Άρθρα Ιστορία Πολιτισμός

«Οι Βλάχοι ποιμένες της Ελλάδας» / γράφει ο Γιώργης Έξαρχος

Έχω ουσιαστικά κλείσει τον κύκλο των ερευνών μου πάνω στο «Θέμα: Αρμάνοι-Βλάχοι», με την ογκώδη μελέτη μου: «Ελλαδικοί – Αρμάνοι – Βλάχοι Απόγονοι των Πελασγών. Ιστορικές, Αρχαιολογικές, Γλωσσολογικές Μαρτυρίες από το 1931 π.Χ. έως σήμερα. / Hellenics – Armanians – Vlachs Descendants of thw Pelasgians. Historical – Archaeological – Linguic Testemonialas from 1931 BC until today. Εκδοτικός Οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη Θεσσαλονίκη 2021. Σχήμα 20 x 30, σελ. 2.478». Μια σύνοψη αυτού του έργου έχει δημοσιευτεί στην ΦΑΡΕΤΡΑ, σε δύο κύκλους ανακοινώσεων – αναρτήσεων, με τίτλους: «Διαδρομές… αυτογνωσίας…» και «Βλαχολογικοί ίαμβοι και ανάπαιστοι…».

     Όμως, κατά την μελέτη των «πηγών» όλο και… πέφτω σε ενδιαφέρουσες πληροφορίες ή έγγραφα/ντοκουμέντα, τα οποία θεωρώ ότι είναι καθήκον του ερευνητή να τα δημοσιοποιεί, ώστε να γίνουν γνωστά σε ευρύτερο κοινό, για να μπορεί να αποκτήσει γνώση, και κατόπιν να διαμορφώσει (αν έχει κριτική ικανότητα και γνώση των πηγών) την όποια άποψη.

     Δυστυχώς, το «παγκόσμιον κουτσομπολείον» του «φατσόβιβλου» (f.b.), έχει μετατρέψει το μέγα πλήθος των χειριστών η/υ σε φωστήρες εκφραστές απόψεων και… δοξασιών, απόψεις που εδράζονται μόνον στα «πιστεύω» και στις «εικοτολογίες» τους. Κι έτσι προκύπτει πλημμυρίδα… αερολογιών!

Παρουσιάζω εδώ –γίνεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα– το πολύ σπουδαίο κείμενο του Λενορμάν, έτους 1864, για τους «Βλάχους Ποιμένες της Ελλάδος», και θα συνεχίσω με άλλη ανάρτηση, στην οποία θα δημοσιεύσω Έγγραφο/Έκθεση προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια (επίκαιρο το θέμα), κρατικού υπαλλήλου – απεσταλμένου του Ι.Κ. στην Εύβοια, το οποίο αναφέρεται στα «Βλαχοχώρια της Εύβοιας».\, το 1830. Τόλο θέμα είναι όχι το τι λένε και ισχυρίχονται ορισμένοι σήμερα, για το παρελθόν τους και το παρελθόν των κοιτίδων τους, αλλά το τι «φθέγγονται» τα τότε επίσημα scripta, γενικά για τούτη την ρημάδα την χώρα, στην οποία ζούμε και είναι πατρίδα μας ή μητρίδα μας…

     Μερικές μόνον επισημάνσεις για το κείμενο του Λενορμάν: α) Με την χρήση μιας μικρής κλασικής «βλαχολογικής» βιβλιογραφίας (λίγοι γνωστοί ιστορικοί ή «βυζαντινοί» χρονογράφοι), απ’τις δεκάδες πηγές που υπάρχουν, οδηγήθηκε στα γνωστά στερεότυπα συμπεράσματα, τα οποία ανατρέπονται διά των πηγών από την ανωτέρω μελέτη μας. β) Οι Αρμάνοι/Βλάχοι στα επαναστατικά κινήματα των Ελλήνων και στην επανάσταση του 1821, είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές (ως Αλβανιτοβλάχοι και Γραικογλάφοι), όπως μαρτυρούν πλήθος πρωτογενών πηγών, οι οποίες περιέχονται στις μελέτες μας: “Κλέφτες και αρματολοί κατά της οθωμανοκρατίας (1495-1878) – Η διαχρονική παρουσία Ελληνόβλαχων επαναστατών” (1.905 πυκνογραμμένες σελίδες), εκ. Αντ. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη, «Νικολάου Κωνστ, Κασομούλη, Αλβανιτοβλάχοι και Γραικοβλάχοι – Η Ιστορία του Κλεφταρματολισμού», από τις εκδ. Μέδουσα-Σέλας, Αθήνα. – Οι ιστορικές πηγές δεν ψεύονται κι ούτε διαψεύδονται… Αυτό, που… επιμελώς αποσιωπάται είναι ότι η λ.Αρμάν (όρος αυτοπροσδιορισμού των Ελληνοβλάχων) υπάρχει ήδη στην αρχαία ελληνική ως δάνειο από την φρυγική γλώσσα και ότι δεν έχει καμία σχέση με το Α-Roman, όπως ανοήτως ισχυρίζονται οι οπαδοί της κυρίαρχης αλλά ατεκμηρίωτης ιστορικά άποψης και αντίληψης (αναπόδεικτης θεωρίας). – Επίσης, το τοπωνύμιο του 1ου μ.Χ. αιώνα Βλαχέρνα στην πόλη Βυζαντίς (την μετά το 330 μ.Χ. Νέα Ρώμη και Κωνσταντινούπολη). Κατά μαρτυρία του Διονυσίου Βυζαντίου (2ος μ.Χ. αι.):

          «ΧΧΙΙΙ. Ένθεν η καλουμένη Σαπρά θάλασσα, πέραν μεν του παντός κόλπου (κείται γαρ εν τω πυθμένι του Κέρατος), αρχή δε των καταδιδόντων εις αυτήν ποταμών. Ωνόμασται δε, ουκ οίδα είτε κατά την εκείνων γειτνίασιν (επειγόμενοι γσρ διαφθείρουσι της θαλάσσης το αυθιγενές), είτε και προς το ακίνητον και απαθές υπό πνευμάτων· δύναιτο δ’ αν μάλλον υπό της προχώσεως των ποταμών, οι συνεχή και μαλθακήν καταφέροντες ιλύν, ελαφράν και τεναγώδη παρέχονται την θάλασσαν. Θήρα δε κανταυθα των ιχθύων. Και το μεν πρώτον των χωρίων Πολυρρήτιον, από ανδρός Πολυρρήτου. Το δε μετά τούτο Βαθεία Σκοπιά, προς το βάθος της θαλάσσης. Τρίτον Βλαχέρνας, όνομα βαρβαρικόν αφ’ενός των ταύτης βασιλέων. Και το τελευταίον Υπαλώδες, από του τελματώδη και πηλώ προσεοικυίαν υφιζάνειν αυτώ την των ποταμών παραχώρησιν· ου γαρ στεριφός ουδέ υπόψαμμος ο βυθός όθεν ουδέ ναυσίν ότι μη βραχείαις περατός υπό πλήθους της καταδιδούσης ιλύος. Το δε ένθεν, μετέωρος και τεναγώδης ανάχυσις άχρις επί τας εκβολάς των ποταμών, οι δίχα μεν αλλήλων φέροντας, συμβάλλουσι δε επί ταις προχοαίς, ως δι’ ενός στόματος εκπίπτοντες. Διά μέσου δε, έλη τε εύβοτα και λειμώνες, αφθόνους αναδιδόντες νομάς βοσκημάτων. Τούτους ο θεός σκύλακας ηνίξατο, τους υπέρ της αποικίας χρωμένους προτρέπων. Λέγει δε ούτως·

Όλβιος οι κείνην ιερήν πόλινοικήσουσιν,

Ακτήν Θρηικίην τ’ ένυγρου παρά τε στόμα Πόντου

Ένθα δύο σκύλακες πολιήν μάρπτουσι θάλασσαν,

Ένθ’ ιχθύς έλαφος τε νομόν βόσκονται αν’ αυτόν.

     Είρηται δε ταύτα απ’ του συμβεβηκότος·οι τε γαρ έλαφος, κατιόντες εκ της ύλης ώρα χειμερίω, σιτούνται τον ελείτην κάλαμον· ιχθύων τε όσοι επίμικτον θαλάσση και ποταμοίς υποφωλεύει τη του Κέρατος ησυχία, νωθρόν άμα και αργόν επ’ ευτροφίας λιχνεύει την κατά βυθού ρίζαν.» (Διονυσίου Βυζαντίου, Ανάπλους Βοσπόρου. – Dionysii Byzantii, De Bospori Navigatione, Quae Supersunt … Carolus Wescher, Parisiis, MDCCCLXXIV [1874], p. 10-11).

     Άρα, η ονομασία Βλαχέρνας σημαίνει όνομα βασιλιά! Όμως, η λ. Βλαχέρνας έχει ως πρώτο συνθετικό τη λ. Βλάχος και δεύτερο συνθετικό την αρχαιοελληνική λ. ερνός ή έρνος = βλαστός, βλαστάρι, (μτφ.) τέκνο, οπότε η λ. Βλαχέρνας προέκυψε από τον Βλαχερνόν = Βλάχος + ερνός = το του Βλάχου τέκνον.

