακες είναι του Γιώργου Σικελιώτη)

…………………………

*Οι «Παρενθέσεις» είναι μικρά κείμενα, μικρές πινελιές σε θέματα πολιτισμού ή ζωής, που φωτίζουν γωνιές από μεγαλύτερα θέματα,  λειτουργώντας σαν παρεν-θέσεις.