Άρθρα Θέματα Παιδείας Κοινωνία

“Μια κοινωνία χωρίς όρια μέσα στην τάξη. ο Δάσκαλος βάλλεται” / γράφει ο Άρης Ορφανίδης

Η απαξίωση του δασκάλου, λοιπόν, δεν είναι απλώς πρόβλημα ενός επαγγέλματος. Είναι σύμπτωμα μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την αξία της παιδείας και τη σημασία των θεσμών που τη στηρίζουν

Η τραγική ιστορία της Σοφίας Χρηστίδου δεν μπορεί να ιδωθεί ως ένα απλό και μεμονωμένο περιστατικό. Αν κάτι μας υποχρεώνει να δούμε κατάματα, είναι η αλυσίδα ευθυνών που διαμορφώνει το φαινόμενο του εκφοβισμού προς τους εκπαιδευτικούς μέσα στα σχολεία. Το πρόβλημα δεν γεννιέται σε ένα σημείο· γεννιέται σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα, από την σχολική τάξη μέχρι το κράτος.

Πρώτα απ’ όλα, η ευθύνη ξεκινά από τους ίδιους τους μαθητές. Η εφηβεία είναι ασφαλώς μια περίοδος έντασης, δοκιμής ορίων και αμφισβήτησης της αυθεντίας. Ωστόσο, η αμφισβήτηση δεν ταυτίζεται με τον εξευτελισμό. Όταν ένας μαθητής συστηματικά ειρωνεύεται, διακόπτει, προσβάλλει ή οργανώνει τον χλευασμό ενός εκπαιδευτικού, δεν πρόκειται απλώς για «ανωριμότητα». Πρόκειται για συμπεριφορά που υπονομεύει τη βασική αρχή του σχολείου ως κοινότητας μάθησης. Η τάξη δεν είναι χώρος όπου η ισχύς κερδίζεται μέσω της γελοιοποίησης του άλλου. Όταν όμως τέτοιες συμπεριφορές δεν συναντούν αντίσταση, μετατρέπονται σε μορφή άτυπης εξουσίας μέσα στην ομάδα των μαθητών.

Η δεύτερη και ίσως πιο κρίσιμη ευθύνη αφορά τους γονείς. Η οικογένεια είναι ο πρώτος χώρος κοινωνικοποίησης, εκεί όπου διαμορφώνεται η στάση του παιδιού απέναντι στην αυθεντία, την ευθύνη και τα όρια. Όταν οι γονείς υιοθετούν μια στάση άκριτης υπεράσπισης των παιδιών τους, αρνούμενοι να αναγνωρίσουν οποιαδήποτε ευθύνη στη συμπεριφορά τους, δημιουργείται ένα επικίνδυνο μήνυμα: ότι το παιδί δεν υπόκειται σε κανόνες. Σε αρκετές περιπτώσεις, κάθε παρατήρηση του εκπαιδευτικού ερμηνεύεται ως αδικία ή επίθεση. Έτσι, αντί το σχολείο και η οικογένεια να λειτουργούν συμπληρωματικά στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού, μετατρέπονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Η κουλτούρα αυτή της άκριτης υπεράσπισης καλλιεργεί την αίσθηση ασυλίας, μέσα στην οποία ο μαθητής νιώθει ότι δεν έχει τίποτε να φοβηθεί διότι δε θα υποστεί καμία συνέπεια.

Η τρίτη βαθμίδα ευθύνης βρίσκεται μέσα στην ίδια την εκπαιδευτική κοινότητα. Σε αρκετές περιπτώσεις, όταν ένας εκπαιδευτικός γίνεται στόχος συστηματικής παρενόχλησης ή εκφοβισμού, το περιβάλλον του σχολείου αντιδρά με σιωπή. Συνάδελφοι που αποφεύγουν να πάρουν θέση για να μη δημιουργηθούν εντάσεις. Διευθύνσεις σχολείων που προτιμούν να υποβαθμίσουν το πρόβλημα για να μη διαταραχθεί η εικόνα του σχολείου ή για να μη δημιουργηθούν διοικητικές εμπλοκές ή για να μην διαταραχθούν οι σχέσεις με τους γονείς. Αυτή η σιωπή λειτουργεί συχνά ως μορφή θεσμικής εγκατάλειψης. Όταν ένας εκπαιδευτικός αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει τη στήριξη της κοινότητάς του, η αίσθηση απομόνωσης μπορεί να γίνει εξαιρετικά βαριά.

