Άρθρα Γράμματα & Τέχνες Λογοτεχνία Πολιτισμός

“Μεγάλη Χίμαιρα”. Ολοκληρώνοντας συγκλονιστικά ένα ταξίδι της Λογοτεχνίας μέσα από την οθόνη / γράφει η Δήμητρα Σμυρνή

Συνήθως η Λογοτεχνία, όταν μεταφέρεται στην οθόνη, δεν είναι πάντα τυχερή. Πρέπει ο δημιουργός της οθόνης να αντιλαμβάνεται απόλυτα τον λόγο του συγγραφέα και την ατμόσφαιρα του βιβλίου, για να τον κάνει εικόνα, χωρίς να προδίδει τον λογοτέχνη. Και όταν το καταφέρνει, μιλάμε πια για μια δεύτερη, ισάξια δημιουργία, η οποία μοιραία πάντα συγκρίνεται με τη μήτρα της.

Περιμέναμε το καλλιτεχνικό γεγονός της νέας χρονιάς, την πολυσυζητημένη, την πανάκριβη, (που τα γυρίσματά της κόστισαν εκατομμύρια), τη “Μεγάλη Χίμαιρα” του Καραγάτση, που μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη της ΕΡΤ και μάλιστα προβλήθηκε τις πρώτες ώρες του 2026, σαν ένα δώρο στο τηλεοπτικό κοινό, που κάθε άλλο παρά απολαμβάνει πάντα ποιοτική τηλεόραση.

Γιατί Καραγάτσης; Ο Καραγάτσης είναι εκείνος που εντυπωσιάζει όχι μόνο με τον λόγο του αλλά και με τη βαθιά γνώση της κοινωνικής ελληνικής διαστρωμάτωσης,  βυθίζοντας την πένα του με άκρατο ρεαλισμό στην πάσχουσα οικονομικά λαϊκή τάξη αλλά και στην πάσχουσα, (από άλλες αιτίες), αστική τάξη. Δεν κάνει πολιτική, δεν είναι ενταγμένος, αλλά το μάτι του ξέρει να αποδίδει “τα του καίσαρος τω καίσαρι”.

Γραφή δυνατή, ρεαλισμός που φτάνει μέχρι το κόκκαλο και καμιά φορά ξαφνιάζει μέχρι και ενοχλεί, ιδιαίτερα με τον έντονο ρεαλισμό  με τον οποίο αποδίδεται ο ερωτισμός που εκπέμπουν οι εκάστοτε ήρωές του.

Και έρχεται η “Μεγάλη Χίμαιρα” ένα από τα δυνατότερα βιβλία του, να δικαιώσει τα παραπάνω. Και έρχεται και η αναμενόμενη τηλεοπτική της μεταφορά. Ριψοκίνδυνο; Σαφώς.

Έχοντας υπόψιν το αριστουργηματικό του βιβλίο “Το 10”, που αποδόθηκε καταπληκτικά στη μικρή οθόνη, και έχοντας όλη την πληροφόρηση για τη νέα μεταφορά, οι προσδοκίες είναι τεράστιες.

Τα δύο πρώτα επεισόδια της Πρωτοχρονιάς αναδίδουν από τη μια την ποιότητα, αναμφισβήτητα, (εικόνα εκπληκτική), κι από την άλλη μια κινηματογραφική γραφή άνευρη,  καθόλου ελκυστική. Επιπλέον οι αλλεπάλληλες ερωτικές σκηνές, με λεπτομέρειες που περισσότερο απωθούσαν παρά κέρδιζαν, οδηγούσαν τον θεατή αν όχι στην απογοήτευση, τουλάχιστον στην αναμονή.

Και έρχεται το 4ο επεισόδιο κι αρχίζει η σειρά να ανεβαίνει σαν ένα μουσικό κομμάτι που ξεκίνησε υποτονικά, σχεδόν αδιάφορα, για να φτάσει με το φινάλε του στο 6ο επεισόδιο, σε ένα κρεσέντο τόσο εκρηκτικό, που, εσένα, με τις τόσες επιφυλάξεις σου, να σε  καθηλώσει κυριολεκτικά.

Ναι, ο Βαρδής Μαρινάκης, ο σκηνοθέτης της “Χίμαιρας”, έκανε ένα τηλεοπτικό αριστούργημα! Του αξίζει κάθε έπαινος. Κατάφερε να δώσει την ουσία της τραγωδίας μέσα από  τους πρωταρχικούς της πυρήνες, την ύβρη, τη νέμεση και τελικά την κάθαρση.

Ήρωες, αλλά και αρχαίος χορός, που εδώ τον αποτελεί η συριανή κοινωνία αμίλητη, αλλά και η χήρα καπετάνισσα φίλη της οικογένειας των ηρώων, που παίρνει θέση πάνω στα δρώμενα, οδηγούν τον θεατή όχι μόνο σε μια συναρπαστική μέθεξη, αλλά και στην προσωπική του καθένα κάθαρση.

Τι σημαίνει “χίμαιρα”; Μεταφορικά σημαίνει το άπιαστο. Πόσο ο καθένας μας θα ήθελε να την κυνηγήσει; Πόσο η ζωή στήνει δίχτυα και βρίσκεσαι μπλεγμένος ανυποψίαστα σ’ αυτά; Τι σημαίνει σώμα και τι ψυχή; Πόσο οι ανάγκες τους συμπορεύονται ή συγκρούονται; Τι σημαίνει ευθύνη και πόσο μπορείς να την υπηρετείς; Ερωτηματικά ατελείωτα που υφαίνονται με εκπληκτική τέχνη αρχικά από τον συγγραφέα και αναπαράγονται στη συνέχεια από τον σκηνοθέτη της σειράς με εφάμιλλο τρόπο.

Και οι ήρωες;  Σε μια νησιώτικη κοινωνία του 1930, όπου η κεντρική ηρωίδα ασφυκτιά, δέσμια από την πιο φιλελεύθερη στα ήθη της χώρα αλλά και δέσμια του ψυχολογικού της κυρίως background σ’ έναν άλλο, άγνωστο γι αυτήν κόσμο, ξετυλίγεται η υπόθεση.

Αναδρομή στο παρελθόν, αιτιολόγηση της συμπεριφοράς με αλλεπάλληλα flash back, δέσιμο της πλοκής, κορύφωση.

Οι ήρωες ενσαρκώνονται στη μικρή οθόνη εξαιρετικά με κορυφαία πάντα την Καρυοφύλλια Καραμπέτη στο ρόλο της μάνας. Οι τραγικές διαστάσεις που δίνει στον ρόλο της από την αρχή, που σιωπηλή παρακολουθεί τα γεγονότα σαν θάλασσα που υποψιάζεσαι πως θα ξεσπάσει, μετρώντας τα υπόγεια κύματά της που γιγαντώνονται, μέχρι το τελικό ξέσπασμα, την αποδεικνύουν μεγάλη ηθοποιό κι αυτήν τη φορά.

Η Φωτεινή Πελούζο, η Ιταλίδα ηθοποιός, που ενσάρκωσε τη μοιραία Μαρίνα, την ξενόφερτη στη Σύρα, ξένη όχι μόνο ως προς την καταγωγή αλλά και ως προς τους κανόνες της τότε ελληνικής επαρχίας, συνδυάζει περίφημα την παιδική εμφάνιση του προσώπου της με την ηφαιστειακή της σεξουαλική ταυτότητα, που ούτε η ίδια συνειδητοποιεί απόλυτα,  σφραγισμένη από τα ανάλογα παιδικά της τραύματα που κουβαλά.

Και οι δύο άντρες; Τα δύο αδέλφια; Εξαιρετικοί και οι δύο, και ο Ανδρέας Κωνσταντίνου και ο Δημήτρης Κίτσος, που απέδωσαν επάξια τους αντίποδες στη στάση ζωής, τη συντηρητική και παραδοσιακή, κόντρα στην περισσότερο ελεύθερη χωρίς αγκυλώσεις, που εγκυμονεί την καταστροφή.

Σαφώς και το χέρι, η “χειρ”, όπως λέγανε οι παλιοί δημιουργοί , (“δια χειρός του…”), είναι του Βαρδή Μαρινάκη, αυτός δούλεψε την κάθε λεπτομέρεια των ηθοποιών του και και τα πλάνα.

Τίποτα όμως από τα παραπάνω δεν θα ήταν το ίδιο, αν ο χαρισματικός σκηνοθέτης, που έστησε ολοζώντανους τους ήρωές του, δεν είχε ένα καλοδουλεμένο σενάριο από τον Παναγιώτη Ιωσηφέλη και τη φωτογραφία του Γιώργου Βαλσαμή να δίνει στην εικόνα την ευαισθησία, το βάθος και τη συγκίνηση ενός ζωγραφικού πίνακα.

Αλλά και η μουσική του Ted Reglis  ήταν εκείνη, που, χωρίς αυτήν ο ρυθμός των γεγονότων, εσωτερικών και εξωτερικών, θα έχανε σε δύναμή   απονευρώνοντας το δημιούργημα. Μουσική με ταυτότητα, ατμοσφαιρική.

Η ΕΡΤ πρόσφερε μια εξαιρετική στιγμή στους θεατές της, (αυτήν τη φορά με μία διεθνή συμπαραγωγή), δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερες προσδοκίες για το επόμενο βήμα της.

…………….

banner-article

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