Γράμματα & Τέχνες

Ξανθή Χονδρού Χιλλ. Η Ναουσαία ποιήτρια με τις διεθνείς διακρίσεις μιλά  για την ξενιτιά, για την Ελλάδα, για το ταξίδι της ποίησης

………………

Ανακωχές

Στις ανακωχές
χρησιμοποιώ το χρόνο
για να πάω λουλούδια και δάκρυα
στο πεδίο της μάχης
να τ΄ακουμπήσω
στο σημείο εκείνο
όπου ποτίζει το αίμα
των αδελφών μου τη γη
όπου μαυρίζει το αίμα τους
για να κλείσουν οι πληγές
οι αιώνιες πληγές του πολέμου

(3η θέση στην χριστουγεννιάτικη έκδοση Διεθνούς Κινέζικου Ποιητικού Περιοδικού, 2021 )

……………

Συνέντευξη στη  Δήμητρα Σμυρνή

Ζει στην μικρή πόλη της Νάουσας κι όμως έχει πολλές και μεγάλες διακρίσεις σε διεθνείς ποιητικούς διαγωνισμούς, που ίσως αγνοεί και η ίδια η πόλη της

Πολύγλωσση, με χρόνια στη Γερμανία, όπου αναγκάστηκε να ζήσει στα παιδικά της χρόνια, γιατί εκεί γεννήθηκε, μιας και οι γονείς της ήταν οικονομικοί μετανάστες, διαγράφει μια πορεία ενδιαφέρουσα, σπουδάζοντας Γλωσσολογία, δουλεύοντας στον γερμανικό τύπο, και  αργότερα ως σύμβουλος Δημοσίων Σχέσεων στο Ελληνικό Προξενείο της Στουτγάρδης. Εκεί, στη Γερμανία, γνωρίζεται με ποιητές και μπαίνει στο κόσμο της ποίησης, γράφοντας τα πρώτα της ποιήματα.

Στη Φαρέτρα, με την οποία συνεργάζεται εδώ και έναν χρόνο, έχοντας την επιμέλεια της στήλης «Περί ποίησης», είχε την ιδέα να μας γνωρίσει με ποιητές του κόσμου, που σίγουρα χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσαμε να ξέρουμε.

Κίνα, Αίγυπτος, Ηνωμένες Πολιτείες, Ινδία, Κούβα, Βραζιλία, Νιγηρία και άλλες παρουσιάζουν στις σελίδες της τους ποιητές τους, μέσα από διεθνείς διαγωνισμούς, πάντα σε αποδόσεις δικές της στην ελληνική γλώσσα.

Στη Φαρέτρα μιλά σήμερα για τα πρώτα χρόνια της στην ξενιτιά, για το πάθος της μάθησης, που οι Γερμανοί καθηγητές της διέκριναν και σχεδόν επέβαλαν στους γονείς της να την αφήσουν να σπουδάσει, ενώ εκείνοι ήθελαν να την βάλουν αμέσως στη δουλειά.

Μιλά για τον καημό της ξενιτιάς, για τους δύο διαφορετικούς κόσμους, της Ελλάδας και της Γερμανίας, για τους ποιητές του Κόσμου, που είναι τόσο διαφορετικοί κι όμως μοιάζουν τόσο πολύ, μιλά για τη δική της αγάπη για την ποίηση.

……………………

Με τον αδελφό της Γιώργο

Είστε παιδί μεταναστών της Γερμανίας, που μοιράζεστε τα παιδικά και νεανικά σας χρόνια ανάμεσα στις δύο χώρες. Πόσο δύσκολο είναι αυτό για ένα παιδί και για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του;

Η ζωή ανάμεσα σε δύο χώρες είναι πάντοτε πολύ δύσκολη για τα παιδιά. Αφενός ζούμε και ζούσαμε πριν μεταναστεύσουμε σε μία χώρα που ήταν φιλόξενη και είχε πολλή ζεστασιά μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον. Ο χαρακτήρας των ανθρώπων ήταν ρομαντικός και αισιόδοξος ακόμη και μετά από πάρα πολλές τραγωδίες που είχε περάσει η Ελλάδα. Όταν αφήνεις μία  χώρα με τέτοια θαλπωρή, οποιαδήποτε άλλη χώρα μετριέται με αυτά τα μέτρα και σταθμά.

Η μεταπολεμική Γερμανία δεν είχε τίποτε από την Ελλάδα. Ήταν μία χώρα, που, ενώ είχε ανάγκη από τα ξένα χέρια, τους “φιλοξενούμενους εργαζομένους”, έτσι τους έλεγαν τότε, στην πραγματικότητα δεν τους ήθελε. Εγώ προσωπικά δεν είχα φίλες Γερμανίδες όσο ήμουν στο δημοτικό. Η παρέα και οι φίλοι μου ήταν Έλληνες από το σχολείο ή από το φιλικό περιβάλλον των γονιών μου. Δημιουργήσαμε την δική μας γειτονιά μέσα στους Γερμανούς και διατηρήσαμε έτσι την ταυτότητα μας. Παρόλα αυτά η μοναξιά ήταν ο μεγαλύτερος σύντροφός μας,  κάτι που δεν βοηθάει καθόλου στην κοινωνικοποίηση των μεταναστών.

Μέσα σε στίχους μου έδωσα πολύ αργότερα τον καημό του μετανάστη, που τον έζησα πολύ έντονα, στο «Απουσιολόγιο μετανάστη» έτσι:

Με την αγαπημένη της γιαγιά Αννούδα Τσίτση

VII

Τι θα κάνουμε;

Ποιος θα ανοιχτεί σε μας;

Θωρακισμένες καρδιές…

 

VIII

Πώς θα ζήσουμε;

πεινασμένοι μέσα στους

πλούσιους δαύτους;

 

IV

Απουσιάζω…

από όλους και όλα!