Τέλος, υπάρχει η ευθύνη του κράτους και του Υπουργείου Παιδείας. Η εκπαιδευτική πολιτική συχνά αντιμετωπίζει το ζήτημα της σχολικής βίας με αποσπασματικό τρόπο, περιοριζόμενη σε γενικές καμπάνιες ευαισθητοποίησης ή σε γραφειοκρατικές διαδικασίες που δύσκολα ενεργοποιούνται στην πράξη. Ωστόσο, ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δεν διαθέτει σαφείς μηχανισμούς προστασίας των εκπαιδευτικών αφήνει τους ανθρώπους που το υπηρετούν εκτεθειμένους. Η πολιτεία οφείλει να αναγνωρίσει ότι ο σεβασμός προς τον εκπαιδευτικό δεν είναι απλώς ζήτημα προσωπικότητας ή παιδαγωγικής ικανότητας. Είναι ζήτημα θεσμικής κατοχύρωσης.

Η ιστορία της Σοφίας Χρηστίδου δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα τραγικό επεισόδιο που απλώς συγκλόνισε για λίγο την κοινή γνώμη. Πρέπει να λειτουργήσει ως αφορμή για έναν βαθύτερο αναστοχασμό. Όταν σε μια κοινωνία ο δάσκαλος γίνεται εύκολος στόχος χλευασμού και κακοποίησης, τότε δεν τραυματίζεται μόνο ένα πρόσωπο. Τραυματίζεται ο ίδιος ο θεσμός της παιδείας. Και όταν τραυματίζεται η παιδεία, το κόστος δεν το πληρώνει μόνο ένας άνθρωπος. Το πληρώνει ολόκληρη η κοινωνία.

Η κοινωνία που έμαθε να απαξιώνει τον δάσκαλο δεν έφτασε εκεί τυχαία. Η απαξίωση αυτή είναι το αποτέλεσμα βαθύτερων κοινωνικών και πολιτισμικών μεταβολών που επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την παιδεία, τη γνώση και τους θεσμούς.

Πρώτα απ’ όλα, η θέση του δασκάλου υπονομεύτηκε όταν η γνώση έπαψε να θεωρείται αυθεντία από μόνη της. Στο παρελθόν, ο δάσκαλος εκπροσωπούσε έναν κόσμο γνώσης που δεν ήταν εύκολα προσβάσιμος. Ήταν ο μεσολαβητής προς τη μάθηση, προς την κατανόηση του κόσμου. Σήμερα όμως η πληροφορία είναι παντού: στο διαδίκτυο, στα κινητά τηλέφωνα, στα κοινωνικά δίκτυα. Ο μαθητής μπορεί να έχει πρόσβαση σε τεράστιες ποσότητες πληροφορίας χωρίς τη μεσολάβηση του δασκάλου. Αυτό δημιούργησε την ψευδαίσθηση ότι ο δάσκαλος δεν είναι πλέον αναγκαίος, ότι η γνώση είναι κάτι που μπορεί να αποκτηθεί χωρίς παιδαγωγική σχέση. Όταν όμως η γνώση συγχέεται με την απλή πληροφορία, ο ρόλος του εκπαιδευτικού υποτιμάται.