     Το μέγα πλήθος αυτών των μαρτυριών, δίνονται στην υπό έκδοση μελέτη μας: «ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ P. FRIDERICUS PHLEPS ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΤΩΝ ΒΛΑΧΩΝ», του που αναμένεται οσονούπω από τις Εκδόσεις Επίκεντρο, της Θεσσαλονίκης.

     Πάντως, η μελέτη του Λενορμάν, είναι μια σπουδαία κατάθεση.

Έρρωσο (που έλεγαν παλαιότερα)!

Γιώργης Έξαρχος

———————————-

LES PATRES VALAQUES DE LA GRÈCE ‘ .

(1.Διαβάστηκε στη γενική συνέλευση της Εθνογραφικής Εταιρείας, στις 21 Φεβρουαρίου 1864.)

ΟΙ ΒΛΑΧΟΙ ΠΟΙΜΕΝΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ.

(REVUE ORIENTALE ET AMÉRICAINE, TOME NEUVIEME, ΠΑΡΙΣ 1864, σ. 237-255)

     Δεν είναι μόνο ο αρχαιοδίφης που μπορεί να επωφεληθεί από ένα ταξίδι στην Ελλάδα και μια διαμονή στην Αθήνα. Ο εθνογράφος και ο φιλόλογος βρίσκουν επίσης άφθονα θέματα για μελέτη εκεί. Ανάμεσα στην ποικιλομορφία των φυλών που οι εισβολές του Μεσαίωνα εισήγαγαν σε αυτή την κλασική γη και που διαδοχικά εξελληνίστηκαν, χάρη στη δύναμη αφομοίωσης που διαθέτει η ελληνική ιδιοφυΐα σήμερα όπως και στην αρχαιότητα, συναντά κανείς περίεργους και ακόμη λιγότερο γνωστούς πληθυσμούς που μέχρι τώρα διέφευγαν της προσοχής των περισσότερων ταξιδιωτών, αλλά αξίζουν να τραβήξουν την προσοχή μας. Είναι καιρός να τους μελετήσουμε· γιατί κάθε μέρα, καθώς ο πολιτισμός εξαπλώνεται σε όλο το ελληνικό βασίλειο, τείνουν να χάνουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους και να ενσωματωθούν πληρέστερα στο σύνολο του έθνους. Για έναν από αυτούς τους πληθυσμούς με την άδειά σας θα μιλήσω τώρα στην Εθνογραφική Εταιρεία.

     Όταν φτάνει ο χειμώνας και τα χιόνια αρχίζουν να καλύπτουν τις κορυφές των ορέων της Πάρνηθας και του Κιθαιρώνα, οι νομάδες βοσκοί, που περιπλανιόντουσαν με τα κοπάδια τους στα πιο ψηλά μέρη αυτών των βουνών, κατεβαίνουν στις πεδιάδες αναζητώντας πιο εύφορα βοσκοτόπια και για το κύριο βοσκότοπό τους. Ο καταυλισμός κοντά στην Αθήνα βρίσκεται γύρω από τη Μονή Δαφνίου. Εκεί τους συναντά κανείς, να κατοικούν στις μικρές μαύρες σκηνές τους ή στις καλύβες τους από φύλλωμα, με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους, το άλογο που, κατά την αλλαγή κατοικίας, μεταφέρει τις αποσκευές και τη σκηνή, τους τεράστιους μολοσσούς (σκύλους) που προστατεύουν την οικογένεια και τα ποίμνια από λύκους και κλέφτες, τα πουλερικά που, στη νομαδική ζωή, μεταφέρονται σε καλάθια και που, κατά τη διάρκεια της χειμερινής ή καλοκαιρινής εγκατάστασής τους, ραμφίζουν γύρω από τον καταυλισμό με τόση ηρεμία όση θα έκαναν σε μια αγροικία· τα κατσίκια και τα πρόβατα που βόσκουν τα φρέσκα βλαστάρια των δέντρων και των οποίων το γάλα, το βούτυρο και το τυρί πηγαίνει ο βοσκός στην πόλη να τα πουλήσει.

     Εξακολουθούν να ζουν, χωρίς καμία αλλαγή, τη ζωή που ο Όμηρος περιγράφει σαν αυτή του Εύμαιου. «Ο βοσκός δεν θέλει να κοιμάται στο κρεβάτι του, μακριά από τα κοπάδια του. Βγαίνει έξω και οπλίζεται. Ρίχνει το κοφτερό του σπαθί πάνω στους στιβαρούς ώμους του· φοράει έναν φαρδύ μανδύα που τον προστατεύει από τον άνεμο και βάζει στην πλάτη του το δέρμα μιας μεγάλης κατσίκας. Παίρνει ένα κοφτερό ακόντιο, για να έχει μακριά τα σκυλιά και τους ανθρώπους και κοιμάται ανάμεσα στα ασπροδόντια γουρούνια, κάτω από έναν κούφιο βράχο, στ’ απάγγειο απ’ τους ανέμους».[1]

     Όπως σχεδόν όλης της Ελλάδας,[2] οι νομάδες βοσκοί της Αττικής, αυτοί που τον χειμώνα κατασκηνώνουν γύρω από τη Δάφνη, ανήκουν στη Βλαχική ή Ρουμανική φυλή [race Valaque ou Roumaine], τόσο ιδιαίτερα αφοσιωμένοι σε αυτό το επάγγελμα στις ελληνικές επαρχίες [provinces helléniques] και που από την συνήθη χρήση της νέας ελληνικής [du grec moderne] γνωρίζει μόνο μία λέξη, βλάχος, για να χαρακτηρίσει έναν Βλάχο και έναν βοσκό [un Valaque et un berger].

     Η αναφορά σε αυτή τη φυλή στη βυζαντινή ιστορία, νότια του Δούναβη, εμφανίζεται για πρώτη φορά στα τέλη του 10ου αιώνα. Χωρισμένοι από τους αδελφούς τους της Δακίας[3] εκείνη την εποχή, περιγράφονται από τον Κεδρηνό, το 969, ως περιπλανώμενοι νομάδες, Βλάχοι οδίται, στη χώρα/γη μεταξύ Πίνδου και Ολύμπου. Προς τα τέλη του 11ου και στις αρχές του 12ου αιώνα, έγιναν πιο ενδιαφέροντες. Στη συνέχεια, φαίνονται να καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλίας, η οποία, από εκείνη την εποχή μέχρι την τουρκική κατάκτηση, ήταν γνωστή ως Μεγάλη Βλαχία.[4] Είχαν επίσης και οικισμούς στη Θράκη και στην αρχαία Μαισία. Η Άννα Κομνηνή μας πληροφορεί ότι οι στρατοί του πατέρα της Αλέξιου άντλησαν στρατιώτες από τους Βλάχους αυτών των περιοχών[5] και αναφέρει μια από τις φυλές τους, που εγκαταστάθηκε κοντά στην Αγχίαλο στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας.[6] Ο Εβραίος περιηγητής Βενιαμίν από την Τουδέλα, αφηγούμενος το ταξίδι του από την Κέρκυρα [Corfou] στην Κωνσταντινούπολη, λέει ότι εισήλθε στη χώρα των Βλάχων τρεις ημέρες μετά την αναχώρησή του από τις Θήβες.[7] Τέλος, ο Νικήτας Ακομινάτος, από τις Χώνες [εξ ου και Χωνιάτης] της Μικράς Ασίας, τοποθετεί ένα από τα κύρια κέντρα τους στις περιοχές του όρους Αίμου,[8] ένα άλλο γύρω από τις Σέρρες, τη Στρούμιτζα και τον Πρόσακο στη Μακεδονία,[9] και λέει ότι επέκτειναν τις επιδρομές τους και τις λεηλασίες τους προς τα Δυτικά μέχρι την Ναϊσσό (Νίσσα) και την Φιλιππούπολη, κι Ανατολικά μέχρι την Αρκαδιούπολη, τη σημερινή Βάρνα.

     Στα τέλη του 12ου αιώνα, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ισαάκ Αγγέλου, δυσαρεστημένοι με τον τρόπο που τους αντιμετώπιζαν οι επικυρίαρχοί τους, ήτοι οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες, ένωσαν τις δυνάμεις τους με τους Βουλγάρους για να αποτινάξουν τον ζυγό της αυτοκρατορικής εξουσίας[10] και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ίδρυση του δεύτερου βουλγαρικού βασιλείου, σε τέτοιο βαθμό που οι δύο πρώτοι πρίγκιπες που κάθισαν στο θρόνο του, ο Πέτρος και ο Ασάν, ήταν και οι δύο Βλάχοι.[11] Υπό τον τρίτο βασιλιά, τον Ιωαννίτση, βάδισαν με τους Βουλγάρους, τους Κουμάνους και άλλες σκυθικές φυλές [autres tribus scythiques] στον στρατό ο οποίος νίκησε τους Σταυροφόρους, το 1205, στη Μάχη της Αδριανούπολης κι αιχμαλώτισε τον αυτοκράτορα Βαλδουίνο της Φλάνδρας [Baudouinde Flandres].

