Με αφορμή το βιβλίο του Γιάννη Καισαρίδη, «αναπάντητες» / γράφει η Ειρήνη Δασκιωτάκη
Μεγάλες οι συγκεντρώσεις του Σαββάτου σε όλη τη χώρα με γενικό σύνθημα: «Τα κέρδη τους ή οι ζωές μας», στη μνήμη των 57 συνανθρώπων μας που έχασαν τη ζωή τους με σκληρό και άδικο τρόπο στο έγκλημα των Τεμπών. Το «Όχι άλλα Τέμπη» διαπιστώνει κανείς πως δεν έχει μόνο συμβολική υπόσταση, αλλά και πραγματική…
Το πρόσφατο βιβλίο, του βραβευμένου συγγραφέα από τη Βέροια, Γιάννη Καισαρίδη, «αναπάντητες», μου θύμισε κάποια άλλα οδυνηρά Τέμπη…
13 Απριλίου 2003 λίγο πριν τις 7:30 μ.μ.
«Ένα υπεραστικό λεωφορείο που μετέφερε 49 μαθητές και 3 συνοδούς καθηγητές του Γενικού Λυκείου Μακροχωρίου Ημαθίας, επιστρέφοντας από σχολική εκδρομή στην Αθήνα, συγκρούστηκε, επί του 386ου χιλιομέτρου της Παλαιάς Εθνικής Οδού Αθηνών, πλαγιομετωπικά με φορτηγό που μετέφερε ξυλεία από τον Προβατώνα Έβρου. Ο οδηγός του φορτηγού έχασε τον έλεγχο και βρέθηκε στο αντίθετο ρεύμα. Αν και πρόλαβε να αποφύγει την απευθείας μετωπική σύγκρουση, το φορτηγό έφερε ένα ρυμουλκούμενο που μετέφερε φύλλα νοβοπάν, τα οποία απελευθερώθηκαν από τη σύγκρουση και μπήκαν μέσα στο λεωφορείο, κόβοντας στα δύο όλη την αριστερή πλευρά του.21 μαθητές έχασαν τη ζωή τους…
Ως βασικές αιτίες του δυστυχήματος έχουν καταγραφεί η κούραση του οδηγού, ο οποίος οδηγούσε περισσότερες από τις επιτρεπόμενες ώρες, η φθορά των ελαστικών του φορτηγού, η λανθασμένη πρόσδεση του φορτίου, το οποίο, σύμφωνα με το πόρισμα των εμπειρογνωμόνων ήταν πέντε τόνους άνω του επιτρεπόμενου και τέλος η παλαιότητα του λεωφορείου που μετέφερε τους μαθητές, το οποίο έπρεπε να είχε αποσυρθεί από την κυκλοφορία.»

Οι αιτίες πάντα ίδιες… Το Κέρδος! Αυτό που στηρίζεται στο όσο το δυνατόν μικρότερο κόστος για την ασφαλή μετακίνηση και προκαλεί τον θάνατο…
Το βιβλίο του Γιάννη Καισαρίδη, «αναπάντητες» που διαβάζεται απνευστί, όχι γιατί έχει 6 δεκάδες σελίδες, αλλά γιατί αυτές οι σελίδες εμπεριέχουν, με τον γνωστό τρόπο που χαρακτηρίζει τον συγγραφέα, την ποίηση και το θέατρο. Το όνειρο που γίνεται η προέκταση της πραγματικότητας και η πραγματικότητα προέκταση του ονείρου.
Εμπεριέχουν τον μαύρο, τον αλησμόνητο και αθεράπευτο απόηχο εκείνης της τραγικής μέρας της 13ης Απριλίου του 2003…
2 νέοι μαθητές της Α’ Λυκείου, ένα αγόρι και ένα κορίτσι τολμούν να εκφράσουν τον έρωτα
τους στέλνοντας αναπάντητες.