Δεύτερον, η απαξίωση του δασκάλου συνδέεται με μια γενικότερη κρίση σεβασμού προς τους θεσμούς. Στις σύγχρονες κοινωνίες έχει ενισχυθεί η καχυποψία απέναντι σε κάθε μορφή αυθεντίας: πολιτική, επιστημονική, θεσμική. Η κριτική στάση απέναντι στην εξουσία είναι στοιχείο δημοκρατίας, αλλά όταν η κριτική μετατρέπεται σε γενικευμένη περιφρόνηση, τότε καταρρέει η δυνατότητα εμπιστοσύνης. Ο δάσκαλος, ως φορέας ενός θεσμού, γίνεται εύκολος στόχος αυτής της απονομιμοποίησης.

Ένας τρίτος παράγοντας είναι η μεταβολή του ρόλου της οικογένειας. Σε πολλές περιπτώσεις οι γονείς αντιμετωπίζουν το σχολείο περισσότερο ως πάροχο υπηρεσιών παρά ως θεσμό διαπαιδαγώγησης. Όταν το σχολείο λειτουργεί σαν υπηρεσία που «οφείλει να ικανοποιεί τον πελάτη», ο εκπαιδευτικός μετατρέπεται συμβολικά από παιδαγωγό σε υπάλληλο. Η σχέση συνεργασίας μεταξύ οικογένειας και σχολείου μετατρέπεται έτσι σε σχέση διεκδίκησης και αντιπαράθεσης.

Σημαντικό ρόλο παίζει επίσης η κουλτούρα του δημόσιου χλευασμού που έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια. Στον δημόσιο λόγο, στα μέσα ενημέρωσης αλλά και στα κοινωνικά δίκτυα, η ειρωνεία και η απαξίωση συχνά παρουσιάζονται ως μορφές εξυπνάδας. Η γελοιοποίηση του άλλου γίνεται εύκολα μέσο κοινωνικής επιβεβαίωσης. Οι μαθητές μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου ο χλευασμός δεν θεωρείται απαράδεκτος αλλά σχεδόν φυσιολογικός τρόπος επικοινωνίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο δάσκαλος δεν αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο που αξίζει σεβασμό αλλά ως φιγούρα που μπορεί να γίνει αντικείμενο ειρωνείας.

Τέλος, υπάρχει και ένας βαθύτερος πολιτισμικός λόγος: η κοινωνία μας έχει δυσκολευτεί να διατηρήσει την έννοια του μέτρου. Η ελευθερία, που είναι θεμελιώδης αξία, συχνά συγχέεται με την απουσία ορίων. Όμως η παιδεία προϋποθέτει όρια. Προϋποθέτει την αναγνώριση ότι μέσα στην τάξη υπάρχει μια σχέση ευθύνης: ο μαθητής έχει δικαιώματα, αλλά έχει και υποχρεώσεις· ο δάσκαλος έχει αυθεντία, αλλά και ευθύνη να τη χρησιμοποιεί παιδαγωγικά.

Όταν αυτή η ισορροπία διαταράσσεται, το σχολείο παύει να λειτουργεί ως κοινότητα μάθησης και μετατρέπεται σε χώρο σύγκρουσης ρόλων. Η απαξίωση του δασκάλου, λοιπόν, δεν είναι απλώς πρόβλημα ενός επαγγέλματος. Είναι σύμπτωμα μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την αξία της παιδείας και τη σημασία των θεσμών που τη στηρίζουν. Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να απαξιώνει τον δάσκαλό της, στην πραγματικότητα αρχίζει να υπονομεύει το ίδιο της το μέλλον.

Γιατί φτάσαμε ως εδώ;

Φτάσαμε εδώ όχι από ένα μόνο αίτιο, αλλά από μια μακρά ηθική, κοινωνική και θεσμική διάβρωση. Ο εκφοβισμός απέναντι στους εκπαιδευτικούς δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Είναι το αποτέλεσμα μιας σταδιακής αποσύνθεσης ορίων, ρόλων και νοήματος μέσα στο σχολείο και γύρω από αυτό. Αν θέλουμε βαθύτερη ανάλυση, πρέπει να δούμε το φαινόμενο όχι ως σύμπτωμα «κακών παιδιών», αλλά ως προϊόν μιας ολόκληρης εποχής.