     Ωστόσο, μόνο οι Βλάχοι του Αίμου βρίσκονταν υπό την εξουσία των βασιλιάδων της Βουλγαρίας. Όσοι βρίσκονταν στις πιο νότιες επαρχίες εντάχθηκαν σε συνομοσπονδία απλώς με αυτό το βασίλειο. Ο Νικήτας Ακομινάτος μιλάει για τον Χρύσο, ηγέτη των Βλάχων της Μακεδονίας, ως έναν εντελώς ανεξάρτητο πρίγκιπα.[12] Ο ίδιος συγγραφέας, απαριθμώντας τα κράτη τα οποία σχηματίστηκαν στην Ευρώπη με τη διάλυση της Αυτοκρατορίας, μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, λέει ότι η Ήπειρος και η Ιλλυρία, από τη Νικόπολη μέχρι το Δυρράχιο, ανήκαν στον Μιχαήλ, δεσπότη της Αιτωλίας ή της Άρτας, ότι η χώρα κατά μήκος της θάλασσας, από τη Θεσσαλονίκη ως τον Αλμυρό (νυν Αρμυρό [στον ν. Μαγνησίας]), συμπεριλαμβανομένης της Φθιώτιδας και της πεδιάδας της Λάρισας, ανήκε στον Βονιφάτιο, τον Μαρκήσιο τον Μομφερράτο, τέλος ότι η Μεγάλη Βλαχία και τα βουνά της Θεσσαλίας, δηλαδή οι ορεινοί όγκοι της Πίνδου και του Ολύμπου, σχημάτιζαν ξεχωριστό πριγκιπάτο, υπό έναν ηγέτη, πιθανώς ιθαγενή, τον οποίο δεν κατονομάζει.[13]

     Ενωμένοι σε συμφέροντα και δράση, αν και διαιρεμένοι σε πολλά μικρά κράτη, οι Βλάχοι του δυτικού Δούναβη αύξησαν τα εδάφη τους καθ’ όλη τη διάρκεια του 13ου αιώνα και στο τέλος αυτής της περιόδου, ο Παχυμέρης[14] τους απεικονίζει να εκτείνονται από τη Βιζύη μέχρι τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. Στη συνέχεια, έγιναν αρκετά τρομεροί στην κυβέρνηση αυτής της πρωτεύουσας, ώστε να αποτελέσουν μια από τις μεγαλύτερες ανησυχίες των Αυτοκρατόρων. Αλλά το 1290, ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος κατάφερε, εν μέρει με τη βία και εν μέρει με πονηριά, να πείσει τη μάζα εκείνων που κατοικούσαν στη Θράκη και στη Μακεδονία να τους επιτρέψουν να μεταφερθούν στην Ανατολία, όπου το σύστημα σκληρότητας και καταπίεσης στο οποίο υποβλήθηκαν και η δριμύτητα του χειμώνα κατά τη διάρκεια του οποίου έλαβε χώρα η μετανάστευσή τους, πολύ σύντομα τους κατέστρεψαν.[15]

     Αυτό σηματοδότησε το τέλος της δύναμής τους. Λίγο αργότερα, τα κατακτητικά στρατεύματα των Τούρκων, έχοντας εγκατασταθεί στην Αδριανούπολη, ολοκλήρωσαν την εκδίωξη όσων είχαν απομείνει από τους Βλάχους από την περιοχή των ορέων του Αίμου και της Ροδόπης, εκδιώκοντάς τους πίσω στα βουνά μεταξύ Μακεδονίας, Ηπείρου και Θεσσαλίας. Έτσι, διακόπηκαν οριστικά οι επικοινωνίες που, κατά την ακμή της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, εξακολουθούσαν να υπάρχουν, στενές αλλά και σταθερές, μεταξύ των νότιων Βλάχων και των αδελφών τους πέρα ​​από τον Δούναβη. Διότι δεν θα πρέπει κανείς να συμπεραίνει, όπως ο Συνταγματάρχης Ληκ,[16] από το γεγονός ότι τον 15ο αιώνα ο Χαλκονδύλος[17] έγραψε ότι Βλάχοι βρίσκονταν από τη Δακία μέχρι την Πίνδο, ότι οι φυλές τους εξαπλώθηκαν στη συνέχεια αδιάλειπτα σε αυτή την τεράστια περιοχή. Ο ιστορικός των Σουλτάνων αναφέρει μόνο τα δύο ακραία σημεία της διασποράς των λαών/πληθυσμών αυτής της φυλής.

     Το 1332, ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Παλαιολόγος ο Νεότερος, μαζί με ένα μεγάλο μέρος της Ελλάδας, υπέταξε τους Βλάχους της Θεσσαλίας,[18] οι οποίοι ήταν ανεξάρτητοι από την Κωνσταντινούπολη για δύο αιώνες και των οποίων η επικράτεια είχε λεηλατηθεί λίγα χρόνια νωρίτερα από τη Μεγάλη Καταλανική Εταιρεία.[19] Αλλά αυτή η υποδούλωση ήταν βραχύβια και το 1343, μετά από μια άλλη εξέγερση, υποτάχθηκαν οικειοθελώς στον αυτοκράτορα Ιωάννη Καντακουζηνό.[20] Στη συνέχεια, αυτός παραχώρησε τη Μεγάλη Βλαχία στον Νίκιφόρο, Δεσπότη της Άρτας, ο οποίος την κράτησε μέχρι τον θάνατό του το 1355.[21] Πέντε χρόνια αργότερα, ο Σουλτάνος ​​Μουράτ Α’ κατέκτησε ένα μεγάλο μέρος της Θεσσαλίας.[22] Αυτές οι πλούσιες, ανοιχτές πεδιάδες προσέφεραν στους Τούρκους δελεαστική λεία και εύκολη κατάκτηση. Αλλά το ίδιο δεν θα μπορούσε να ειπωθεί για τα τραχιά βουνά όπου κατοικούσαν οι Βλάχοι. Έτσι, δεν υποτάχθηκαν παρά μόνο μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον Μουράτ Β’, το 1429.[23]

     Σήμερα, οι απόγονοι αυτών των Βλάχων βρίσκονται στις ελληνικές χώρες νότια του Δούναβη, στη Μακεδονία, στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο και στο Βασίλειο της Ελλάδας [Royaumede Grèce]. Τα έθιμά τους τους χωρίζουν σε δύο κατηγορίες: νομάδες βοσκούς και εγκατεστημένους εδραίους αγρότες. Οι πρώτοι περιπλανώνται διάσπαρτοι με τα κοπάδια τους στη νότια Ήπειρο και στην Ελλάδα [Grèce]. Οι δεύτεροι ζουν σε αρκετά συμπαγείς ομάδες στις κοιλάδες των ψηλών βουνών οι οποίες σχηματίζουν ένα είδος συνδέσμου μεταξύ των τριών ελληνικών επαρχιών που παρέμειναν υπό τουρκική κυριαρχία.

     Εθνογραφικά, αποτελούν δύο ξεχωριστούς κλάδους, και οι πρώτες καταγραφές τους αφορούν σε δύο διαφορετικές περιοχές. Αυτοί είναι οι Καραγκούνηδες [Karagounis], ή «άντρες με μαύρα ρούχα», αλλιώς γνωστοί ως Αρβανιτοβλάχοι, που κατάγονται από την Ήπειρο και τα όρια των αλβανικών πληθυσμών,[24] και οι Κουτζοβλαχοι ή «κουτσοί Βλάχοι», αλλιώς γνωστοί ως Ελληνοβλάχοι, που κατάγονται από τη Θεσσαλία. Οι εγκατεστημένοι κάτοικοι στο Γαρδίκι, στο Συρράκο και στους Καλαρρύτες, και οι ποιμένες που περιπλανώνται στην Ήπειρο και στην Ακαρνανία, είναι Καραγκούνηδες. Οι Βλάχοι που εγκαταστάθηκαν στα Τρίκαλα, στο Μέτσοβο και στην γύρω περιοχή, οι νομάδες ποιμένες της Φθιώτιδας, της Βοιωτίας και της Αττικής, ανήκουν στον κλάδο των Κουτζοβλάχων. Η φυλή των Καραγκούνηδων είναι πιο καθαρή. Η γλώσσα τους (αν και όλοι μιλούν ελληνικά καθώς και βλάχικα [bien qu’ils parlent tous le grec aussi bien que le valaque]) είναι σχεδόν αμιγής, τα εσωτερικά έθιμα των φυλών τους έχουν πολύ πιο ιδιαίτερο χαρακτήρα και πάντα σχηματίζουν συμμαχίες μεταξύ τους. Οι Κουτζοβλάχοι, όπως υποδηλώνει και το όνομά τους, δεν είναι από καθαρό αίμα, απαλλαγμένο από κάθε ανάμειξη, Ελληνικά στοιχεία έχουν αναμειχθεί ανάμεσά τους. Το ιδίωμα το οποίο μιλούν είναι υπερφορτωμένο με ξένες λέξεις, δανεισμένες από τα ελληνικά, ειδικά για να δηλώσουν πράγματα μιας πολιτισμένης ζωής. Όπως σημείωσε ο κ. Heuzey,[25] «λένε στα ρουμανικά τα ‘ψωμί’, ‘πρόβατο’». Στα ελληνικά λένε τα ‘τραπέζι, παράθυρο». Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο ζωής τους, ο οποίος βασίζεται τόσο στις παλιές συνήθειες της φυλής, που διατήρησαν ατόφια οι Καραγκούνηδες, όσο και στα έθιμα των ελληνικών πληθυσμών μεταξύ των οποίων ζουν.