Το ξέρεις πατρίδα μου;

Η ζωή κοντά στη γιαγιά, στη Νάουσα,  στην οποία ξαναγυρίζετε μετά τη γέννησή σας, ποια θετικά και ποια αρνητικά έχει εκείνα τα πρώτα παιδικά χρόνια, μέχρι να ξαναγυρίσετε στη Γερμανία και να πάτε εκεί στο σχολείο

Το θετικότερο ήταν ήταν η αμέριστη αγάπη που πήρα από τη γιαγιά μου και όλους τους συγγενείς που βρισκόταν μέσα στο σπιτικό της. Η γιαγιά μου, χήρα από τα 35 της, με το μαύρο μακρύ ναουσέικο φουστάνι της  -έτσι τη θυμάμαι πάντα – ήταν η πιο όμορφη ανάμνηση των παιδικών μου χρόνων. Τα αδέλφια της μαμάς μου με μεγάλωναν σαν δικό τους παιδί. Δεν υπήρχε καλύτερο περιβάλλον για ένα μικρό παιδί!
Η γειτονιά στα Μπατάνια, μέσα στο στενό, ήταν ένας μικρός παράδεισος δίπλα στο ποτάμι… Από την κουζίνα της γιαγιάς φαινόταν η γέφυρα  και πιο πίσω το βουνό. Δίπλα στο σπίτι είχε μία αλάνα με χόρτο. Εκεί κατεβαίναμε να κάνουμε πικ νικ, ή παίζαμε τα απογεύματα με όλα τα παιδιά. Τα βράδια μαζεύονταν όλοι γύρω από το τζάκι και έλεγαν ιστορίες. Δεν θυμάμαι ούτε ένα πράγμα που να ήταν δυσάρεστο.

Με τον θείο της Ζήση Τσίτση και τον αδελφό της Τάκη

Γερμανικό σχολείο στη Στουτγάρδη μέχρι τα δεκαπέντε και στη συνέχεια σε ελληνικό λύκειο, που ιδρύεται στην πόλη μόλις τότε. Ποιες διαφορές παρουσιάζει το γερμανικό από το ελληνικό σχολείο σε υποδομές και διδακτική πράξη;

Τα γερμανικά σχολεία ήταν εδραιωμένα καλά, με γερά κτήρια από πέτρα, με θεμέλια και ψηλοτάβανα, με τεράστια παράθυρα για να μπαίνει το λιγοστό φως. Γυμναστήρια με αποδυτήρια και ντουζ, χημείο, χώρος μουσικής με πιάνο και άλλα μουσικά όργανα, εργαστήρια για χειροτεχνίες ξεχωριστά για αγόρια και κορίτσια, αλλά και για μαγειρική. Κάποια είχαν ακόμη και δικό τους κολυμβητήριο.

Κάθε σχολείο είχε τον επιστάτη του, ο οποίος ήταν και ο φύλακας του σχολείου, αλλά είχε κάτω από την ευθύνη του και το κυλικείο του σχολείου. Τη διδασκαλία  τη χαρακτήριζε η ευγένεια. Οι δάσκαλοι προσπαθούσαν να δώσουν να καταλάβει το κάθε παιδί το μάθημα. Για τα ξένα παιδιά κάποια στιγμή μάλιστα είχαν δημιουργήσει την τάξη ένταξης, στην οποία εγώ δεν ήθελα να πάω… Όμως με έπεισαν οι άλλες κοπέλες και τελικά εκεί ήμασταν μόνο ξένοι και περάσαμε πολύ όμορφα! Η δασκάλα μας ήταν επίσης από την Ισπανία και διάνθιζε το μάθημα και με χιούμορ.

Σε σχέση με όλα αυτά το ελληνικό σχολείο, στο οποίο πήγα αργότερα, βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση!  Φιλοξενηθήκαμε στην αρχή σε ένα πολύ παλιό κτήριο, δίχως θέρμανση. Η πετρελαίου που είχαμε εμείς στην τάξη μας κάπνιζε, τα παράθυρα έμπαζαν και δεν υπήρχαν τουαλέτες, γυμναστήρια, χημείο, κλπ… Οι καθηγητές ήταν οι περισσότεροι καλοί, αλλά κάποιοι δεν ήταν φτιαγμένοι για το επάγγελμα αυτό, όπως, βέβαια, συχνά συμβαίνει και στην Ελλάδα.

Η μητέρα της, Κατερίνα Τσίτση, με τη θεία της σε εργοστάσιο σοκολάτας στη Στουτγάρδη

Οι γονείς σας είχαν καταλάβει το πάθος σας για μάθηση; Σας συμπαραστάθηκαν ή η σκληρή δουλειά του μετανάστη στάθηκε γι’ αυτούς τροχοπέδη;

Οι γονείς μου είχαν σκοπό να με βάλουν στη φάμπρικα, όταν τελειώσω το γερμανικό γυμνάσιο. Όχι μόνο δεν είχαν καταλάβει ότι με ενδιέφερε η μάθηση, αλλά έλεγαν ότι ονειρεύομαι, ότι χαζεύω. Ούτε είχαν καταλάβει πόσο μου έλειπε η γιαγιά μου, η γειτονιά μου και το βουνό. Οι καθηγητές μου όμως από το γερμανικό σχολείο είχαν καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και πότε ο ένας, πότε ο άλλος μου κάνανε κουβέντα.

Έτσι διαπίστωσαν ότι είχα πέσει σε κατάθλιψη γύρω στα 13 μου χρόνια. Δεν άφησαν ποτέ ευκαιρία να βρεθούν δίπλα μου και να με βοηθήσουν. Οι βαθμοί μου βελτιώνονταν όλο και περισσότερο, ώσπου έφτασα στην 9η τάξη με αποτέλεσμα να είμαι η καλύτερη μαθήτρια του σχολείου. Οι Γερμανοί καθηγητές πήραν απόφαση μαζικά και επέβαλαν για πρώτη φορά στην ιστορία του σχολείου βέτο στην απόφαση των γονιών μου. Ένα πρωί πήγε ο Διευθυντής του σχολείου μαζί με άλλους καθηγητές στο σπίτι μου και ανακοίνωσαν στην μητέρα μου την απόφασή τους. Αυτή η απόφαση  καθόρισε την πορεία μου από εκεί και πέρα, για να πάω στην επόμενη βαθμίδα του γερμανικού σχολικού συστήματος.