Πρώτα απ’ όλα, φτάσαμε εδώ επειδή αποδυναμώθηκε η έννοια της αυθεντίας χωρίς να αντικατασταθεί από την έννοια της ευθύνης. Στο παρελθόν, ο δάσκαλος είχε κύρος, άλλοτε υγιές και άλλοτε υπερβολικό. Σήμερα, πολύ σωστά, η αυθεντία δεν γίνεται πια αποδεκτή μόνο και μόνο λόγω θέσης. Όμως στη θέση της δεν βάλαμε έναν ώριμο δημοκρατικό σεβασμό· βάλαμε συχνά την αυθαιρεσία. Δηλαδή περάσαμε από την αυθεντία χωρίς έλεγχο, στην αμφισβήτηση χωρίς όρια. Έτσι ο σεβασμός προς τον εκπαιδευτικό δεν θεωρείται πια στοιχείο παιδείας, αλλά πολλές φορές παρουσιάζεται σχεδόν ως αφέλεια ή αδυναμία. Ο μαθητής δεν μαθαίνει να διαφωνεί πολιτισμένα, αλλά να αποδομεί το πρόσωπο του άλλου για να επιβληθεί στην ομάδα.

Έπειτα, φτάσαμε εδώ επειδή το σχολείο έπαψε σταδιακά να βιώνεται ως χώρος διαμόρφωσης χαρακτήρα και αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο είτε ως υποχρέωση είτε ως πεδίο διαπραγμάτευσης ισχύος. Η γνώση έχει χάσει για πολλούς το ηθικό και πνευματικό της κύρος. Δεν θεωρείται πια εύκολα κάτι που αξίζει σεβασμό από μόνο του. Όταν η εκπαίδευση παύει να έχει εσωτερικό νόημα και γίνεται απλώς μέσο για εξετάσεις, χαρτιά ή κοινωνική διεκπεραίωση, τότε και ο φορέας της —ο εκπαιδευτικός— απογυμνώνεται συμβολικά. Δεν αντιμετωπίζεται ως παιδαγωγός αλλά ως υπάλληλος που «παρέχει υπηρεσία». Και όταν ο δάσκαλος γίνεται αντιληπτός ως απλός διαχειριστής μιας υπηρεσίας, ανοίγει ο δρόμος για την απαξίωσή του.

Επιπλέον, φτάσαμε εδώ επειδή η οικογένεια σε πολλές περιπτώσεις μετατοπίστηκε από τον ρόλο της διαπαιδαγώγησης στον ρόλο της άκριτης υπεράσπισης. Πολλοί γονείς δεν μαθαίνουν πια στο παιδί να δέχεται όρια, ματαίωση και έλεγχο της συμπεριφοράς του. Αντί να ρωτήσουν «τι έκανε το παιδί μου;», ρωτούν αμέσως «τι είπε ο καθηγητής στο παιδί μου;». Το παιδί μεγαλώνει έτσι με την πεποίθηση ότι είναι μονίμως δικαιωμένο, ότι κάθε έλεγχος είναι προσβολή και κάθε κύρωση αδικία. Αυτό δεν παράγει ελεύθερες προσωπικότητες· παράγει εύθραυστους εγωισμούς που αντιδρούν επιθετικά σε κάθε αντίσταση. Και όταν ο εγωισμός αυτός συνδυάζεται με τη δυναμική της εφηβικής ομάδας, τότε ο εξευτελισμός του καθηγητή γίνεται μέσο αυτοεπιβεβαίωσης.