Ξεπερνώντας την ανασφάλεια, την έλλειψη αυτοεκτίμησης που χαρακτηρίζει συχνά κάποιους έφηβους, μέσα από τις αναπάντητες και τη μετέπειτα επικοινωνία τους πετάνε αυτά τα βαρίδια , αλλάζουν, γίνονται αισιόδοξοι και πιο δυνατοί…
Αυτή η αγάπη για τη ζωή, αυτή η χαρά της συνεύρεσης στην εκδρομή, ανατρέπονται από μια στιγμιαία αλλαγή θέσης που τους οδηγεί στο λιβάδι με τους κρόκους που κρέμονται στον κύκλο από διάφανο πέπλο που ο συγγραφέας το ορίζει ως μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου…
Οι δύο «Μυροφόρες»
Μάνες συναντούν τα Παιδιά τους!
«Σταγόνες νερού στάζουν.

Εντονότερες μικρές δέσμες φωτός, σαν φακοί, αντανακλούν πάνω στον χώρο. Ήχοι κινητών ακούγονται . Η Μάνα της Έλσας και η Μάνα του Παύλου εισέρχονται ταλαιπωρημένες, εκστασιασμένες, φοβισμένες, αλλά με μιαν ελπιδοφόρο αγωνία. Αντιλαμβάνονται – από τον ρυθμό και την ένταση του ήχου αλλά και του φωτός του κινητού που κρατούν ως δάδα στο χέρι τους- ότι βρίσκονται στο μέρος που αναζητούν.
Ανιχνεύοντας διστακτικά τον χώρο, εντοπίζουν σταδιακά τα μαρμαρωμένα παιδιά τους .
Πέφτουν με κραυγές πάνω στο διαφανές πέπλο.
Διαπιστώνουν ότι είναι αδιαπέραστο πρόκειται για σύνορο στο οποίο δεν μπορούν να διαβούν, δεν μπορούν, να εισέλθουν εντός του!
……………………………………………………………………………….
Τα κινητά τους ως δάδες ψηλά …»
Οι μάνες σε όλη τους τη ζωή θρηνούν…
Η μάνα του Παύλου που τον είχε έναν και μοναδικό, θρηνεί ξεριζώνοντας ότι έχει φυτρώσει πάνω στη γη, φτάνοντας μέχρι τα βουνά…
Η μάνα της Έλσας , έχει το πιάτο της στο τραπέζι κάθε μέρα.
Μπαίνει στο δωμάτιό της, κάθε ημέρα και την καλεί.
Η γιαγιά, ανοϊκή σχεδόν, περιμένει τον χαλβά Φαρσάλων που ζήτησε από την εγγονή της…
Ο χαλβάς Φαρσάλων γίνεται το συμβολικό μνημόσυνο, η αντίσταση κατά της λήθης, η συνέχεια τη ζωής του κοριτσιού με τα μυωπικά γυαλιά και την βοστρυχωτή κόμη…
Ο συγγραφές με την εν συναίσθηση και την ευαισθησία που τον χαρακτηρίζει, γράφει σαν να είναι γιος του ο Παύλος, σα να είναι κόρη του η Έλσα.
Υπάρχουν στιγμές που τα μάτια βουρκώνουν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο συγγραφέας το επιδιώκει.
Προσπαθώντας να αποστασιοποιηθεί από το τραγικό γεγονός που ο ίδιος, ως συνοδός καθηγητής σε άλλο λεωφορείο έζησε έμμεσα, δημιουργεί ποιητικές εικόνες που δίνουν άλλη διάσταση στον τόπο των χαμένων παιδιών…
Πίνακες ζωγραφικής, θαρρείς, του Ρομαντισμού, όπου το Υπερπέραν και το Μελαγχολικό συνυπάρχουν με στοιχεία του Συμβολισμού.
Τελετή Ενηλικίωσης στο Λιβάδι
των Ανθισμένων Κρόκων
«Ακόμη πιο βαθιά κάτω από τη γη.