Ο πατέρας της Γιάννης Χονδρός εργάζεται σε αμπελώνες και σε φάμπρικα της Στουτγάρδης

 

Πότε και πώς νιώθετε για πρώτη φορά ότι σας ενδιαφέρει η γραφή και ειδικά η ποίηση; Πώς μπήκατε μέσα στην ατμόσφαιρα της ποίησης;

Η γραφή και η ποίηση ήταν πάντα πολύ κοντά μου, γιατί η γιαγιά μου κάθε πρωί διάβαζε ένα ποίημα από το ημερολόγιο. Αυτό είχε γίνει συνήθεια στο σπίτι μας. Διαβάζαμε πολύ, γιατί πηγαίναμε κάποια στιγμή και στα δύο σχολεία! Δεν είχα το χρόνο να καθίσω να σκεφτώ να γράψω, ώσπου τελειώνοντας το Ελληνικό Δημοτικό, πήγα στο Γερμανικό και έπεσα σε κατάθλιψη. Τότε μία από τις καθηγήτριες μου, μου πρότεινε, όταν δεν έχω κάποιον να μιλήσω,  να γράφω τι μου συμβαίνει, τι νιώθω, πώς θα ήθελα εγώ να λυθεί το πρόβλημα. Έτσι άρχισα γύρω στα 13 να γράφω ημερολόγιο στα Αγγλικά.

Όταν μπήκα στο Ελληνικό Λύκειο δυσκόλεψαν τα πράγματα ακόμη περισσότερο, γιατί υπήρχαν προστριβές με τους γονείς μου συνεχώς. Αφενός γιατί δεν μπορούσαν να με βοηθήσουν στα μαθήματα και αφετέρου γιατί ο μπαμπάς μου κυρίως θύμωνε που είχα το φως αναμμένο για να διαβάσω το βράδυ κι αυτός δεν μπορούσε να κοιμηθεί.» Ο επιστήμονας, έλεγε, μελετάει ακόμα!». Αυτό εμένα με πείραζε πολύ. Όταν μεταφέρθηκε η τάξη μας στο Ελληνικό Σπίτι, γιατί δεν υπήρχε αλλού χώρος να μας φιλοξενήσει, μιλούσα συχνά με τον κοινωνικό λειτουργό που εργαζόταν εκεί.

Μετά από κάποια συζήτηση μου έδωσε το βιβλίο του Γιοχάνες Ποέτεν, που ήταν φιλέλληνας και πολύ γνωστός ποιητής στη Στουτγάρδη και με προέτρεψε να γράψω κι εγώ ποίηση… Και όντως μέσα σε μικρό σχετικά διάστημα άρχισα να γράφω. Έδειξα τα πρώτα μου έργα στον κοινωνικό λειτουργό και αυτός από την δική του μεριά τα έδωσε στον ποιητή, ο οποίος και με κάλεσε στην ομάδα του ΣΠΙΤΙΟΥ των ΠΟΙΗΤΩΝ της Στουτγάρδης. Οι γονείς μου βέβαια δεν το επέτρεψαν, αλλά η αγάπη για την γραφή είχε γεννηθεί και όλοι οι φιλόλογοι από εκεί και έπειτα την ενδυνάμωσαν όσο μπορούσαν.

Πατρίδα με δόσεις

Η ευκαιρία της ζωής
Δόσεις: Χρόνιες
Διάρκεια: Ισόβια
Τιμή: Αξεπλήρωτη νοσταλγία
.

(Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1993 στο Αλμανάκ »Σπίτι των Συγγραφέων» στη Στουτγάρδη.)

Πάντως εκείνη η αφόρητη νοσταλγία για την πατρίδα έγινε ποίηση, που ξεκίνησε τότε, πολύ νωρίς, και με παιδεύει ακόμα…

Αστραπή εν αιθρία

Ανοίγω τις αναμνήσεις
με βρίσκει εκείνο το σύννεφο
που ήταν πάντοτε πάνω από την πόλη που ζούσα
να μου θυμίσει πως έψαχνα
τα χέρια που με σήκωναν ψηλά,
τις αγκαλιές που ήταν μακριά

Κι εγώ χτύπαγα κάθε πρωί το κεφάλι
στην παράλληλη ζωή
στις γωνίες της χάρτινης ψεύτικης σοφίτας
που έσταζε μέσα δυστυχία,
όταν έβρεχε

Κι ακόμα ψάχνω να βρω τις μεγάλες παρέες
δίπλα στις καλύβες, δίπλα στα ρέματα
με τα στρωμένα τραπεζομάντηλα στη χλόη
και τα αληθινά βλέμματα ανθρώπων που έφυγαν
πολύ νωρίς…

(Μάιος του 2022)

Ποια ήταν η θέση των Γερμανών, αφού τους ζήσατε τόσο πολύ, απέναντι στην ελληνική κουλτούρα;

Οι μορφωμένοι Γερμανοί είναι Φιλέλληνες! Αγαπάνε τόσο την Ελλάδα, όσο κι εμείς. Υπάρχουν κάποιοι που έρχονται κάθε χρόνο το καλοκαίρι να περάσουν τις διακοπές τους εδώ, ξέρουν πολύ καλά Ελληνικά και έχουν και σπίτια εδώ! Στην Ελλάδα ζούνε σήμερα περίπου 100.000 Γερμανοί μόνιμα! Η μερίδα των ανθρώπων που είναι αμόρφωτοι έχει πάντα την ξενοφοβία μέσα της. Αυτό δεν ισχύει μόνο για την Γερμανία, αλλά φυσικά και για την Ελλάδα.