     Είτε αλλοιωμένη, όπως αυτή των Κουτζοβλάχων, είτε καθαρή όπως αυτή των Καραγκούνηδων, η γλώσσα των Βλάχων νοτίως του Δουνάβεως μοιράζεται τα ίδια χαρακτηριστικά. Αναμφίβολα ανήκει στη ρουμανική γλώσσα [à la langue roumaine], αλλά αποτελεί μια διάλεκτο, διαφορετική από αυτήν που ομιλείται και γράφεται από τους Βλάχους και τους Μολδαβούς [les Valaques et les Moldaves] βορείως του Δουνάβεως. Οι μορφές και οι γραμματικοί κανόνες είναι, σε κάθε περίπτωση, οι ίδιοι. Αλλά οι λέξεις διαφέρουν αρκετά στην προφορά τους, έτσι ώστε τα δύο κύρια τμήματα της ρουμανικής φυλής [la race roumaine] να δυσκολεύονται να κατανοήσουν το ένα το άλλο.[26] Όσο τραχιά και ακαλλιέργητη κι αν είναι, η διάλεκτος των Βλάχων της Ελλάδας φαίνεται πιο κοντά στα λατινικά από αυτή των κατοίκων της αρχαίας Δακίας. Έχει διατηρήσει πιο πιστά τον ήχο των φωνηέντων και δεν έχει επιτρέψει την αλλοίωσή του. Έτσι, για να πουν «ψωμί» και «χέρι», οι νότιοι Βλάχοι δεν προφέρουν, όπως οι αδελφοί τους [leurs frères] των παραδουνάβιων ηγεμονιών, pouiné, ména, αλλά pané, mana. Αυτό το γεγονός είχε ήδη σημειωθεί ενώπιόν μας από τον κ. Heuzey,[27] ο οποίος είχε την ευκαιρία να μελετήσει εκτενώς και με προσοχή τους Κουτζoβλάχους στην Πίνδο και στον Όλυμπο, και τους Καραγκούνηδες στην Ακαρνανία.[28]

     Οι Ρουμάνοι [Roumains] [=Ελληνοβλάχοι/Αρμάνοι-Βλάχοι] στις ελληνικές επαρχίες χρησιμοποιούν λιγότερο συχνά το υποκοριστικό από ό,τι στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες.[29] Για να εκφράσουν διάφορες ιδέες, έχουν διατηρήσει τη λατινική λέξη, η οποία στη Βλαχία και στη Μολδαβία έχει ξεχαστεί και αντικατασταθεί από τον σλαβικό[30] όρο, αλλά από την άλλη πλευρά, οι ίδιοι οι Καραγκούνηδες μερικές φορές αντικαθιστούν την ελληνική λέξη με τη λατινική λέξη η οποία εξακολουθεί να χρησιμοποιείται στις όχθες του Δούναβη.[31]

     Οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των διαλέκτων των Ρουμάνων [Ελληνοβλάχων] του Νότου και του Βορρά του Δούναβη αξίζουν προσεκτικής μελέτης. Εκεί βρίσκεται το κλειδί για την έρευνα που πρέπει να γίνει σχετικά με την καταγωγή των Βλάχων της Θεσσαλίας και της Ελλάδας. Δύο απόψεις έχουν διατυπωθεί σχετικά με την καταγωγή αυτού του πληθυσμού: η μία, η οποία είναι αυτή του Συνταγματάρχη Leake, θεωρεί τους νότιους Βλάχους ως μια αποικία αποκομμένη από τον κορμό των Ρουμάνων της Δακίας, η οποία θα διέσχισε τον Δούναβη γύρω στον 9ο ή 10ο αιώνα, ταυτόχρονα με τους σερβικούς πληθυσμούς. η άλλη, προς την οποία φαίνεται να κλίνει ο κ. Heuzey, τείνει να τους θεωρεί ως ξεχωριστά σχηματισμένους στις περιοχές που κατοικούσαν κατά τον Μεσαίωνα και ως απογόνους των ρωμαϊκών αποικιών της Ιλλυρίας, της Θράκης και της Μοισίας, ή ακόμα και των αρχαίων ιθαγενών αυτών των επαρχιών, οι οποίοι θα είχαν μάθει λατινικά, όπως οι πατέρες μας οι Γαλάτες, υπό την κυριαρχία των Ρωμαίων. Διότι γνωρίζουμε από επιγραφικά μνημεία πόσο ισχυρή ήταν η λατινική επιρροή εκεί, ενώ δεν κατάφερε να διεισδύσει στους καθαρά ελληνικούς πληθυσμούς. Με την τρέχουσα γνώση, αυτές οι δύο απόψεις είναι εξίσου εύλογες. Το πρώτο υποστηρίζεται από τη θεμελιώδη ενότητα της ρουμανικής γλώσσας, κυρίως στις γραμματικές της μορφές, οι οποίες είναι αυτές που πραγματικά συνιστούν την ατομικότητα μιας γλώσσας· το δεύτερο μπορεί να βρει επιχειρήματα υπέρ του στις σοβαρές διαφορές που, παρά τη θεμελιώδη ενότητα, υπάρχουν μεταξύ των δύο διαλέκτων αυτής της γλώσσας.

     Μόνο μια πιο εμπεριστατωμένη μελέτη της γλώσσας των Βλάχων της Θεσσαλίας και της Ελλάδας μπορεί να δώσει μια οριστική λύση. Αυτή η γλώσσα είναι σχεδόν άγνωστη και κανείς δεν έχει μπει στον κόπο να τη μελετήσει. Θα έπρεπε να συνταχθεί ένα καλό λεξιλόγιο, να καθοριστούν προσεκτικά οι γραμματικοί κανόνες της και να συγκεντρωθούν τα μόνα λογοτεχνικά της απομεινάρια: τα τραγούδια των ποιμένων, μερικά από τα οποία έχουν διατηρηθεί από την παράδοση από πολύ αρχαιοτάτων χρόνων. Μόλις ολοκληρωθεί αυτή η προκαταρκτική εργασία, θα πρέπει να γίνει μια σύγκριση μεταξύ της διαλέκτου των νότιων Βλάχων και της κατάστασης της γλώσσας των Ρουμάνων της Δακίας, όπως ομιλούνταν και γράφονταν τον 10ο και 11ο αιώνα, την περίοδο κατά την οποία μπορεί να συνέβη ο διαχωρισμός των δύο κλάδων. Μια τέτοια μελέτη θα μπορούσε να γίνει μόνο από έναν Ρουμάνο,[32] αλλά υπάρχουν ήδη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες διακεκριμένοι μελετητές που αφιερώνονται με ζήλο στην ιστορία της γλώσσας τους και αναζητούν αρχαία χειρόγραφα, τα κείμενα των οποίων δημοσιεύουν. Αυτό αποδεικνύεται από τα αξιοσημείωτα έργα αυτού του είδους που τυπώθηκαν στους δύο πρώτους τόμους της Revista Romana. Θα θεωρούσαμε τους εαυτούς μας τυχερούς αν η εργασία μας μπορούσε να τύχει της προσοχής ενός από αυτούς τους μελετητές και να τον πείσει να εγκατασταθεί για ένα διάστημα ανάμεσα στους Βλάχους της Ελλάδας για να διασαφηνίσει το πρόβλημα της καταγωγής τους, μέσω της φιλολογικής έρευνας της οποίας το σχέδιο σκιαγραφούμε. Με αυτόν τον τρόπο, θα προσέφερε μια πραγματική υπηρεσία στην εθνογραφία της Ανατολής και στην ιστορία της κατά τον Μεσαίωνα.

