Από τη Γαλλία μέχρι το Βέλγιο, την Ιταλία και την Πορτογαλία, οι κινητοποιήσεις πληθαίνουν. Η κοινή οικονομική τους βάση και ο κίνδυνος να εξελιχθούν σε μια ευρύτερη πολιτική κρίση.
Η κοινωνική δυσαρέσκεια στην Ευρώπη αποκτά ολοένα μεγαλύτερη πολιτική σημασία. Οι μαζικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία, οι διαδηλώσεις στο Βέλγιο, στην Ιταλία και στην Πορτογαλία (ακόμα και στην υπό ένταξη στην ΕΕ Αλβανία) δεν αποτελούν ένα ενιαίο κίνημα. Έχουν διαφορετικές αφετηρίες, αιτήματα και χαρακτηριστικά. Ωστόσο, πίσω από αυτές τις διαφορές διακρίνεται μια κοινή πραγματικότητα:
- οι ευρωπαϊκές κοινωνίες δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στο αυξανόμενο κόστος ζωής, την ώρα που οι κυβερνήσεις τους υποχρεώνονται/επιλέγουν να κατευθύνουν αλλού τους διαθέσιμους πόρους.
Στη Γαλλία, οι κινητοποιήσεις έχουν εξελιχθεί σε σοβαρή πολιτική δοκιμασία για τον Εμανουέλ Μακρόν. Στο Βέλγιο, εργαζόμενοι και φοιτητές αντιδρούν στις περικοπές και στις κυβερνητικές επιλογές. Στην Ισπανία και την Πορτογαλία, η στεγαστική κρίση κινητοποιεί χιλιάδες πολίτες, ενώ στην Ιταλία η ακρίβεια συναντά τις αντιπολεμικές διαμαρτυρίες.
Στα όρια η κοινωνική αντοχή
Η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά, ενώ ο πληθωρισμός, ύστερα από την αποκλιμάκωση που ακολούθησε την ενεργειακή κρίση του 2022, επιταχύνεται και πάλι. Σύμφωνα με τη Eurostat, τον Σεπτέμβριο έφτασε στο 3,8% στην ευρωζώνη, από 3,2% τον Αύγουστο, με τις τιμές της ενέργειας να καταγράφουν ετήσια αύξηση 18,8%. Οι νέες ανατιμήσεις προστίθενται στις σωρευτικές αυξήσεις των προηγούμενων ετών, εντείνοντας την πίεση στα εισοδήματα και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Παράλληλα, οι δημόσιες υπηρεσίες αντιμετωπίζουν αυξανόμενες ανάγκες χρηματοδότησης. Η υγεία, η εκπαίδευση και η κοινωνική προστασία απαιτούν περισσότερους πόρους, τους οποίους πολλές κυβερνήσεις δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν. Ιδιαίτερα πιεσμένη εμφανίζεται η νεότερη γενιά. Η εργασία δεν εξασφαλίζει απαραίτητα οικονομική ανεξαρτησία, ενώ η απόκτηση ή ακόμη και η ενοικίαση κατοικίας γίνεται ολοένα και δυσκολότερη.
Όσο αυτές οι πιέσεις παρατείνονται, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται στην αντίδραση απέναντι σε συγκεκριμένα κυβερνητικά μέτρα. Αποκτά ευρύτερα πολιτικά χαρακτηριστικά, καθώς ενισχύεται η αμφισβήτηση της ικανότητας των κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν τα συσσωρευμένα προβλήματα και να βελτιώσουν ουσιαστικά τις συνθήκες ζωής των πολιτών.
Οι λογαριασμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Εδώ ακριβώς η κοινωνική κρίση περιγράφει το πολιτικό αδιέξοδο της ΕΕ. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται (ή έχουν επιλέξει) να χρηματοδοτήσουν ταυτόχρονα την αύξηση των αμυντικών δαπανών, τη στήριξη της Ουκρανίας, την ενεργειακή ασφάλεια, την πράσινη μετάβαση και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Την ίδια στιγμή, πολλές χώρες αντιμετωπίζουν υψηλό δημόσιο χρέος, δημοσιονομικούς περιορισμούς και αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών τους.
Σε μελέτη του Ιουλίου 2026, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτίμησε ότι οι πρόσθετες ανάγκες για συντάξεις, υγεία, άμυνα και κλιματική πολιτική θα μπορούσαν να δημιουργήσουν δημοσιονομικές πιέσεις που προσεγγίζουν κατά μέσο όρο το 5% του ΑΕΠ έως το 2040.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλώς λογιστικό. Είναι βαθιά πολιτικό και συνοψίζεται σε μια σειρά από ερωτήματα: Ποιος θα πληρώσει το κόστος των νέων ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων;
- Οι φορολογούμενοι, μέσω υψηλότερων επιβαρύνσεων;
- Οι πολίτες, μέσω περιορισμού των κοινωνικών δαπανών;
- Ή οι κυβερνήσεις θα αναζητήσουν μεγαλύτερο κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό, για τον οποίο επίσης δεν υπάρχει συμφωνία;
Η αντιπαράθεση για τον επόμενο πολυετή ευρωπαϊκό προϋπολογισμό αποτυπώνει αυτές ακριβώς τις αντιφάσεις.
Προς μια ευρωπαϊκή κρίση;
Θα ήταν πρόωρο να μιλήσει κανείς για πανευρωπαϊκή κοινωνική εξέγερση. Δεν υπάρχει κοινή οργάνωση, ενιαία ηγεσία ή συντονισμένη διεκδίκηση. Υπάρχουν όμως οι προϋποθέσεις για την εξάπλωση των κινητοποιήσεων. Η διάρκεια των διαδηλώσεων σε μία χώρα μπορεί να ενθαρρύνει αντίστοιχες αντιδράσεις σε άλλες, ιδιαίτερα όταν τα κοινωνικά προβλήματα μοιάζουν και οι κυβερνητικές απαντήσεις θεωρούνται ανεπαρκείς.
Μια δεύτερη φάση, με μεγαλύτερη γεωγραφική διασπορά και ενδεχομένως κοινά αιτήματα, δεν είναι δεδομένη. Είναι όμως ένα ενδεχόμενο που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δύσκολα μπορούν να αγνοήσουν.
Το πολιτικό παράδοξο/αδιέξοδο, λοιπόν, είναι ότι η ΕΕ χρειάζεται μεγαλύτερη συνοχή και περισσότερους πόρους για να υλοποιήσει τις στρατηγικές της επιλογές, ακριβώς τη στιγμή που οι εθνικές κυβερνήσεις δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν την κοινωνική συναίνεση.
–