Στους Γερμανούς είναι γνωστό ότι ο Ελληνικός Πολιτισμός είναι η κήτη του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. Τα Γράμματα, οι Τέχνες, οι Επιστήμες, το Δημοκρατικό Πολίτευμα, το Νομικό Σύστημα σχεδόν όλων των χωρών της Ευρώπης βασίζονται στο Δημοκρατικό Πολίτευμα της Αρχαίας Ελλάδας. Τότε διδάσκονταν στο γυμνάσιο τα επιτεύγματα των Αρχαίων Ελλήνων. Οι καθηγητές του πανεπιστημίου μου αγαπούσαν τους Έλληνες φοιτητές

Κερδίζετε μετά από σπουδές Γερμανικής Φιλολογίας και Γλωσσολογίας και μια σημαντική θέση στην Stuttgarter Zeitung, ως δημοσιογράφος στον τομέα του πολιτισμού. Πόσο πολύτιμη στάθηκε η εμπειρία αυτή;

Ήταν πολύ σπουδαία εμπειρία, γιατί έκανα ανταποκρίσεις για τον πολυπολιτισμικό τομέα. Εκεί διαπίστωσα όμως ότι οι διάφοροι πολιτισμοί, οι διάφοροι λαοί δεν θέλουν ουσιαστικά να μπλέκονται ο ένας με τον άλλον. Ίσως να υπήρχαν φιλίες μεταξύ Ιταλών, Ισπανών και Ελλήνων, αλλά δεν υπήρχαν μεταξύ Τούρκων και Ισπανών… Ούτε υπήρχαν φιλίες μεταξύ Άγγλων και Γάλλων.

Όσο όμορφη και να είναι η ιδέα της πολυπολιτισμικής ταυτότητας, δυστυχώς δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Η αρμονική συμβίωση δεν σημαίνει τίποτε άλλο από το η κάθε εθνικότητα να ζει με τις δικές της παραδόσεις σε μία γωνιά της Γερμανίας, τηρώντας τους νόμους, σεβόμενη το κράτος που ζει. Οι Τούρκοι βέβαια ξεχωρίζουν ακόμη και σε αυτόν τον τομέα, διότι π.χ. στο Βερολίνο έχουν δημιουργήσει μία συνοικία, όπου ζούνε μόνο αυτοί.
Η λεγόμενη ένταξη στην κοινωνία της Γερμανίας δεν γίνεται μέσα σε τρεις γενιές, γιατί οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί που ζούνε στη Γερμανία είναι πλέον τόσο κοντά, που να επιτρέπεται  η μετακίνηση και η επαφή με την πατρίδα τους.

Η Στουτγάρδη το 1990

Με σπουδές και στις Δημόσιες και Διεθνείς Σχέσεις εργάζεστε ως σύμβουλος Δημοσίων Σχέσεων στο Ελληνικό Προξενείο της Στουτγάρδης. Τι προσφέρατε από τη θέση εκείνη  στην Ιδέα του Ελληνισμού;

 Όταν ξεκίνησα, ήμουν ακόμα φοιτήτρια στις μεταπτυχιακές σπουδές μου στη Διοίκηση Δημοσίων και Διεθνών Σχέσεων και πρότεινα κάποιες ιδέες για την μεταπτυχιακή μου διατριβή. Οι ιδέες αυτές έγιναν δεκτές από την ομάδα μου και παρουσιάστηκαν επίσημα στην Πολωνογερμανική Επιτροπή για τη Βελτίωση των Σχέσεων με τον τίτλο: «Η Ανατολή συναντά τη Δύση». Μεταξύ της αλυσίδας εκδηλώσεων που πρότεινα τότε ήταν ένα ταξίδι με πλοίο στον Δούναβη από δύο ποιητές ή συγγραφείς που κατέγραφαν τις σκέψεις τους. Αυτή ήταν η πρώτη ιδέα που υλοποιήθηκε μέσα από όλες τις προτάσεις από την Πολωνογερμανική Επιτροπή, η οποία σημείωσε τεράστια επιτυχία και αποτέλεσε τη βάση για την περαιτέρω πολιτική και οικονομική ανταλλαγή.

Έχοντας αυτήν την επιτυχία πρότεινα κατά τη διάρκεια της πρακτικής μου στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στη Στουτγάρδη στον Γενικό Πρόξενο Δρ Μερκούριο Καραφωτιά να οργανώσουμε στη Στουτγάρδη πλήθος εκδηλώσεων για να βελτιώσουμε τη φήμη της χώρας μας, η οποία συνεχώς επικρίνεται από την τελειομανή Γερμανία. Ο πρόξενος, βλέποντας την επιτυχία που είχαμε με την Πολωνία, μου ζήτησε να σκεφτώ κάτι που θα ήταν εφικτό.

Όταν πήγα να κάνω την πρακτική μου στο Προξενείο, σκέφτηκα ότι πρέπει να επηρεαστούν  όλα τα στρώματα της γερμανικής κοινωνίας. Κι έτσι δημιούργησα μία πυραμίδα εκδηλώσεων που ξεκινούσαν από φιλικό ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ  του ΠΑΟΚ Θεσσαλονίκης και της VFB Stuttgart. Ανταλλαγές με σχολεία, μουσικές εκδηλώσεις με άγνωστους στους Γερμανούς Έλληνες μουσικούς, ομιλίες με σημαντικούς καθηγητές πανεπιστήμιου και το κερασάκι στην τούρτα: την διακομματική κοινοβουλευτική ανταλλαγή! Αυτό το έκανα την πρώτη ημέρα της πρακτικής μου. Όταν ήρθε ο Γενικός Πρόξενος μέσα στο γραφείο μου και το είδε , ενθουσιάστηκε! Ήταν η πρώτη φορά μετά από 50 χρόνια που το Προξενείο της Στουτγάρδης διοργάνωσε τέτοιου είδους εκδηλώσεις. Έκτοτε υπάρχει πάλι σιωπή…

Οι «Ημέρες Ελληνικού Πολιτισμού» βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση τόσο στους Έλληνες που συμμετείχαν πολύ ενεργά σε όλες, όσο και στους Γερμανούς, ώστε ο πρόεδρος της Γερμανικής Βουλής της Βάδης Βυρτερμβέργης τότε είχε πει χαρακτηριστικά: “Όποιος είναι Ευρωπαίος είναι και Έλληνας!” Γιατί η Ελλάδα είναι η κοιτίδα του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.