     Παρ’ όλα αυτά, η λατινική προέλευση είναι αναμφισβήτητη για τους Βλάχους της Ελλάδας και της Θεσσαλίας, όπως και για εκείνους της Δακίας. Αυτό μαρτυρείται από τη γλώσσα τους και από τα ιδιαίτερα έθιμά τους, μεταξύ άλλων από τις περίεργες γαμήλιες τελετές των Καραγκούνηδων, που περιγράφονται τόσο καλά από τον κ. Heuzey,[33] ο οποίος βρήκε εκεί, με απόλυτη σαφήνεια, όλες τις παραδοσιακές μορφές των ρωμαϊκών γάμων: το coemptio, το confaureatio, ακόμη και την αρχαία τελετή του unctio postium για την σύζυγο, από την οποία οι Λατίνοι γραμματικοί ισχυρίζονται ότι προέρχεται η λέξη uxor, μια παραφθορά της λέξης unxor.[34] Οι ίδιοι, όπως και οι αδελφοί τους στις Ηγεμονίες, όταν ρωτιούνται για το όνομα της φυλής τους, αυτοαποκαλούνται με υπερηφάνεια Ρουμάνοι [Roumains], ή μάλλον Ρωμαίοι, manou όπως λένε στη διάλεκτό τους. Το όνομα με το οποίο τους προσδιορίζουν οι πληθυσμοί μεταξύ των οποίων ζουν έχει την ίδια σημασία. γιατί αυτό το όνομα Βαλάχοι, [Valaques], ή ακριβέστερα Βλάχοι [Vlaques], είναι ένα όνομα δανεισμένο από τους Σλάβους, με το οποίο οι τελευταίοι προσδιορίζουν όλους τους πληθυσμούς λατινικής προέλευσης, τόσο αυτούς της Ιταλίας όσο και αυτούς της Δακίας. Έχουν διατηρήσει από τους προγόνους τους την ιδέα ότι ανήκουν σε μια ανώτερη φυλή, και τη βαθύτερη περιφρόνηση για τους Γραικούς [Grecs], οι οποίοι παρ’ όλα αυτά σήμερα είναι εκατό φορές παραπάνω από αυτούς σε νοημοσύνη και πολιτισμό. Τίποτα δεν είναι πιο περίεργο, στην κατάσταση βαρβαρότητας στην οποία βρίσκονται σήμερα οι Βλάχοι ποιμένες των ελληνικών χωρών, από το να τους ακούς, όταν μιλούν για τους πολιτισμένους και εγγράμματους γείτονές τους, να χρησιμοποιούν το υποκοριστικό της περιφρόνησης Γκρέκολου [Grecolou], με την προφορά που θα χρησιμοποιούσε ένας Ρωμαίος της εποχής του Αυγούστου για να προφέρει τον περιφρονητικό του Γραικύλος [Græculus], η χρήση του οποίου, όπως βλέπουμε, δεν έχει ακόμη εξαφανιστεί.

     Αυτή η λατινική καταγωγή ήταν γνωστή ακόμη και κατά τον Μεσαίωνα και από τους Βυζαντινούς συγγραφείς. Ο Κίνναμος,[35] τον 12ο αιώνα, την αναφέρει ρητά για τους Βλάχους που ζούσαν βόρεια του Δούναβη. Τριακόσια χρόνια αργότερα, ο Χαλκονδύλης[36] κάνει την ίδια παρατήρηση για τους Βλάχους της Θεσσαλίας και προσθέτει ότι η γλώσσα τους ήταν σχεδόν πανομοιότυπη με αυτή των Ιταλών, με τους οποίους έμοιαζαν σε έθιμα, όπλα και ενδυμασία. Οι δικές τους παραδόσεις επί του θέματος έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην προσωρινή υποταγή τους στην πνευματική εξουσία της Αγίας Έδρας το 1204, λίγο μετά την ίδρυση του δεύτερου Βασιλείου της Βουλγαρίας.[37] Στην αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε εκείνη την εποχή μεταξύ του Πάπα Ιννοκέντιου Γ΄ και των Βλάχων σχετικά με τη θρησκευτική ένωση, η τιμή της ίδιας ρωμαϊκής προέλευσης διεκδικείται γι’ αυτούς από τον Αρχιεπίσκοπο της Ζαγοράς[38] και αναγνωρίζεται από τον Ποντίφικα [Πάπα].

     Η Άννα Κομνηνή, ενώ αναφέρει κάποιες πόλεις στη Θεσσαλία που κατοικούνταν από Βλάχους,[39] μιλάει για τη μάζα του έθνους τους ως αποτελούμενη από περιπλανώμενους, ατρόμητους και άγριους ποιμένες.[40] Ο Νικήτας αναλύει την σκληρότητά τους και τις κάθε είδους καταστροφές που διέπραξαν στη Θράκη κατά τη διάρκεια της βασιλείας των αυτοκρατόρων Ανδρόνικου Κομνηνού, Ισαακίου και Αλεξίου Αγγέλου, και τέλος του Βαλδουίνου. Τους παρουσιάζει ως άτομα τα οποία δεν είχαν ακόμη ασπαστεί τον Χριστιανισμό[41] στις αρχές του 13ου αιώνα, και τα οποία ανταγωνίζονταν σε σκληρότητα τις σκυθικές ή βουλγαρικές φυλές, με τις οποίες συχνά συμμετείχαν στις λεηλασίες τους·[42] τέλος, ως άτομα που έτρεφαν ένα φλογερό μίσος εναντίον των Γραικών [Grecs][43] και είχαν γίνει εξίσου εχθρικοί με τους Φράγκους μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης[44] από τους τελευταίους. Ο Βενιαμίν της Τουδέλας[45] τους αποκαλεί Βλάχους [Vlakün], και μιλάει γι’ αυτούς με τους εξής όρους: «Συγκρίνονται με τα ελάφια στην ταχύτητα του τρεξίματός τους, κατεβαίνουν από τα βουνά στις χώρες των Γραικών [Grecs] για να λεηλατήσουν και να κατασπαράξουν. Δεν μπορείς να τους καταδιώξεις μέχρι τα καταφύγιά τους για να τους πολεμήσεις, και κανένας βασιλιάς δεν έχει καταφέρει ποτέ να τους δαμάσει. Δεν τηρούν θρησκευτικές αρχές των Χριστιανών». Ο Παχυμέρης[46] χρησιμοποιεί παρόμοιες εκφράσεις, εκτός από την τελευταία λεπτομέρεια, η οποία ήταν μύθος και την οποία δεν αναπαράγει. «Οι Βλάχοι», λέει, «είναι ένας νομαδικός λαός, που αγαπά τα δύσκολα μέρη και είναι αφοσιωμένοι στην εκτροφή κοπαδιών. Είναι θαρραλέοι, πολεμοχαρείς, συνηθισμένοι στο κυνήγι, στις κακουχίες του πολέμου, που πάντα υποψιάζονται οι γείτονές τους ότι προετοιμάζουν συνεχώς εναντίον τους επιδρομές».

     Αυτό το πορτρέτο εξακολουθεί να ισχύει με μοναδική ακρίβεια για τους Βλάχους ποιμένες που περιφέρονται σήμερα στην Ήπειρο και στην Ελλάδα. Δεν χρειάζεται να αλλάξει ούτε μια λεπτομέρεια. Αυτά είναι πράγματι τα έθιμα και ο χαρακτήρας αυτού του περίεργου πληθυσμού, του οποίου η βαρβαρότητα κι η παντελής έλλειψη πολιτισμού είναι εκπληκτικά να τα συναντάει κανείς οπουδήποτε στην Ευρώπη, ακόμη και στην Τουρκία. Οι Βλάχοι των ελληνικών επαρχιών [Les Valaques des provinces helléniques] είναι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, εντελώς αναλφάβητοι. Γνωρίζουν ελάχιστα περισσότερα για την εκκλησία παρά για το σχολείο, και αν κουβαλούν μαζί τους εικόνες αγίων, τις οποίες κρεμούν στις από φυλλωσιές καλύβες τους, δεν έχουν σχεδόν καμία επαφή με τον ιερέα εκτός από το βάπτισμα και τον γάμο τους. Είναι πραγματικοί άγριοι, που κατέχουν όλες τις ιδιότητες και όλα τα ελαττώματα της αγριότητας. Είναι πιστοί και γενναιόδωροι, αλλά ταυτόχρονα σκληροί, «ταραχώδεις, λεηλατητές, και η διάκριση μεταξύ του δικού σου και του δικού μου» μόνο ατελώς τους έρχεται στο μυαλό. Όπως και στην εποχή του Παχυμέρη, οι εγκατεστημένοι και γεωργικοί πληθυσμοί, που ανάμεσα τους περιφέρονται νομαδικά με τα κοπάδια, τους μισούν και τους φοβούνται λόγω της λεηλασίας τους. Οι Βλάχοι ποιμένες του Βασιλείου της Ελλάδας, αν κι αριθμούν μόνο μερικές χιλιάδες, από μόνοι τους δίνουν στους χωροφύλακες και τη δικαστική εξουσία περισσότερη δουλειά από ό,τι το υπόλοιπο έθνος μαζί. Αυτοί είναι που βάζουν φωτιά στα δάση για να παρέχουν καλύτερα βοσκοτόπια για τα κοπάδια τους την επόμενη περίοδο. Από τις τάξεις τους στρατολογείται σχεδόν αποκλειστικά ό,τι έχει απομείνει από τη ληστεία στην Ελλάδα, αντιστεκόμενοι στις προσπάθειες της κυβέρνησης και του πληθυσμού να την εξαλείψουν. Ο Νταβέλης, ο τελευταίος αρχηγός μιας μεγάλης ομάδας, ο οποίος, το 1855, κατά τη διάρκεια της αγγλογαλλικής κατοχής, είχε το θράσος να απαγάγει έναν αξιωματικό του στρατού μας μέρα μεσημέρι στο δρόμο από την Αθήνα προς τον Πειραιά και να τον οδηγήσει αιχμάλωτο στο όρος Κιθαιρώνα, ήταν Βλάχος ποιμένας. Και πρέπει ακόμη να προσθέσω ότι το όνομά του παρέμεινε δημοφιλές σε όλους τους άνδρες της φυλής του, ως ένα είδος αδάμαστης και ιπποτικής ανδρείας.