Υπάρχει και ένα βαθύτερο πολιτισμικό υπόστρωμα: ζούμε σε μια κουλτούρα αποϊεροποίησης των πάντων χωρίς αντίστοιχη καλλιέργεια εσωτερικού μέτρου. Τίποτα δεν θεωρείται άξιο σεβασμού καθαυτό: ούτε ο θεσμός, ούτε το λειτούργημα, ούτε ο λόγος, ούτε η ηλικία, ούτε η εμπειρία. Αυτό από μόνο του δεν θα ήταν αναγκαστικά κακό, αν συνοδευόταν από κριτικό ήθος. Όμως πολύ συχνά συνοδεύεται από χλευασμό, επιδεικτικότητα και μια σχεδόν ενστικτώδη ανάγκη αποκαθήλωσης οποιουδήποτε κατέχει θέση ευθύνης. Η ειρωνεία γίνεται ανώτερη από τη σκέψη, η πρόκληση πιο ελκυστική από τη μάθηση, η γελοιοποίηση πιο ισχυρή από τον διάλογο. Μέσα σε αυτό το πολιτισμικό κλίμα, ο εκπαιδευτικός γίνεται εύκολος στόχος.

Πρέπει επίσης να δούμε τη σημασία των ψηφιακών μέσων και της κουλτούρας της δημόσιας έκθεσης. Ο σύγχρονος μαθητής κοινωνικοποιείται σε ένα περιβάλλον όπου η προσοχή των άλλων είναι νόμισμα. Το βίντεο, η καταγραφή, η δημόσια διαπόμπευση, το αστείο εις βάρος κάποιου, η viral σκηνή, όλα αυτά ενισχύουν τη λογική ότι ο άλλος μπορεί να γίνει αντικείμενο χρήσης για διασκέδαση ή κοινωνική επιβεβαίωση. Το πρόβλημα εδώ είναι βαθύτερο από την τεχνολογία. Είναι ότι η τεχνολογία συναντά μια ήδη υπαρκτή ηθική αποδυνάμωση. Ο άλλος δεν βιώνεται ως πρόσωπο με αξιοπρέπεια, αλλά ως υλικό για κατανάλωση από το βλέμμα των πολλών.

Από την άλλη, φτάσαμε εδώ και επειδή το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα έχει καταπονήσει και απογυμνώσει τον εκπαιδευτικό. Ο εκπαιδευτικός συχνά καλείται να είναι ταυτόχρονα παιδαγωγός, ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, γραφειοκράτης, διαχειριστής κρίσεων και απορροφητής κάθε έντασης.

Όμως όλα αυτά χωρίς επαρκή θεσμική στήριξη, χωρίς ουσιαστική προστασία και συχνά χωρίς σαφές πλαίσιο πειθαρχικής αντιμετώπισης σοβαρών συμπεριφορών. Όταν ένας θεσμός ζητά από τον εκπαιδευτικό να κρατήσει όρθια την τάξη, αλλά δεν του παρέχει ούτε κύρος ούτε προστασία, στην πράξη τον αφήνει εκτεθειμένο. Η συνεχής αυτή έκθεση παράγει επαγγελματική εξουθένωση, εσωτερική παραίτηση και τελικά αδυναμία αντίστασης στη βία.

Σημαντικός είναι και ο ρόλος της σιωπής των συναδέλφων και της μικροπολιτικής των σχολικών μονάδων. Σε πολλά περιβάλλοντα, όταν ένας εκπαιδευτικός στοχοποιείται, οι υπόλοιποι δεν παρεμβαίνουν ουσιαστικά. Άλλοι από φόβο, άλλοι από κούραση, άλλοι επειδή δεν θέλουν να «μπλέξουν». Έτσι όμως η βία ιδιωτικοποιείται: το πρόβλημα γίνεται «δικό του θέμα». Αυτή η ιδιωτικοποίηση της αδικίας είναι από τα πιο καταστροφικά στοιχεία. Ο θύτης ενθαρρύνεται, το θύμα απομονώνεται και η κοινότητα χάνει την ηθική της συνοχή. Στο τέλος όλοι συνηθίζουν το απαράδεκτο.

Πιο βαθιά ακόμη, φτάσαμε εδώ επειδή η κοινωνία μας έχει μπερδέψει την ελευθερία με την ασυδοσία και τα δικαιώματα με την απουσία υποχρεώσεων. Οι μαθητές μαθαίνουν τη γλώσσα των δικαιωμάτων, αλλά πολύ λιγότερο τη γλώσσα του καθήκοντος, της αυτοσυγκράτησης και του σεβασμού. Οι γονείς διεκδικούν, αλλά σπανιότερα αυτοπεριορίζονται. Οι θεσμοί μιλούν για συμπερίληψη, αλλά λιγότερο για συνέπειες. Δημιουργείται έτσι ένα παιδαγωγικό κλίμα όπου τα όρια θεωρούνται ύποπτα και η πειθαρχία σχεδόν αντιπαιδαγωγική. Όμως χωρίς όρια δεν υπάρχει ελευθερία· υπάρχει μόνο σύγκρουση επιθυμιών. Και όταν η ισχυρότερη ή πιο θρασεία επιθυμία κυριαρχεί, αυτό λέγεται βία.

Τέλος, υπάρχει μια βαθύτερη ηθική διάσταση: φτάσαμε εδώ επειδή εξασθένησε η ικανότητα της κοινωνίας να αναγνωρίζει τον άλλον ως φορέα απαραβίαστης αξιοπρέπειας. Όταν πάψει κανείς να βλέπει τον καθηγητή ως άνθρωπο με ψυχή, κόπο, όρια, αγωνία και τιμή, τότε μπορεί εύκολα να τον χλευάσει, να τον πιέσει, να τον συντρίψει, χωρίς να αισθανθεί το βάρος αυτού που κάνει. Η βία αρχίζει εκεί όπου ο άλλος παύει να βιώνεται ως πρόσωπο και γίνεται απλώς στόχος, εμπόδιο, σύμβολο εξουσίας ή αντικείμενο εκτόνωσης.

Άρα, αν θέλουμε μια πιο βαθιά απάντηση στο «γιατί φτάσαμε εδώ;», η απάντηση είναι η εξής: φτάσαμε εδώ γιατί διαβρώθηκε ταυτόχρονα η παιδεία, η οικογένεια, η θεσμική προστασία, η έννοια του ορίου και η ηθική σχέση με το πρόσωπο του άλλου. Ο εκφοβισμός προς τους καθηγητές δεν είναι απλώς σχολικό πρόβλημα. Είναι έκφραση μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να συνδέσει την ελευθερία με την ευθύνη, το δικαίωμα με το μέτρο και την υποχρέωση και την κριτική με τον σεβασμό.

Ο δάσκαλος δεν είναι ένας απλός λειτουργός της γνώσης. Είναι ο άνθρωπος που διαπλάθει ηθικά και πνευματικά τα παιδιά μας. Είναι ο άνθρωπος που καλλιεργεί αισθητικά τα παιδιά μας. Είναι ο γιατρός της ψυχής και του νου. Είναι ο άνθρωπος που κρατά το νήμα της μνήμης ενός λαού. Μέσα από τη φωνή του περνούν οι λέξεις, οι ιδέες και οι αγωνίες αιώνων. Όταν λοιπόν μια κοινωνία αρχίζει να χλευάζει τον δάσκαλό της, στην πραγματικότητα χλευάζει τον ίδιο της τον εαυτό. Γιατί εκεί όπου ο δάσκαλος ταπεινώνεται, η γνώση χάνει το βάρος της. Και όταν η γνώση χάνει το βάρος της, ο θόρυβος παίρνει τη θέση της σκέψης και η επιδεικτικότητα τη θέση της καλλιέργειας. Μια κοινωνία που δεν σέβεται τον δάσκαλο δεν καταστρέφει απλώς το σχολείο της. Καταστρέφει τη μνήμη της και μαζί της φαλκιδεύει οριστικά και αμετάκλητα το μέλλον της.

banner-article

Ροη ειδήσεων