Επιστρέφοντας μετά το γάμο σας και την πρώτη σας γέννα στη Νάουσα,  για λόγους υγείας , ζείτε μια άλλη πραγματικότητα. Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα εδώ; Συνεχίζετε να έχετε δραστηριότητες ανάλογες με της Γερμανίας;

Η επιστροφή στην Νάουσα έγινε από ανάγκη. Από την ανάγκη για λίγες κινήσεις, καθότι υπήρξε τραυματισμός στη γέννα που δεν είχε διαγνωστεί σωστά τότε και συνεπώς δημιούργησε μεγάλο κινητικό πρόβλημα. Η ζωή μου δεν επέστρεψε ποτέ ξανά στα ίδια. Ναι, η ζωή εδώ είναι πολύ διαφορετική και στην αρχή είχα πάρα πολλά προβλήματα προσαρμογής. Τίποτε δεν είναι ίδιο. Δεν είχα για πολλά χρόνια καμία δραστηριότητα. Αλλά τα τελευταία χρόνια και δραστηριότητα έχω αναπτύξει και με έχει γνωρίσει πολύς κόσμος μέσα από το διαδίκτυο.

Η γνώση των πολλών γλωσσών που μιλάτε σάς στρέφει στη μελέτη ξένων ποιητών από το πρωτότυπο. Πόσο γοητευτικό είναι αυτό;

Όχι μόνο γοητευτικό, είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί η κάθε γλώσσα έχει τη δική της δομή, τη δική της μουσική, τους δικούς της ρυθμούς και προπάντων τις δικές της ιδιομορφίες… Το κυριότερο είναι ότι δουλεύω κάθε ποίημά μου σε τρεις γλώσσες ταυτόχρονα. Όταν γίνεται αυτό, φαίνεται η κάθε αδυναμία στο ποίημα και έτσι ακολουθεί επεξεργασία του και οι αδυναμίες εξαλείφονται άμεσα.

Πότε αρχίζετε να συμμετέχετε σε διεθνείς ποιητικούς διαγωνισμούς και όχι μόνο να συμμετέχετε, αλλά και να διακρίνεστε σε αξιόλογες θέσεις;

Ξεκινώ να παίρνω μέρος πριν από δύο χρόνια σε ποιητικούς διαγωνισμούς διεθνούς επιπέδου. Δεν είχα λάβει μέρος ποτέ πριν. Κι εκεί ξαφνικά βρέθηκα στους πρώτους 20 με το ποίημα που συνδέει την Νάουσα με την… Κίνα, με αφετηρία το γνωστό ποίημα του Χικμέτ «Αν η μισή μου καρδιά…». Από εκεί και μετά είχα προσκλήσεις να συμμετέχω και σε άλλους. Κι έτσι , καθώς έφερε το ένα το άλλο, βρέθηκα ξαφνικά με πάρα πολλά διεθνή βραβεία χωρίς να το καταλάβω!

Αν η μισή μου καρδιά …βρίσκεται εδώ πέρα…».

(Τσιτάτο από Νazim Hikmet και Wolf Birman)

Από τη Νάουσα στο Yan’an
μόνο ένα κλικ μακριά
«Αν η μισή μου καρδιά βρίσκεται… εδώ πέρα
η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται»
τραγούδησε η Μαρία.

Τώρα ξέρω γιατί ήθελε να είναι εκεί…

Για να δει την Παγόδα στο Qing Liang Shan,
να περπατήσει κατά μήκος του Κίτρινου ποταμού.
στα χνάρια των θρύλων
στα χνάρια των επαναστάσεων
και τις ιστορίες των φτωχών
να δεί τον καταρράκτη Χούκου.
τα ουράνια τόξα που αναδύονται
για τους απλούς ανθρώπους
την Ανταλλαγή του Δράκου
στο δρόμο προς ένα θαύμα
να φυτρώσει από τη σκόνη το δάσος ξανά…
από άγονο να γίνει παράδεισος.

Αν η μισή μου καρδιά βρίσκεται εδώ πέρα…
στην ηρωική πόλη της Νάουσας
η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται.
στο Yan’an μαζεύω κόκκινα γλυκά μήλα
από φρέσκα φυτεμένα δέντρα
στις πλαγιές των βουνών
με καθαρό αέρα και καθαρό νερό
γυρίζοντας το χρόνο πίσω
γράφοντας το μέλλον ελπιδοφόρο.

Αν η μισή μου καρδιά βρίσκεται εδώ πέρα…
η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται!

Αυτή η συμμετοχή, πέρα από το ότι σας ταξιδεύει σε χώρους ποιητικούς του Κόσμου, σας γνωρίζει και με ποιητές; Επικοινωνείτε μαζί τους;

Ναι, η επικοινωνία είναι  ένα από τα βασικά στοιχεία της ποίησης. Λες και δημιουργούνται άμεσα συνδέσεις με ανθρώπους που δεν τους έχω ξαναδεί, αλλά νιώθω οικεία μαζί τους μέσα σε λίγα λεπτά.

Ενώ έχετε πάρα πολλές βραβεύσεις παγκόσμια – πάντα στην αγγλική γλώσσα – δεν έχετε εκδώσει καμιά ποιητική συλλογή στην ελληνική. Πως εξηγείται κάτι τέτοιο;

Η έκδοση στην Ελλάδα σημαίνει αυτοέκδοση, άσχετα με το ποιος εκδοτικός οίκος εκδίδει το βιβλίο. Κανένας εκδότης σήμερα δεν θέλει να πάρει το ρίσκο για την έκδοση ποιητικής συλλογής. Κι έτσι βάζουν τον ποιητή να χρηματοδοτήσει την έκδοση του βιβλίου του. Όταν πάει καλά με τις πωλήσεις, ο εκδότης κάνει – και δίχως την συγκατάθεση του ποιητή –  και δεύτερη και τρίτη έκδοση και φυσικά βγάζει κέρδος. Αυτό το κόστος δεν έχω τη δύναμη να  το πληρώσω. Έτσι βρίσκομαι σε όποιες ανθολογίες μού προτείνουν να συμμετέχω, όταν κι εκεί το κόστος δεν ξεπερνά κάποια λογικά όρια!

 

3η θέση σε διαγωνισμό διεθνούς περιοδικού της Κίνας

Έχετε σπουδάσει Γλωσσολογία και ξέρετε, όπως είπαμε, γλώσσες. Τι θα λέγατε για την ελληνική γλώσσα ως εργαλείο σκέψεων και συναισθημάτων σε σχέση με άλλες γλώσσες;

Η Ελληνική γλώσσα έχει ούτως ή άλλως επηρεάσει όλη την ορολογία της ψυχολογίας, και της επιστήμης. Η Ελληνική διαθέτει ένα μεγαλύτερο λεξιλόγιο, καθότι βρίσκεται σε τούτη τη γη για πολύ περισσότερα χρόνια από άλλες πιο νέες ευρωπαϊκές γλώσσες. Η Ελληνική για παράδειγμα έχει γραπτά μνημεία από τον 7ο αιώνα προ Χριστού, ενώ από την Γερμανία έχουμε τα πρώτα γραπτά μνημεία στον 12ο περίπου αιώνα μετά Χριστόν. Οι παλιότερες λέξεις είναι πάντα τα βοηθητικά ρήματα, που παραμένουν ανώμαλα, και αυτό σε όλες τις γλώσσες που μιλάω.

και το χρυσό βραβείο που πήρατε σε Παγκόσμιο Ποιητικό Διαγωνισμό στην Κίνα το 2021

 

Οι εκπρόσωποι συγγραφέων και ποιητών από όλη την Κίνα που παραβρέθηκαν στην τελετή απονομής των βραβείων

 

Αν η μισή μου καρδιά …βρίσκεται εδώ πέρα…».

(Τσιτάτο από Νazim Hikmet και Wolf Birman)

Από τη Νάουσα στο Yan’an
μόνο ένα κλικ μακριά
«Αν η μισή μου καρδιά βρίσκεται… εδώ πέρα
η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται»
τραγούδησε η Μαρία.

Τώρα ξέρω γιατί ήθελε να είναι εκεί…

Για να δει την Παγόδα στο Qing Liang Shan,
να περπατήσει κατά μήκος του Κίτρινου ποταμού.
στα χνάρια των θρύλων
στα χνάρια των επαναστάσεων
και τις ιστορίες των φτωχών
να δεί τον καταρράκτη Χούκου.
τα ουράνια τόξα που αναδύονται
για τους απλούς ανθρώπους
την Ανταλλαγή του Δράκου
στο δρόμο προς ένα θαύμα
να φυτρώσει από τη σκόνη το δάσος ξανά…
από άγονο να γίνει παράδεισος.

Αν η μισή μου καρδιά βρίσκεται εδώ πέρα…
στην ηρωική πόλη της Νάουσας
η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται.
στο Yan’an μαζεύω κόκκινα γλυκά μήλα
από φρέσκα φυτεμένα δέντρα
στις πλαγιές των βουνών
με καθαρό αέρα και καθαρό νερό
γυρίζοντας το χρόνο πίσω
γράφοντας το μέλλον ελπιδοφόρο.

Αν η μισή μου καρδιά βρίσκεται εδώ πέρα…
η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται!

Και κλείνοντας, επειδή είστε ποιήτρια, πώς θα ορίζατε την ίδια την Ποίηση; Θέλετε να το κάνετε με λόγο πεζό ή με ποιητικό, με στίχους;

Νομίζω πως μίλησα για τον ποιητή και την ποίηση με το ποίημα «Η κατοικία του ποιητή». Ίσως είναι αρκετό:

Η κατοικία του ποιητή

Μέσα στα ποιήματα ζουν οι ποιητές.
Εκεί γεννιούνται, εκεί μεγαλώνουν.
Από τις λέξεις τρέφονται
στα κενά ανασαίνουν
στα σημεία στίξης αναπαύονται
και όταν φεύγουν
ζουν στην άκρη κάθε μολυβιού
στο λευκό κάθε σελίδας
και στις άπειρες δυνατότητες
κάθε γλώσσας του κόσμου.

 

Πρώτο, χρυσό βραβείο ποίησης, από το Εκουαδόρ

………………

Φωτογραφίες: Αρχείο Ξανθής Χονδρού Χιλλ

 Ξανθή Χονδρού Χιλλ – Βιογραφικό

………………………

She lives in the small town of Naoussa and yet she has many great distinctions in international poetry competitions, which perhaps the city itself is unaware of.

Multilingual, with years in Germany, where she was forced to live in her childhood, because she was born there, as her parents were economic immigrants, she has had an interesting career, studying Linguistics, working in the German press, and later as a Public Relations consultant at the Greek Consulate in Stuttgart. There, in Germany, she met poets and entered the world of poetry, writing her first poems.

In Faretra, with which she has been working for a year now, editing the column «On Poetry», she had the idea of introducing us to poets of the world, which we certainly would not know without her.

China, Egypt, Egypt, the United States, India, Cuba, Cuba, Brazil, Nigeria and others present their poets in its pages, through international competitions, always in her own renditions in Greek.

To Faretra today she talks about her early years in foreign lands, about her passion for learning, which her German teachers discerned and almost forced her parents to let her study, while they wanted to put her to work immediately.

She talks about the longing of being abroad, about the two different worlds of Greece and Germany, about the poets of the World, who are so different and yet so much alike, she talks about her own love of poetry.

 

 

 

You are the child of German immigrants, sharing your childhood and youth between the two countries. How difficult is this for a child and for the formation of his or her character?

 

Life between two countries is always very difficult for children. On the one hand, we live and lived before we emigrated in a country that was welcoming and had a lot of warmth within the family environment. The character of the people was romantic and optimistic even after so many tragedies that Greece had gone through. When you leave a country with such warmth, any other country is measured by these standards.

 

Post-war Germany had nothing on Greece. It was a country that, while it needed foreign hands, the «guest workers,» as they were called then, but the people in Germany actually didn’t want them. I personally had no German girlfriends while I was in primary school. My company and friends were Greeks from school or from my parents’ friendly environment. We created our own neighborhood among the Germans and thus maintained our identity. However, loneliness was our biggest companion, which does not help at all in the socialization of immigrants.