Ρίζες δέντρων διακρίνονται να κρέμονται από ψηλά, στάζοντας αργά σταγόνες νερού . Χώματα. Βράχοι. Υπόγειος ποταμός χαμηλής στάθμης ρέει…
Στο αριστερό και δεξιό άκρο φυλάνε τον χώρο ένας Γρύπας και ένας Κυανοπίθηκας.
Στο κέντρο, διαφανές πέπλο σχηματίζει έναν αρκετά μεγάλο ιδιότυπο «κύκλο»(Το επάνω μέρος του φτάνει μέχρι την «οροφή»), εντός του οποίου διακρίνονται- εκτός από τις ρίζες που κρέμονται και στάζουν- ακίνητοι, ακέφαλοι “μαρμαρωμένοι” Ίσκιοι Παιδιών, ανά δυάδες, τοποθετημένοι όμως ξεχωριστά ο καθένας πάνω σε χαμηλό βάθρο, σαν ένα Σύνολο Αγαλμάτων που κοσμεί ταφικό μνημείο.
Η στάση τους υποδηλώνει ότι βαδίζουν εν πομπή.
Χαμηλόφωνα, σαν επιτύμβιος ψίθυρος η φωνή της Μπίλι Χόλιντεϊ τραγουδάει το without you.
………………………………………………………………………………………
Αυτοί ζωντανεύουν αργά, κινούνται ανεπαισθήτως, ενώ, παράλληλα, σταδιακά και εξίσου αργά, αποκτούν κεφάλι και ρούχα με ζωηρά – ζωντανά χρώματα.»
Ο συγγραφέας με την συναισθηματική ευφυΐα που τον διακρίνει και την αξιοσημείωτη γνωστική ικανότητα του λόγου, τον οποίον χειρίζεται όχι με τρόπο διδακτικό, αλλά διεισδυτικά-διαισθητικά, εκφράζει τον δικό του θυμό για τον θάνατο γενικότερα, σα να μην κατανοεί αυτή την αδιανόητη παύση της ζωής και ειδικότερα όταν πρόκειται για τη δεκαεξάχρονη Έλσα που φοράει στον λαιμό περιδέραιο από γυάλινες χάντρες σε σχήμα πάπιας, στα αυτιά της σκουλαρίκια που αναπαριστούν λιβελούλες με ανοιγμένα τα φτερά, και για τον δεκαεξάχρονο Παύλο που κρατάει περιστέρι στο ένα χέρι.

Δεν επιλέγονται τυχαία από τον συγγραφέα αυτές οι λέξεις.
Η λιβελούλα, ζει μόνο για λίγο στην ενήλικη μορφή της και συμβολίζει την απόλαυση της στιγμής την εκτίμηση της ζωής . Σχετίζεται επίσης με την αναζήτηση της αλήθειας, τη σοφία και τη σύνδεση με τον πνευματικό κόσμο.
Το περιστέρι στο χέρι είναι ένα ισχυρό σύμβολο με πολλαπλές ερμηνείες.
Αχ, να γινόταν σκεφτόμουν, καθώς διάβαζα το βιβλίο, να ερχόταν από εκεί κάποιο περιστέρι, νά ‘φερνε μηνύματα στους από δω…
Όλα όμως, όπως γράφει ο Καισαρίδης, είναι υπό έλεγχο εκεί. Ελεγχόμενη θλίψη, όχι ξέσπασμα συναισθημάτων. Όλα γίνονται και εκτελούνται ψυχρά…
Το νερό μόνο είναι αυτό που ενώνει το κάτω με το επάνω.
Στη σελίδα 31 ο συγγραφέας,
Βρίσκει τη λύση, πιθανόν δική του εσωτερική ανάγκη, για τη σωτηρία των ψυχών των μανάδων των δύο παιδιών…
«Τότε αστράφτει στο μυαλό τους ότι τα νερά του υπόγειου ποταμού που κυλούν στα πόδια τους δέχονται και τα νερά που στάζουν από τις ρίζες πάνω στα παιδιά τους (τα νερά αυτά ενώνουν τις μάνες με τα παιδιά τους!)»
Ατέρμονες προσευχές- Ατέρμονα προσκλητήρια
Tα κινητά των παιδιών που φωτίζουν τη νύχτα, ακόμη και απόντα πια, έχουν έντονη παρουσία στα κείμενα του συγγραφέα…
Σαν φωτεινές καρδιές, υποκατάστατα των ψυχών που χάθηκαν…
Όπως το κινητό του Παύλου που μοιάζει με αυγό κι αναβοσβήνει στο μέρος της καρδιάς της μάνας του….
«Τα κινητά αρχίζουν να χτυπούν δαιμονιωδώς, συναγερμός: Κίνδυνος! Ακούγεται ένα φρικιαστικό φρενάρισμα, έπειτα ένα φοβερό χτύπημα σιδερένιων αντικειμένων μεγάλου μεγέθους και ακολούθως ο ήχος ενός πριονιού που κόβει χοντρά σίδερα και λαμαρίνες…
……………………………………………………………………………….
Το πριόνι συνεχίζει να κόβει. Όρθια και με τη φρίκη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, η Μαθήτρια Ζωή βλέπει την ώρα του μακελειού τον θάνατο να την πλησιάζει.
Μόλις ουρλιάξει
« Θεέ μου, τελείωνε!»
σταματούν να χτυπούν τα κινητά (Εξακολουθούν όμως να αναβοσβήνουν ) και σταματάει το πριόνι να κόβει λαμαρίνες.»
Η Έλσα φοράει την κίτρινη φούστα της και ο Παύλος στο λουλακί μπλουζάκι.
Όλα τα Παιδιά αρχίζουν να τραγουδούν:
«Φέτος το καλοκαίρι στα 16 μου
θα τη σηκώσω τη μεγάλη πέτρα.
Θ’ απλώσω τα μαλλιά μου πάνω απ’ τα κυπαρίσσια.
Θα ταξιδέψω. Πάνω απ’ τον ήλιο, τη βροχή, τον άνεμο.
Θα τη σηκώσω τη μεγάλη πέτρα.
Θα σπάσω την απέραντη σιωπή.
……………………………………………………………………………….
Εδώ θα είμαι.»
Αναπάντητες ερωτήσεις ταλανίζουν τις ζωές μας, ανεξήγητες απορίες, άλυτα ζητήματα που παίρνουν τον χρόνο που για τα ζώντα πλάσματα έχει αρχή και τέλος.
Μα όταν βίαια και άδικα η απόσταση μεταξύ της αρχής και του τέλους είναι τόσο μικρή που γίνεται γειτονιά, τότε δίνουμε τις δικές μας απαντήσεις, στη μοναξιά του ο καθένας, βρίσκοντας διαύλους επικοινωνίας όπως η μάνα του Παύλου που επικοινωνεί με το υποσυνείδητο.
Η Μάνα τού Παύλου μόλις επέστρεψε
από τον ποταμό της Επαυξημένης Πραγματικότητας
«Τον είδα! Ήρθε στον ύπνο μου, το πουλάκι μου!”
Ααα! Τον είδα! Ααα! Πόσο δροσερή είν’ η ψυχή μου!
……………………………………………………………………………….
Ανοίγει τα χέρια της σαν φτερά
« …. Ακόμα ονειρεύομαι; Ονειρεύομαι!… Μπήκε μέσα μου η ψυχούλα του και με δρόσισε! Τώρα, αν μου πεις ” Κάτσε πάνω στη φωτιά!» κάθομαι.
……………………………………………………………………………….
Νύχτωσε, Θεέ μου! Νύχτωσε, να κοιμηθούμε να ονειρευτούμε τα παιδιά μας.»
Γιάννης Καισαρίδης
αναπάντητες
εκδόσεις θράκα
καλή εβδομάδα με υγεία!
Ει. Δα.
–
















































