«Πώς μπορεί να προετοιμαστεί κανείς δεόντως για μια αείζωη κλήση, όταν οι δεξιότητες που αποκτώνται με μόχθο μεγάλο γίνονται μια μέρα άχθος, αφού καταστούν προσόντα; Όταν επαγγέλματα και εργασίες εξαφανίζονται δίχως προειδοποίηση, και όταν οι ειδικεύσεις του χθες γίνονται οι παρωπίδες του σήμερα; Και πώς μπορεί κανείς να σημαδέψει και να περιφράξει το χώρο του στον κόσμο, εάν όλα τα κεκτημένα δικαιώματα είναι υπό προθεσμίαν, όταν η ακύρωση κατά βούληση είναι όρος κάθε συμβολαίου…» Ζίγκμουντ Μπάουμαν
Η ρευστότητα συνιστά μια από τις κεντρικές και τραυματικές εμπειρίες της σύγχρονης εποχής. Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, μιλώντας για τη «ρευστή νεωτερικότητα», περιγράφει έναν κόσμο όπου οι κοινωνικές μορφές δεν προλαβαίνουν να παγιωθούν πριν μετασχηματιστούν εκ νέου. Οι σταθερές που άλλοτε συγκροτούσαν την πεμπτουσία του νοήματος της ζωής, είτε πρόκειται για αξίες, θεσμούς ή σχέσεις, αποσυντίθενται μέσα σε μια αδιάκοπη κίνηση. Σε αυτή τη συνθήκη αντηχεί η αρχαία διαπίστωση του Ηράκλειτου ότι «τα πάντα ρει», καθώς η μεταβολή δεν είναι απλώς ένα χαρακτηριστικό της πραγματικότητας, αλλά το ίδιο της το υπόστρωμα. Η ιδιαιτερότητα της εποχής μας έγκειται στο ότι αυτή η οντολογική ρευστότητα αποκτά οξύ κοινωνικό και ηθικό βάρος.
Η αποδυνάμωση των παραδοσιακών αξιών και η επιτάχυνση της πληροφορίας δημιουργούν ένα πεδίο όπου οι βεβαιότητες καθίστανται προσωρινές, εφόσον μια κατάσταση καταναλώνεται λαίμαργα για να γίνει η μετάβαση στην επόμενη. Το ανικανοποίητο του ανθρώπου έχει αναγάγει το αναλώσιμο σε υπέρτατη αξία προκαλώντας μία διαστροφική νοοτροπία άφατης ηδονής (όχι ασφαλώς αυτή της πνευματικής ΑΝΑΤΑΣΗΣ του Μποντλαίρ ) μέσα στο χάος της διαρκούς μετάβασης από την μία αβεβαιότητα στην άλλη. Στο πλαίσιο αυτό, οι θεσμοί, που υποτίθεται ότι εγγυώνται σταθερότητα και συνέχεια, εμφανίζονται ευάλωτοι και αυτοί σε μία άνευ προηγουμένου κρίση εμπιστοσύνης. Τα πολιτικά πεπραγμένα απομακρύνονται από τα λαϊκή βάση υπό τη μορφή μιας απρόσιτης εξουσίας, η οποία μεγαλουργεί προς όφελος των αδυνάτων μεθοδεύοντας πατερναλιστικές πρακτικές και στερώντας από τον άνθρωπο το ύψιστο δικαίωμα της επιλογής . Ο υπεράνθρωπος του Νίτσε αρχίζει να ξεθυμαίνει στις κοινωνίες της απόλυτα εσωτερικευμένης ενοχής. Η ευθύνη μετατοπίζεται εσκεμμένα στο άτομο ως μία πρακτική συστηματικής αυτοαπασχόλησης, προκειμένου η ευαλωτότητα να εντείνεται και η πραγματική πηγή της δυστυχίας του να αγνοείται.
Σύμφωνα με τον Μπάουμαν, η ρευστότητα δεν σημαίνει απλώς αλλαγή, αλλά διάλυση των προηγούμενων μορφών, που επιτρέπει στα άτομα να ακυρώνουν την ταυτότητά τους. Έτσι, η κοινωνική ζωή μετατρέπεται σε έναν διαρκή επαναπροσδορισμό, που εξουθενώνει, εξαντλεί, μέσα από την αναζήτηση νοήματος στο νέο κάθε φορά κοινωνικό προσωπείο, στη νέα εργασία, στις νέες και ατέρμονα εναλλασσόμενες σχέσεις, όπου η αβεβαιότητα γίνεται δομικό στοιχείο της εμπειρίας. Και όταν οι εμπειρίες της ζωής θεμελιώνονται στην ρευστότητα, σμιλεύουν μορφές ευέλικτες, αλλά εύθραστες, ασθενικές, με μια χαμαιλεοντική ικανότητα προσαρμογής στα νεόκοπα περιβάλλοντα σε μια προσπάθεια επιβίωσης από την προγενέστερη αποσύνθεση. Μορφές παρακμιακές. «Τελειωμένες» από καιρό.
Οι αποκαλύψεις που σχετίζονται με τον φάκελο Έπσταϊν λειτουργούν ως συμπύκνωση αυτής της κρίσης. Η εμπλοκή ισχυρών προσώπων σε δίκτυα εκμετάλλευσης και η υποψία συγκάλυψης δεν συνιστούν μόνο ένα ποινικό γεγονός, αλλά ένα σύμπτωμα, ένα στίγμα μιας εποχής που εκπίπτει ηθικά παραδίδοντας τη σκυτάλη του ορθολογισμού στο ένστικτο. Ένα ζωώδες ένστικτο που κατισχύει, καθιστώντας ορατή την αστάθεια των θεσμικών εγγυήσεων και εντείνοντας την ανασφάλεια θέτοντας την αυτοπροστασία πρώτιστη μέριμνα του πολίτη σε έναν κόσμο όπου οι σταθερές του κλονίζονται, οι αξίες εξαλείφονται και η ανθρωποφαγία έρχεται να υπενθυμίσει μέσα από μία ατταβιστική προκλητικότητα ότι η επιστροφή στο αρχέγονο δηλώνει παρούσα. Και η μεγαλύτερη ζημία σε έναν κόσμο όπου, κατά τον Ηράκλειτο, καμία κατάσταση δεν παραμένει αμετάβλητη, είναι η διάβρωση της εμπιστοσύνης η οποία επιταχύνει τη μετάβαση από τη σταθερότητα στην αμφισημία, στην αμφιβολία, όχι τη γόνιμη, αλλά την αγωνιώδη, τη διαβρωτική της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η ίδια ρευστότητα διαπερνά και το πεδίο των ανθρώπινων σχέσεων. Οι δεσμοί συγκροτούνται μέσα σε ένα περιβάλλον ταχύτητας και πολλαπλότητας, όπου η διάρκεια υποχωρεί μπροστά στην εναλλαγή. Ο Μπάουμαν επισημαίνει ότι οι σχέσεις της ρευστής εποχής αιωρούνται ανάμεσα στην ανάγκη για σύνδεση και στην αποφυγή της δέσμευσης. Το άτομο αναζητά τον άλλον ως καθρέφτη νοήματος, αλλά σε έναν κόσμο όπου τίποτα δεν εγγυάται διάρκεια, κάθε σύνδεση φέρει εντός της τη δυνατότητα της διάλυσης. Η εμπειρία της σχέσης κατ’ αυτόν τον τρόπο γίνεται τόπος έντασης ανάμεσα στην ελπίδα της συνύπαρξης και στη συνείδηση της παροδικότητας, που ωστόσο συνιστά πλέον αντικειμενική πραγματικότητα. Μια ρευστότητα που νομιμοποιείται ηθικά και απενοχοποιείται μέσω της αβασάνιστης μαζικής αποδοχής της.
Στα ρευστά περιβάλλοντα της μετανεωτερικότητας ο μακροπρόθεσμος προγραμματισμός καθίσταται αδύνατος και όλα μοιάζουν να υπάγονται στην τυχαιότητα, στο μη προβλέψιμο, στη μοίρα.. Αν η μεταβολή είναι αναπόφευκτη, όπως υπαινίσσεται ο Ηράκλειτος, τότε η πρόκληση δεν είναι να την αρνηθούμε, αλλά να τη διασχίσουμε με επίγνωση. Σε έναν κόσμο χωρίς βέβαιες εγγυήσεις, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια επιβάλλεται να θεμελιώνεται στην πράξη της συνειδητής επιλογής. Με άλλα λόγια να αποδέχεται την αβεβαιότητα χωρίς παραίτηση, να δημιουργεί νόημα ακριβώς μέσα σε αυτήν.
ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΘΑΝΟΥ
…………….















