 

In verses I gave much later the sorrow of the immigrant, which I experienced very intensely in my «Immigrant’s Absence Report» in this way:

 

VII

 

What shall we do?

 

Who will open up to us?

 

Armored hearts…

 

 

 

VIII

 

How shall we live?

 

Hungry among

 

those rich beasts?

 

 

 

IV

 

I am absent…

 

from everyone and everything!

 

Do you know that, my homeland?

 

 

Life with your grandmother, in Naoussa, with which you get to live after your birth, what are the positives and negatives of those early childhood years, until you return to Germany and go to school there?

 

The positive thing was the unconditional love I received from my grandmother and all the relatives that were in her household. My grandmother, a widow since she was 35, with her long black Nausea dress – that’s how I always remember her – was the most beautiful memory of my childhood. My mom’s brothers and sisters raised me as their own child. There was no better environment for a young child!

The neighborhood near the bridge by the river, the alley, was a little paradise… From Grandma’s kitchen you could see the bridge and further back the mountain. Next to the house was a meadow with grass. We’d go down there to have picnics or play in the afternoons with all the kids. In the evenings they would all gather around the fireplace and tell stories. I don’t remember a single thing that was unpleasant.

 

PHOTO Uncle Zisis Tsitsis and brother Dimitris

 

German school in Stuttgart until the age of fifteen and then to a Greek high school, which was founded in the city just then. What are the differences between the German school and the Greek school in terms of infrastructure and teaching practice?

 

The German Schools were well established, with sturdy stone buildings, with foundations and high ceilings, with huge windows to let in the scarce light. Gymnasiums with changing rooms and showers, a chemistry room, a music room with a piano and other musical instruments, workshops for crafts separately for boys and girls, and for cooking. Some even had their own swimming pool.

 

Each school had its own superintendent, who was also taking care about everything around the school, but also had the school canteen under his responsibility. Teaching was characterized by courtesy. The teachers tried to make each child understand the lesson. For the foreign children at one point they even created the integration class, which I did not want to go to… But the other girls convinced me and finally there were only foreigners there and we had a great time! Our teacher was also from Spain and she taught the class with a sense of humour.

 

Compared to all this, the Greek school, where I went later, was a long way away!  We were hosted at the beginning in a very old building, without heating. The stove, with oil burner we had in our classroom, smoked, the windows were broken and there were no toilets, gyms, chemistry room, etc… Most of the teachers were good, but some were not cut out for the profession, as, of course, is often the case in Greece, as they chose this just as a sorce of income and not out of passion.

 

 

Did your parents understand your passion for learning? Were they supportive or was the hard work of being an immigrant an obstacle for them?

 

My parents intended to send me to work in the factory when I finished German high school. Not only did they not understand that I was interested in learning, but they said I was a dreamer, but they also had no clue that I was depressed. Nor did they understand how much I missed my grandmother, my neighborhood, and the mountains. But my teachers from the German school saw that something was wrong, and every now and then one of them would spend a lot of time to come and talk to me.

 

So they found out that I had fallen into depression around the age of 13. They never left a chance to be there for me and help me. My grades improved more and more until I reached the 9th grade and as a result I was the best student in the school. The German teachers took it a step further and made the decision for the first time in the school’s history to go against my parents’ opinion. One morning the headmaster of the school went with other teachers to my house and announced their veto to my mother. This decision determined my path from then on, to go to the next level of the German school system.

 

When and how did you first feel interested in writing, especially poetry? How did you get into the atmosphere of poetry?

 

Writing and poetry have always been very close to me, because my grandmother used to read a poem from her diary every morning. This had become a habit in our house. We read a lot, because we went to both schools (Greek and German) at one time or another! I didn’t have the time to sit down and think about writing, until I finished Greek Primary School, went to German and became depressed. Then, one of my teachers suggested that when I don’t have someone to talk to, I should write down what is happening to me, what I feel, how I would like the problem to be solved. So I started writing a journal in English around the age of 13.

 

When I entered Greek High School it made things even more difficult because there was friction with my parents all the time. On the one hand because they couldn’t help me with my homework and on the other hand because my dad was mostly angry that I had the light on to read at night and he couldn’t sleep.» The scientist, he complained loudly, is still studying!» That really annoyed me. When our class was moved to the Greek House, because there was no other place to accommodate us, I often talked to the social worker who worked there.

 

After some conversation he gave me the book by Johannes Poeten, who was a philhellene and a very well-known poet in Stuttgart, and urged me to write poetry too… And indeed within a relatively short time I started to write. I showed my first works to the social worker and he was so impresed that he gave them to the poet, who invited me to join the group of the Stuttgarter HOUSE of Writers. My parents, of course, did not allow it, but the love of writing was born, and all the philologists from then on strengthened it as much as they could.

 

 

 

 

 

 

Homeland with installments

 

The opportunity of a lifetime

installment payments: annually

Duration: For lifetime

Price: The immesurable longing

 

(First published in 1993 in the Allmanach “Stuttgart Schriftellerhaus” House of Writers in Stuttgart.)

 

However, that unbearable nostalgia for the homeland became poetry that began then, very early on, and it still nurtures my pen…

 

 

Lightning out of the blue

(For my mother)

 

I open the memories

That cloud finds me

that was always over the city

where I used to live,

to remind me that I was looking for

the hands that lifted me up,

the hugs that were far away,

 

and I would knock my head every morning

on the parallel life

in the corners of the paper mache attic

which was dripping misery

when it rained

 

And I’m still looking in this foreign country

for the great companionship,

by the huts, by the streams

to lay tablecloths in the grass

and find the true glances of people who have left

much to early…

 

(May 2022 first publication in Faretra)

 

 

 

 

After having lived with them for such a long time, what can you tell us about the Germans opinion towards the Greek culture?

 

The educated Germans are Philhellenes! They love Greece as much as we do. There are some who come every year in the summer to spend their holidays here, they know Greek very well and they have houses here! There are about 100 000 Germans living in Greece permanently today! The portion of people who are uneducated always have xenophobia in them. This is not only true for Germany, but of course also for Greece.