     Ο Βλάχος, όπως τον συναντά κανείς στην Ελλάδα, είναι ο ίδιος ο τύπος του νομάδα. Η μετακίνησή του δεν είναι απλά μια αναγκαιότητα την οποία είναι αναγκασμένος να υπομείνει, αλλά είναι μια ανάγκη της φύσης του, είναι η ίδια η ζωή του. Δεν ξέρω τι ευμετάβλητο και ανήσυχο πνεύμα έχει περάσει από τις φλέβες του. Αποκομμένος από το έδαφος, όπου άλλοι άνθρωποι είναι σαν να έχουν εκεί τις ρίζες τους, φαίνεται ότι έχει πάρει από τα κοπάδια του το ένστικτο το οποίο, κάθε χρόνο, τον κάνει να ανεβαίνει τις κοιλάδες και μετά τον οδηγεί πίσω στα πεδινά. Υπάρχει μια δεισιδαιμονία μεταξύ τους ότι αν ένας από αυτούς τους ποιμένες θέλει να εγκατασταθεί κάπου, και αγοράσει ένα χωράφι και χτίσει ένα σπίτι, σύντομα αρρωσταίνει, η σάρκα του αποσυντίθεται και τα σκουλήκια την μολύνουν.

     Η φυλή τους [Leur race], ωστόσο, είναι ικανή να εγκατασταθεί/εδραιωθεί κάπου, να αναπτύξει πολιτισμό και να ασχοληθεί με τη γεωργία, το εμπόριο ή τη βιομηχανία. Αυτό αποδεικνύεται από τους Καραγκούνηδεςς από το Γαρδίκι, αγρότες και κτηνοτρόφους με επικεφαλής άλλους Βλάχους οι οποίοι παρέμειναν νομάδες· από εκείνους του Συρράκου και των Καλαρρυτών, ήτοι τους χρυσοχόους και τους χαράκτες· καθώς και από τους Κουτζοβλάχους των Τρικάλων, ήτοι τους κατοίκους των πόλεων και από τους μεγάλους γαιοκτήμονες. Αλλά πάνω απ’ όλα, πρέπει να αναφερθούν οι πλούσιοι έμποροι του Μετσόβου, οι οποίοι έρχονται να απολαύσουν, ανάμεσα στα βουνά της καταγωγής τους, την άνεση που αποκτούν στις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης. Οι Σουλτάνοι τους έχουν παραχωρήσει τέτοια προστασία που συνιστούν, σε φιρμάνι, κάθε ταξιδιώτης, Χριστιανός ή Τούρκος, να βγάζει τα πέταλά του αλόγου του πριν φύγει από την περιοχή τους, «από φόβο», προσθέτουν, «μήπως κλέψουν κάποιο κομμάτι γης του Μετσόβου».

     Όπως δείχνουν αυτά τα παραδείγματα, ενώ οι περισσότεροι από αυτούς συνεχίζουν να βρίσκονται σε κατάσταση πλήρους βαρβαρότητας, οι Βλάχοι των ελληνικών χωρών είναι ένας έξυπνος λαός, ικανός για πολιτισμό και πρόοδο. Σίγουρα διαθέτουν περισσότερους πόρους και θα έχουν ένα λαμπρότερο μέλλον, μόλις βγουν από την άγρια ​​και νομαδική τους ύπαρξη, από τους αδελφούς τους στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες· διότι δεν είναι διεφθαρμένοι όπως οι τελευταίοι τόσο σε ηθικά όσο και σε οικονομικά ζητήματα. Επιπλέον, δεν μπορούν να διεκδικήσουν μια ζωή ξεχωριστή και ανεξάρτητη από αυτή των ελληνικών πληθυσμών που τους περιβάλλουν [une vie distincte et indépendante de celle des populations grecques qui les entourent]. Δεν είναι ούτε αρκετά πολυάριθμοι ούτε αρκετά συνεκτικοί. Το πεπρωμένο τους είναι το ίδιο με αυτό των Αλβανών (τουλάχιστον μέχρι τον ποταμό Σκούμπι): να εξελληνιστούν ολοένα και περισσότερο υπό την εξαιρετικά απορροφητική επιρροή του ελληνικού πνεύματος [de l’esprit et des mœurs grecques] και των εθίμων. Αλλά μπορεί μια μέρα να γίνουν οι πιο χρήσιμοι πολίτες ενός ελληνικού κράτους, που θα δημιουργηθεί σε θεμέλια και με διαστάσεις που θα συμφωνούν περισσότερο με τη λογική και τη δικαιοσύνη από ό,τι η Διάσκεψη του Λονδίνου. Μπορεί ακόμη και να ασκήσουν σημαντική επιρροή σε αυτό το κράτος. Αν, στην πραγματικότητα, έχουν αναδείξει μόνο μία προσωπικότητα ανώτερης θέσης στη σύγχρονη εποχή, αυτή ήταν αναμφίβολα ο πρώτος πολιτικός της σύγχρονης Ελλάδας, ο Ιωάννης Κωλλέτης [Jean Collettis]. Επιπλέον, υπό τις συνθήκες βαθιάς διαφθοράς που είχε ζήσει και αποκτήσει κατά τη μακρά θητεία του ως γιατρός στην αυλή του διαβόητου Αλή Τεπελενλή [Αli-Tebelenti], πασά των Ιωαννίνων, είναι εύκολο να αναγνωρίσει κανείς σε αυτόν, όταν μελετήσει καλά τη ζωή του και τον συγκρίνει με τους συγχρόνους και τους αντιπάλους του, όλα τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου λατινικής καταγωγής. Διέθετε πρακτική ιδιοφυΐα, διοικητικές ικανότητες, ένστικτο για τάξη και εξουσία, προτίμηση για συγκεντρωτισμό και τάση να προτιμά την εξουσία του κράτους από τα δικαιώματα του ατόμου. Σ’αυτό, ερχόταν σε απόλυτη αντίθεση με τους αληθινούς Γραικούς [les véritables Grecs], μεταξύ των οποίων το ατομικιστικό συναίσθημα είναι τόσο ανεπτυγμένο όσο και μεταξύ των Άγγλων ή των Αμερικανών, και με μια καλή δόση αυτής της παραδοσιακής ζήλιας των αρχαίων Αθηναίων, που εξόρισαν τον Αριστείδη επειδή ενοχλούνταν που άκουγαν να αποκαλείται «ο δίκαιος».

     Οι Βλάχοι ποιμένες που συναντά κανείς σήμερα στην Ελλάδα δεν χρονολογούνται σε περίοδο προγενέστερη της Επανάστασης. Στις αρχές του αιώνα, βρίσκονταν μόνο στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο. Αλλά βλέποντας την Ελλάδα ελεύθερη από τους Τούρκους, ήρθαν αναζητώντας μια ασφαλέστερη ζωή, μακριά από την εμβέλεια των πασάδων. Καταγράφηκαν στους διάφορους δήμους ή κοινότητες, όπου συνήθως διαχείμαζαν. Γινόντουσαν πολίτες με την ίδια ιδιότητα με τους Γραικούς [Grecs], με μοναδική προϋπόθεση να μην διασχίζουν πλέον τα τουρκικά σύνορα κατά τις ετήσιες μεταναστεύσεις τους. Πληρώνουν μόνο έναν φόρο, τον φόρο επί των ζώων. Η κυβέρνηση, ευχαριστημένη που αποκομίζει αυτό το όφελος από αυτούς, τους παραχωρεί, κατά τη χειμερινή περίοδο, το δικαίωμα να βόσκουν τα κοπάδια τους στα δάση και σε ακαλλιέργητη γη που ανήκει στο δημόσιο, είναι κτήμα του δημοσίου.

     Όσοι κατοικούν στην Ακαρνανία και στη Φθιώτιδα, είναι οι πλουσιότεροι και οι πιο πολυάριθμοι, κατέχουν τα κοπάδια που οδηγούν στα βουνά. Όσοι είναι από τη Βοιωτία και από την Αττική, είναι φτωχότεροι και πιο διασκορπισμένοι, ρογιάζονται σε Έλληνες γαιοκτήμονες, για τους οποίους ζουν πάλι την περιπλανώμενη ζωή τους. Αλλά παντού, είτε πολυάριθμοι είτε σε μικρές ομάδες, έχουν, σε μεγαλύτερη ή σε μικρότερη κλίμακα, μια οργάνωση ζωής και διακυβέρνησης, ανεξάρτητη από τις αρχές, της οποίας τα κύρια χαρακτηριστικά θα σκιαγραφήσουμε τώρα με βάση το έργο του κ. Heuzey,[47] ο οποίος πρώτος τα έφερε στο φως.

     Συγκεντρώνονται σε μικρές πατριές [petits clans / clans = πατριά, γένος, φυλή, σόι, φάρα] παρόμοιες με τις Αλβανικές φάρες και τιςς Σερβικές πλέμες [plèmes], η πιο μεγάλη από τις οποίες δεν περιλαμβάνει ποτέ περισσότερες από πενήντα έως εκατό οικογένειες. Κάθε μία από αυτές τις ομάδες, ανεξάρτητη από τις άλλες και χωρισμένη ξεχωριστά, σχηματίζει, με τα συγκεντρωμένα κοπάδια, αυτό που ονομάζεται στάνη (στάνη, πάρκο, μαντρί). Όταν ταξιδεύουν, στήνουν μαύρες σκηνές φτιαγμένες από γιδότριχες των κατσικιών τους, χοντροκομμένες στην ύφανση. Στους καταυλισμούς τους, χτίζουν ξύλινες καλύβες και καλύβες από φυλλωσιές. Οι προμήθειες και τα υπάρχοντά τους στοιβάζονται σε μεγάλους μάλλινους σάκους, οι οποίοι χρησιμεύουν ως κιβώτια και ντουλάπες. Όλα τα υπάρχοντά τους μπορούν να φορτωθούν στα υποζύγια σε μια στιγμή και να ξεκινήσουν όλοι μαζί την μετακίνησή τους.

     Κάθε στάνη βρίσκεται υπό τη διοίκηση ενός αρχηγού, από τον οποίο παίρνει το όνομά της. Δεν πρόκειται για έναν εκλεγμένο αρχηγό, που προέκυψε εν μία νυκτί. Η εξουσία που ασκεί είναι κληρονομική, και πρόκειται για ένα είδος μικρής, αγροτικής, ποιμενικής βασιλείας,. Αυτή η εξουσία, καθαγιασμένη από την παράδοση, είναι σεβαστή από όλους. Είναι πάντα ο πλουσιότερος μεταξύ των ποιμένων που διοικεί. Η στάνη που περιέχει τα κοπάδια του, είναι μερικές φορές που τα μισά ζώα από αυτή τα έχει ο ίδιος μόνος του. Είναι μια εντελώς ειρηνική φιγούρα, αλλά ωστόσο ισχυρίζεται ότι αντλεί τα δικαιώματά του από τους πολεμιστές προγόνους του, οι οποίοι τα απέκτησαν με το σπαθί. Οι Βλάχοι, στη δική τους γλώσσα, του δίνουν τον τίτλο τσέλινγκας. Στα γραικικά, τον αποκαλούν σκουτέρις. Αυτή η ονομασία είναι σκουτέριος, που, στην επίσημη γλώσσα της αυλής του Βυζαντίου, όριζε έναν αξιωματούχο του παλατιού, και δη τον ιππέα. Όπως πολύ εύστοχα επεσήμανε ο κ. Heuzey,[48] «είναι πιθανό ότι αυτός ο τίτλος, πολλαπλασιασμένος, όπως τόσοι άλλοι, από τους τελευταίους πρίγκιπες που πολέμησαν για τα απομεινάρια της Αυτοκρατορίας, δόθηκε από αυτή την περίοδο και μετά σε ορισμένους ηγέτες νομάδων Βλάχων».

     Οι Βλάχοι βοσκοί απευθύνονται στον Τσέλινγκα για όλες τις διαφορές τους και του εμπιστεύονται όλα τα συμφέροντά τους. Αν χρειαστεί να καταλήξουν σε συμφωνία με τις τοπικές αρχές, αυτός είναι ο εκπρόσωπος της κοινότητας της στάνης. Αν εμφανιστούν ληστές στην περιοχή, άνθρωποι που θα πρέπει να φοβούνται οι ποιμένες, είναι δική του ευθύνη να τους κατευνάσει και να διαπραγματευτεί μαζί τους, ώστε να μην εκτεθούν ως κοινότητα ανθρώπων στις λεηλασίες τους. Όταν το γρασίδι αρχίζει να ξεραίνεται στα πεδινά και, αντίθετα, είναι πράσινο και πυκνό στις βουνοκορφές, απαλλαγμένο από το χιόνι, αυτός εξακολουθεί να ορίζει την ημέρα αναχώρησης για τη μετακίνηση των ποιμένων. Η σκηνή του είναι το σημείο συγκέντρωσης και το κέντρο της κοινότητας – της στάνης.

     Οι ποιμένες οι οποίοι αποτελούν την κοινότητα καταβάλλουν στον Τσέλινγκα έναν κατάλογο καταναλωτικών αναγκών ανερχόμενο σε μερικές εκατοντάδες δραχμές. Αν έχει πραγματοποιήσει κάποια δαπάνη κοινού συμφέροντος, τότε συγκεντρώνει τους γηραιότερους και τους παρουσιάζει τους λογαριασμούς του.Κατόπιν, αυτοί αποφασίζουν για μια αναλογική εισφορά, από την οποία κάθε οικογένεια καταβάλλει το μερίδιό της. Ο αρχηγός του νοικοκυριού, πρώτα και κύρια, φορολογείται ανάλογα με τον αριθμό των ζώων που κατέχει.

     Αυτό είναι το εσωτερικό σύστημα των πατριών [clans] αυτού του περίεργου πληθυσμού, το οποίο έχουμε καταφέρει να μελετήσουμε μόνο ελλιπώς, αλλά που αξίζει να προσελκύσει με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο την προσοχή των εθνογράφων που μπορεί να κληθούν να ταξιδέψουν στην Ελλάδα.

FRANÇOIS LENORMANT

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι τονισμένες (μαύρα γρλαμματα) λέξεις υπάρχουν έτσι στο πρωτότυπο.

Φρανσουά Λενορμάν (François Lenormant, 1837-1883): Γάλλος ιστορικός και αρχαιολόγος και κύριος εκπρόσωπος της ασσυριολογίας στη Γαλλία. Γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1837 στο Παρίσι. Πατέρας του ήταν ο Σαρλ Λενορμάν. Από νέος ασχολήθηκε με την αρχαιολογία και δημοσίευσε σημαντικά έργα για τα νομίσματα των Πτολεμαίων και για την προέλευση των σιναϊτικών επιγραφών. Περιόδευσε στην Ελλάδα το 1860 και μελέτησε τα ερείπια της αρχαίας Ελευσίνας. Επέστρεψε στη Γαλλία και υπηρέτησε υποβιβλιοθηκάριος της Ακαδημίας Επιγραφών και Καλών Τεχνών. Διορίστηκε καθηγητής αρχαιολογίας στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας το 1874. Μια οδός η οποία ξεκινά απ’ το Μεταξουργείο, περνά απ’ τον Κολωνό και καταλήγει στην Κολοκυνθού φέρει τ’ όνομά του, όμως η ονομασία καθιερώθηκε με άλλο τονισμό(Οδός Λένορμαν). Απεβίωσε στις 10 Δεκεμβρίου 1883 στη γενέτειρά του. – Το κείμενό του για τους Βλάχους ποιμένες της Ελλάδος, είναι εξόχως ενδιαφέρον, και έως τώρα δεν έχει τύχει της δέουσας προσοχής, από τους «ειδικούς». Πρόκειται για προσωπική μαρτυρία.

Γιωργης Έξαρχος

 

[1] Όμηρος, Οδύσσεια, στίχοι 525-553.

[ἥνδανεν αὐτόθι κοῖτος, ὑῶν ἄπο κοιμηθῆναι,              525

ἀλλ᾿ ὅ γ᾿ ἄρ᾿ ἔξω ἰὼν ὡπλίζετο: χαῖρε δ᾿ Ὀδυσσεύς,

ὅττι ῥά οἱ βιότου περικήδετο νόσφιν ἐόντος.

πρῶτον μὲν ξίφος ὀξὺ περὶ στιβαροῖς βάλετ᾿ ὤμοις,

ἀμφὶ δὲ χλαῖναν ἑέσσατ᾿ ἀλεξάνεμον, μάλα πυκνήν,

ἂν δὲ νάκην ἕλετ᾿ αἰγὸς ἐϋτρεφέος μεγάλοιο,                530

εἵλετο δ᾿ ὀξὺν ἄκοντα, κυνῶν ἀλκτῆρα καὶ ἀνδρῶν.

βῆ δ᾿ ἴμεναι κείων ὅθι περ σύες ἀργιόδοντες

πέτρῃ ὕπο γλαφυρῇ εὗδον, Βορέω ὑπ᾿ ἰωγῇ

***

ο θείος χοιροβοσκός, αφήνοντας αφύλαχτους τους χοίρους.                        525

Όξω λοιπόν να βγει αρματώνουνταν, και χάρηκε ο Οδυσσέας,

που τόσο για το βιος του εγνοιάζουνταν, κι ας τον θαρρούσε αλάργα.

Στους στέριους ώμους πρώτα πέρασε το κοφτερό σπαθί του,

κάπα πολύ χοντρή, απ᾿ τον άνεμο να τον φυλάει, τυλιχτή,

τομάρι ακόμα γίδας σήκωσε τρανής, καλοθρεμμένης,                                   530

και κοφτερό κοντάρι παίρνοντας, σκυλιά μακριά κι ανθρώπους

να διώχνει, για το βράχο εκίνησε, που οι χοίροι οι άσπροδοντάτοι,

απ᾿ το βοριά για ν᾿ απαγγειάζουνε, κοιμούνταν κάτωθέ του.

(Οδύσσεια, Μτφρ. Ι. Κακριδή και Ν. Καζαντζάκη, ξ 525-533)]

[2] Ωστόσο, πρέπει να γίνει μια εξαίρεση για τους Ζαρακατζάνοι ή μάλλον Ζαγαρατζάνοι, μια σλαβική φυλή εξ ολοκλήρου εξελληνισμένη [tribu slave entièrement hellénisée], της οποίας το σημείο εκκίνησης φαίνεται να ήταν το Σακαρέτζι [Sakharetzi] στον Ακαρνανικό Βάλτο ή στην Ηπειρωτική Ζαγορά [le Zagora épirote], και οι οποίοι σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας [Grèce] ζούσαν ίδια νομαδική κτηνοτροφική ζωή με τους Βλάχους [Valaques].

[3] 1 Cinnam. VI, p. 152, éd. de Paris.

[4] Nicet. Choniat. p. 410, éd. de Paris. – Georg. Acropol. p. 58, éd. de Bonn. – Pachymer. Hist. Michael. Palaeol. P. 49, éd. de Paris. – Cantacuz. III , 53

[5] Ann. Comen. VIII, p. 227, éd. de Paris.

[6] Ann. Comen. X, p. 274, éd. de Paris. Cf. encore V, p. 158,

[7] P. 21 , ed. L’Empereur.

[8] Nicet. Choniat. p. 236, éd. de Paris.

[9] P. 299, 314 et 325, éd. de Paris.

[10] Nicet. Choniat. p. 236, éd. de Paris.

[11] Nicet Choniat. p. 299 et 314, éd. de Paris.

[12] Nicet. Choniat. p. 325. éd. de Paris.

[13] icet. Choniat. p. 410, éd. de Paris.

[14] ist. Andronic. Palaeolog. p. 66. éd. de Paris.

[15] Pachymer. Hist. Andronic. Palaeol. p. 66. éd. de Paris.

[16] Researches in Greece, p. 567.

[17] I, p. 16, éd. deParis.

[18] Cantacuz. II, 28,

[19] Nicephor. Gregor. VII, p. 153, et XIII, p. 409, éd. de Paris . – Ramon Muntaner, c. 254, 235 et 240.

[20] Cantacuz. III, 33. – Nicephor. Gregor. XIII, p. 409, éd. de Paris.

[21] Cantacuz. IV, 45.

[22] Joh. Duc. p. 5, éd. de Paris.

[23] Joh. Duc. p. 111, éd. de Paris.

[24] Ονομάζονται επίσης Ζινζάροι ή «κουνούπια», λόγω της συριστικής προφοράς τους, την οποία οι Έλληνες, ανάμεσα στους οποίους ζουν, παρομοιάζουν με το βουητό των εντόμων.

[25] Le mont Olympe et l’Acarnanie, p. 48.

[26] Οι ασκήσεις συνομιλίας που δίνει ο Συνταγματάρχης Leake (Researches in Greece, p. 385-402) δεν αντιπροσωπεύουν με κανέναν τρόπο τη γλώσσα των Βλάχων της Ελλάδας. Βασίζονται στην ομιλία των Ρουμάνων του Βουκουρεστίου και του Ιασίου.

[27] Le mont Olympe et l’Acarnanie, p. 269.

[28] Ακολουθούν μερικά παραδείγματα, επιλεγμένα από τις πιο συνηθισμένες λέξεις, που θα αποδείξουν πόσο πιο πιστά ταιριάζει η γλώσσα των νότιων Βλάχων με τη λατινική της προέλευση από αυτή των βορείων Βλάχων, στον ήχο των φωνηέντων και μερικές φορές στη διατήρηση. των συμφώνων. Θα μεταγράψουμε την προφορά, επειδή είναι γνωστό ότι η ρουμανική γλώσσα δεν έχει ακόμα μια οριστική σταθερή ορθογραφία και ότι από αυτή την άποψη τέσσερα διαφορετικά συστήματα διαιρούν τα γράμματα των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών και της Τρανσυλβανίας:

 

 Roumain                                    Roumain

Méridional                            des Principautés.                  Latin                      [Ερμηνεία]

[Αρμάνοι/Βλάχοι]               [Δακο-Ρουμάνοι]                 [Λατινικά]             [Νεοελληνικά]

Candou.                                 Kiend.                                    Quando                 Πότε

Cané.                                      Kiéné.                                    Canis.                     Κύων/Σκύλος

Catrou.                                   Patrou.                                   Quatuor.                Τέσσερα

Denté.                                    Dinté.                                     Dens.                      Δόντι

Doué.                                     Doi.                                        Duo.                       Δύο

Dzié.                                      Dzioa.                                    Dies.                       Ημέρα

Ehou.                                     Eou.                                        Ego.                        Εγώ

Inalt.                                       Nalt.                                       Inaltus.                  Ψηλός

Jougou.                                  Joug.                                       Jugum                    Ζυγός

Lépouré                                 Iépouré                                  Lepus                     Λαγός

Mé.                                         Mié.                                      Me.                         Εμού

Mana.                                    Ména.                                     Manus.                   Χείρα/Χέρι

Menté.                                   Minté.                                    Mens.                     Μυελός/Μυαλό

Mouliéréa.                            Mouiéréa.                              Mulier.                   Γυναίκα

Noster.                                   Nostrou .                               Noster.                   Δικός μας

Pané.                                      Pouiné.                                  Panis.                     Άρτος/Ψωμί

Pécatou.                                 Piécat.                                    Peccatum.             Δυστυχία

Radicina.                               Radacina.                              Radix.                    Ρίζα

Spirit.                                     Schpirit .                                Spiritus .                Ιδέα

Tré.                                         Trei.                                       Tres.                       Τρία

[29] Παραδείγματα:

Capou.                                   Capoul.                                  Caput.                    Κεφαλή/Κεφάλι

Loupou.                                 Loupoul.                                Lupus.                    Λύκος

Mounté.                                 Mountélé.                              Mons,                     Όρος/Βουνό

Ounou.                                   Ounoul.                                 Unus,                      Ένας

[30] Παραδείγματα:

Basiou.                                  Poupat.                                  Basium.                 Φιλί/Φίλημα

Campané.                             Clopot.                                   Campana,             Καμπάνα

Parinté.                                  Tata.                                      Parens.                   Γονεύς/Γονιός

Tra.                                         Printré.                                   Trans.                     Μεταξύ

[31] Παραδείγματα:

Roumain                                     Roumain

Méridional                            des Principautés.                  Latin                      Ερμηνεία

[Αρμάνοι/Βλάχοι]               [Δακο-Ρουμάνοι]                 [Λατινικά]             [Νεοελληνικά]

Fedzior.                                  Poui.                                       Puer.                       Παιδί

Hrisafiou .                             Aour.                                      Aurum.                  Χρυσάφι

Lilitza .                                  Flore.                                      Flos.                        Λουλούδι

Nisou.                                     Dinsoul.                                 Insula.                    Νῆσος

[32] Αυτό έχει ήδη επιχειρηθεί εν μέρει από τον κ. D. Bolintinenau, ο οποίος, σε έναν τόμο με τίτλο: Caletorie la Romanii din Macedonia si Muntele Atos sau Santa-Agora (Βουκουρέστι, 1865, σε -8°), συνδύασε εξαιρετικές στατιστικές σημειώσεις για τους Βλάχους της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας με μια προκαταρκτική προσπάθεια για ένα λεξιλόγιο της γλώσσας τους και δύο λαϊκές παροιμίες που συλλέχθηκαν από τα στόματα των ποιμένων. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για μια ολοκληρωμένη μελέτη, και επιπλέον, ο κ. Bolintinenau δεν έχει ακόμη ασχοληθεί με τη γλωσσολογική έρευνα της οποίας το πλαίσιο προσπαθούμε να σκιαγραφήσουμε.

[33] Le mont Olympe et l’Acarnanie, p. 275 et suiv.

[34] Donat. ad Terent. Hecyr. I, 2, v. 60. – Serv. Ad Virg. Æneid. IV, v, 459.

[35] VI, p. 152, éd, de Paris,

[36] II, p. 40, éd. de Paris.

[37] Gesta Innocentii Tertii, p. 31 et suiv.

[38] Αυτό το όνομα, σλαβικής προέλευσης, είναι κοινό σε πολλές περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης. Αναφέρεται στην περιοχή που βρίσκεται στους πρόποδες των Βαλκανίων μεταξύ Νίκαιας και Σόφιας, της οποίας η πρωτεύουσα εξακολουθεί να ονομάζεται Ζαγορά [Zagora] και σήμερα.

[39] V, p. 158, éd. de Paris,

[40] VIII, p. 227, éd. de Paris.

[41] Nicet. Choniat. σελ. 577, έκδοση Παρισιού. – Αυτό προφανώς αφορά μόνο ένα μικρό μέρος εκείνων που ζούσαν νομαδική ζωή, και ακόμη και τότε, οι δηλώσεις του Νικήτα, αν και επιβεβαιώνονται από εκείνες του Βενιαμίν της Τουδέλας, είναι μια παράλογη υπερβολή σε αυτό το σημείο, αφού η αλληλογραφία τους με τον Ιννοκέντιο Γ΄ τους δείχνει Χριστιανούς με οργανωμένη εκκλησία.

[42] Nicet. Choniat. p. 400, éd. de Paris.

[43] Nicet. Choniat. p. 405, éd. de Paris.

[44] Nicet. Choniat. p. 395, éd. de Paris.

[45] P. 21, ed. L’Empereur.

[46] Hist. Andronic. Palaeolog. p. 68, éd. de Rome.

[47] Le mont Olympe et l’Acarnanie, p. 270 et suiv.

[48] Le mont Olympeet l’Acarnanie, p. 273.

banner-article

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας