Ο παραλογισμός της ρητορικής Σμαραγδή για τον «Καποδίστρια»: Επιθέσεις και επικίνδυνες θεωρίες για… λίγα εισιτήρια / γράφει ο Γιάννης Μακρυγιάννης
Η δημόσια συζήτηση γύρω από την ταινία «Καποδίστριας» θα μπορούσε –και θα όφειλε– να αφορά την καλλιτεχνική της αξία, την ιστορική της τεκμηρίωση, τη σκηνοθετική της προσέγγιση και, τελικά, το αν προσφέρει κάτι ουσιαστικό στο ελληνικό σινεμά.
Αντ’ αυτού, μετατρέπεται σε ένα πολιτισμικό (ίσως και πολιτικό τελικά) πεδίο σύγκρουσης, όχι από τους επικριτές της, αλλά από τον ίδιο τον δημιουργό της. Ο Γιάννης Σμαραγδής μοιάζει να έχει επιλέξει συνειδητά μια στρατηγική έντασης, υπερβολής και στοχοποίησης, επενδύοντας περισσότερο στη σύγκρουση παρά στο έργο του.

Οι πιο καχύποπτοι θα έλεγαν ότι πέρα από την ιδιόμορφη υπεράσπιση αυτής της ταινίας, ο Σμαραγδής διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ετοιμάσει την επόμενη: Ποιος θα τολμήσει να μην χρηματοδοτήσει το έργο του, όταν ο ίδιος μπορεί να τον… βγάλει στα «μανταλάκια» και να καταγγείλει πάλι διάφορα περί αποκλεισμού, ακόμα κι αν δεν ισχύουν; Και ποιοι κριτικοί ή άλλοι παράγοντες του χώρου, θα πουν μία αρνητική άποψη για την… καλλιτεχνική του ιδιοφυία και το οποιοδήποτε δημιούργημά του – ακόμα κι αν είναι το απόλυτο φαβορί για το χρυσό βατόμουρο, ως συνήθως – αν πρόκειται να κατηγορηθούν για… υπονομευτές του έθνους (!!!), «ανθέλληνες αριστεροί» (!!!) και άλλα τέτοια αδιανόητα και γελοία εφευρήματα του Σμαραγδή;
Οι πρόσφατες δηλώσεις του σκηνοθέτη ξεπερνούν τα όρια της υπεράσπισης ενός καλλιτεχνικού εγχειρήματος. Ο Σμαραγδής έχει υποστηρίξει ότι δεν χρηματοδοτήθηκε – παρότι υπάρχουν καταγεγραμμένα κονδύλια και στήριξη – ότι «πολεμήθηκε» επειδή δεν εντάσσεται στη λεγόμενη «woke ατζέντα», ακόμη και ότι υπήρξαν δυνάμεις που ήθελαν να τον «σκοτώσουν», παραλληλίζοντας τον εαυτό του με τον Ιωάννη Καποδίστρια. Πρόκειται για ισχυρισμούς ακραίους, χωρίς τεκμήρια, οι οποίοι περισσότερο θυμίζουν συνωμοσιολογικό αφήγημα παρά σοβαρό δημόσιο λόγο.
«Διαφήμιση» με στερεότυπα και απλουστεύσεις
Όμως ο Σμαραγδής δεν σταματά εκεί. Αντιλαμβανόμενος –όπως φαίνεται– ότι η ένταση λειτουργεί ως διαφήμιση, κλιμακώνει. Στο νέο αφήγημα, οι «εχθροί» της ταινίας αποκτούν σαφές πολιτικό πρόσημο: είναι οι «αριστεροί». Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτοί δεν ήθελαν να βγει η ταινία και τώρα προσπαθούν να την αλλοιώσουν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, προχωρά σε μια γενικευμένη και βαριά ιδεολογική επίθεση, δηλώνοντας ότι «οι αριστεροί είναι ενάντια στην πατρίδα, ενάντια στα σύνορα και κυρίως είναι ενάντια στη θρησκεία, δεν πιστεύουν στον Θεό». Ένα σύνολο από στερεότυπα και απλουστεύσεις που θα ζήλευαν τα πιο πρόχειρα φυλλάδια του ψυχροπολεμικού αντικομμουνισμού.

Αυτή η τακτική δεν είναι ούτε καινούρια ούτε αθώα. Πρόκειται για μια κλασική μέθοδο «πολωτικής διαφήμισης»: όταν το έργο δεν επιβάλλεται από μόνο του, μετατρέπεται σε σύμβολο. Όποιος το κρίνει, δεν είναι απλώς κριτικός· είναι «εχθρός». Όποιος διαφωνεί, δεν έχει άποψη· έχει «ατζέντα». Και κάπως έτσι, η συζήτηση παύει να αφορά τον κινηματογράφο και μετατρέπεται σε ιδεολογικό κυνήγι μαγισσών.
Ένας αυτάρεσκος, δήθεν διωκόμενος μάρτυρας – Ο παραλογισμός μίας ρητορικής
Το πιο προβληματικό στοιχείο, ωστόσο, δεν είναι η πολιτική τοποθέτηση του Σμαραγδή – κάθε δημιουργός έχει δικαίωμα σε αυτήν. Είναι η συνειδητή επιλογή να ταυτίσει την καλλιτεχνική κριτική με εθνική και θρησκευτική προδοσία. Να βαφτίσει συλλήβδην «αντιπατριώτες» όσους δεν συμμερίζονται το όραμά του. Να παρουσιάσει τον εαυτό του ως διωκόμενο μάρτυρα, σε μια χώρα που, υποτίθεται, δεν αντέχει την «αλήθεια» του. Πρόκειται για ένα αφήγημα αυτάρεσκο και επικίνδυνα απλοϊκό.

Η απάντηση του Γιάννη Στάνκογλου ήρθε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους με λιτό αλλά εύστοχο τρόπο. «Πώς στις μέρες μας αν δεν σ’ αρέσει κάτι αμέσως βαπτίζεται αριστερό;» έγραψε, προσθέτοντας ειρωνικά ότι «σε λίγο θα μας πούνε ότι αριστεροί σκότωσαν τον Καποδίστρια». Η παρέμβαση αυτή φωτίζει τον παραλογισμό μιας ρητορικής που βλέπει ιδεολογικούς εχθρούς παντού και μετατρέπει κάθε αντίρρηση σε συνωμοσία.
Στην ουσία, αυτό που επιχειρεί ο Σμαραγδής δεν είναι η υπεράσπιση της τέχνης, αλλά η εργαλειοποίησή της. Ο «Καποδίστριας» δεν παρουσιάζεται ως ταινία που αξίζει να δει κανείς για το περιεχόμενό της, αλλά ως «άτρωτο» εθνικό έργο που βάλλεται από σκοτεινές δυνάμεις. Έτσι, όποιος πάει να τη δει, δεν είναι απλώς θεατής· είναι στρατευμένος. Και όποιος δεν πάει, ύποπτος.
Ο Σμαραγδής πλήττει την ίδια την τέχνη
Αυτή η λογική μπορεί να φέρνει πρόσκαιρη δημοσιότητα, ίσως και κάποια εισιτήρια. Μακροπρόθεσμα, όμως, υπονομεύει τόσο το ίδιο το έργο όσο και τον δημόσιο διάλογο. Γιατί αν κάθε καλλιτεχνική αποτυχία ή αμφισβήτηση βαφτίζεται «πόλεμος», τότε η τέχνη χάνει το βασικό της οξυγόνο: την ελεύθερη κριτική.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξε μια σύνθετη, αντιφατική και ιστορικά βαρύνουσα προσωπικότητα. Το να μετατρέπεται το όνομά του σε όχημα για σύγχρονες ιδεολογικές εκκαθαρίσεις και φανταστικούς εχθρούς, δεν τιμά ούτε τη μνήμη του πρώτου Κυβερνήτη, ούτε, πολύ περισσότερο, τον εμπνευστή αυτής της επιχείρησης, Γιάννη Σμαραγδή. Και σίγουρα δεν τιμά ούτε τον κινηματογράφο ούτε τη δημόσια συζήτηση.
Αν ο «Καποδίστριας» είναι πράγματι «άτρωτος», όπως ισχυρίζεται ο δημιουργός του, τότε δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από την κριτική. Αν όμως χρειάζεται ακραίες θεωρίες, επιθέσεις και ιδεολογικούς αφορισμούς για να σταθεί, τότε το πρόβλημα δεν είναι οι «αριστεροί», ούτε η «woke ατζέντα». Είναι η επιλογή να υποκατασταθεί η τέχνη από τον θόρυβο. Και ο θόρυβος, όσο δυνατός κι αν είναι, δεν κάνει ποτέ μια ταινία καλύτερη.
















