 

It is known to the Germans that Greek Culture is the cradle of European Culture. The Letters, the Arts, the Sciences, the Democratic Polity, the legal system of almost all European countries are based on the Democratic Politics of Ancient Greece. Then the achievements of the Ancient Greeks were taught in high school. My university professors loved Greek students.

 

You earned after studying German Literature and Linguistics and an important position in the Stuttgarter Zeitung as a journalist in the field of culture. How valuable was this experience?

 

It was a great experience, because I was reporting on the multicultural sector. But there I found out that different cultures, different people don’t really want to get involved with each other. Maybe there were friendships between Italians, Spaniards and Greeks, but there were no friendships between Turks and Spaniards… Nor were there friendships between English and French at that time.

 

As beautiful as the idea of multicultural identity is, it unfortunately does not correspond to reality. Harmonious coexistence means nothing more than each nationality living with its own traditions in a corner of Germany, obeying the laws, respecting the state in which it lives. The Turks, of course, stand out even in this area, because in Berlin, for example, they have created a district where only they live.

The so-called integration into German society does not take place within three generations, because the European populations for instance living in Germany are now so close to their home country that it allows them to move frequently and have contact with their homeland.

 

PHOTO  Stuttgart Palace, Schlossplatz 1990

 

With a degree in both Public and International Relations Management, you work as a Public Relations Advisor at the Greek Consulate in Stuttgart. What did you offer from that position to the Idea of Hellenism?

 

When I started I was still a student in Public and International Relations Management and proposed some ideas to my post graduate project. These ideas were accepted by my team and were officially presented to the Polish-German Committee for the Improvement of Relations with the title: “East meets West”. Among the chain of events that I proposed at that time was a trip by boat on the Danube by two poets or writers recording their thoughts. This was the first idea carried out by the Polish-German committee, which was a huge success and the basis for the further political and economic exchange. Having this success I suggested during my practice in the General Consulate of Greece in Stuttgart to the Consul General Dr. Mercurios Karafotias to organize in Stuttgart a multitude of events to improve the reputation of our country, which is constantly criticized by the perfectionist Germany. The Consul, seeing the success we had with Poland, asked me to think of something that would be feasible.

 

When I went to do my internship at the consulate, I thought that all layers of German society should be influenced. And so I created a pyramid of events starting with a friendly football match between PAOK Thessaloniki and VFB Stuttgart. Exchanges with schools, musical events with Greek musicians unknown to the Germans, talks with important university professors and the icing on the cake: the bipartisan parliamentary exchange! This is what I did on my first day of my internship. When the Consul General came into my office and saw it he was thrilled! It was the first time in 50 years that the Stuttgart Consulate organized such events and since then there has been silence again…

 

The «Days of Greek Culture» were very well received both by the Greeks who participated very actively in all of them and by the Germans, so much so that the President of the German Parliament of Baden-Württemberg said at the time, «Anyone who is European is Greek!» Because Greece is the cradle of the Europe.

 

PHOTO: Monument for the fallen women in the Holocaust of Naoussa during Othoman Empire

 

Returning after your marriage and your first birth to Naoussa, for health reasons, you are living another reality. How different are things here? Do you continue to have activities similar to those in Germany?

 

The return to Naoussa was out of necessity. Out of the need for a few movements, as there was an injury at birth that was not diagnosed correctly at the time and therefore created a major mobility problem. My life never went back to the same again, and, yes, life here is very different and I had a lot of adjustment problems at the beginning. Nothing is the same. I had no activity for many years. But in the last few years I have developed ties with poets from abroad and a lot of people have gotten to know me through the internet.

 

Knowing the many languages you speak turns you to studying foreign poets from the original. How fascinating is that?

 

PHOTO: Gandhian Global Harmony Association: 1st price in Poetry for Peace

 

Not only fascinating, it is very important, because each language has its own structure, its own music, its own rhythms and above all its own perks… The main thing is that I work on each of my poems in three languages at the same time. When this is done, every weakness in the poem is visible, and so the poem is edited every time it is translated into the next language, and the weaknesses are immediately eliminated.

 

When did you start participating in international poetry competitions and not only participating but also excelling in notable positions?

 

I started taking part in poetry competitions of international level two years ago. I had never participated before. And there I suddenly found myself in the top 20 with the poem that connects Naoussa with… China, based on the well-known poem by Hikmet «If half of my heart…». From then on I had invitations to participate almost every month. And so, as one thing led to another, I suddenly found myself with many international awards without realising it!

 

 

 

This participation, apart from taking you to poetic spaces around the world, also introduces you to poets? Do you communicate with them?

 

Yes, communication is one of the essential elements of poetry. It’s as if instant connections are made with people I’ve never met before, but I feel comfortable with them within minutes.

 

While you have so many awards worldwide – always in English – you have not published any poetry collections in Greek. How do you explain this?

 

PHOTO: International Chinese Literature Magazine: Awarded with 3rd Star in Poetry

 

Publishing in Greece means self-publishing, regardless of which publishing house takes on the book. No publisher today wants to take the risk of publishing a poetry collection. So they make the poet finance the publication of his book. When it sells well, the publisher does a second and third reissue without the poet’s knowledge and of course this is how they make their profit. This is a cost I don’t have the means to pay. So I find myself in whatever anthologies I am offered to participate in, when even there the costs do not exceed some reasonable limits!

 

You have studied Linguistics and you know, as we said, languages. What would you say about the Greek language as a tool for thoughts and feelings compared to other languages?

 

The Greek language has anyway influenced all the terminology of psychology, and science. Greek has a larger vocabulary, because it has been on this earth for much longer than other newer European languages. Greek, for example, has written monuments from the 7th century BC, while from Germany we have the first written monuments in about the 12th century AD. The oldest words are always auxiliary verbs, which always remain irregular, and this in all the languages I speak.

 

PHOTO: The representative of writers and poets for China, who were present at the awards ceremony.

 

And finally, since you are a poet, how would you define Poetry itself? Do you want to do it in prose or in poetry, in verse?

 

I think I spoke about the poet and poetry with the poem «The Poet’s Residence» translated into English “Poetic Habitat” is the title of that poem. Perhaps that is adequate: