Βιβλίο

Βιβλίο: Πόπη Φιρτινίδου “Τηρούμενες αναλογίες” / Ιστορίες μικρές και μεγάλες για τους πολυτραυματίες της πραγματικότητας

Το βιβλίο της Πόπης Φιρτινίδου  ήρθε στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων πριν λίγες μέρες, καθώς πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, κι ένα βιβλίο είναι πάντα συντροφιά για μας αυτές τις μέρες ή γίνεται συντροφιά για τους άλλους, μεταφέροντας την τρυφερή αίσθηση του δώρου.

Τέταρτο βιβλίο γ’ αυτήν, που ξεκίνησε το 1999 με μια νουβέλα, “Τέσσερα χρόνια μισές βδομάδες”, εκδόσεις Παρατηρητής, και συνέχισε αργότερα με τη συλλογή διηγημάτων “Πες μου πού θα πας”,  το παραμύθι “Το δεντράκι που δεν ήθελε να στολιστεί” και τώρα με τη συλλογή διηγημάτων “Τηρούμενες αναλογίες”, και τα τρία από τις “Εκδόσεις των συναδέλφων “.

“Τηρούμενες αναλογίες”. Ένα βιβλίο, όπου η ποίηση εμβολίζει κυριολεκτικά την πεζογραφία όχι με τη μορφή της ποιητικής φόρμας αλλά με τη μορφή της λέξης, της εικόνας, των συναισθημάτων, που αναβλύζουν χωρίς πλεονασμούς, χωρίς ακρότητες, ζυγισμένα  με τον ορθό λόγο και το στοχασμό και κεντημένα με μια δυσεύρετη τρυφερότητα.

“Ιστορίες μικρές και μεγάλες για τους πολυτραυματίες της πραγματικότητας” γράφει η Φιρτινίδου στο οπισθόφυλλο του βιβλίου και είναι έτσι.

Στις σελίδες της ζουν άνθρωποι που κινούνται δίπλα μας και απορροφημένοι από την καθημερινότητα, που μας ορίζει και μας καθορίζει, δεν μπορούν να βρουν χώρο ούτε στη σκέψη, ούτε στα συναισθήματά μας. Κι όταν τον βρουν, θα ‘ναι για λίγο. Ξαναγυρίζουμε στον εαυτό μας και  στην τροχοπέδη των προβλημάτων μας.

Η πινακοθήκη των προσώπων της αποδεικνύει μια ματιά που ξέρει να στήνει πορτρέτα με μοναδική μαεστρία. Η παρατηρητικότητά της  στη λεπτομέρεια, η κατάθεση αυτής της λεπτομέρειας, που όχι μόνο δεν κουράζει, αλλά οδηγεί στο βάθος της απεικόνισης των χαρακτήρων, είναι κάτι το μοναδικό.

Τα πρόσωπα κινούνται στους οικείους χώρους τους, είτε είναι κομμάτια της δικής μας πόλης, αναγνωρίσιμα για μας, είτε άλλης, μεγαλύτερης,  πάντα σύμβολα του  ανθρώπου που πάσχει δίπλα μας, κουβαλώντας άλλοτε τη μοναξιά του, άλλοτε την ανέχεια, άλλοτε τα γηρατειά του, άλλοτε τη Λερναία Ύδρα της εξάρτησης.

Ο λόγος της, που κυλάει ασυγκράτητος, ανάβλυσμα ψυχής, ξεγελάει και νομίζεις πως είναι αδούλευτος. Κι όμως είναι δουλεμένος μέχρι την τελευταία λέξη, τη σειρά της λέξης, το κόμμα ή την άνω τελεία.

Μοιάζει ασθματικός, λόγος που θέλει να τα πει όλα, κι ύστερα γίνεται μια μικρή ακύμαντη λίμνη, και σταματάς στα νερά του στοχασμού της και ξαναρχίζεις να τρέχεις μαζί της και μαζί με τους ήρωές της, που σου γνέφουν “αλήθεια, ήξερες πως υπάρχουμε κι εμείς;”

Ένας άνθρωπος που μαζί με τα γηρατειά του χάνει και την αξιοπρέπειά του, ένας φιλόλογος χτυπημένος από την αρρώστια, που του στερεί τη ζωή, και την απώλεια της αγαπημένης του που του στερεί τη χαρά, μια καθαρίστρια που ζει τη δική της απόγνωση μιας άδικης και βάρβαρης μοίρας, ένας πραγματικός Άδωνις παλιά, που τώρα ζητιανεύει φραγκοδίφραγκα για να πάει λίγο ακόμη παραπέρα τις τρυπημένες από τα ναρκωτικά φλέβες της άδειας του ζωής, ένας  περιπατητής της μοναξιάς, που κανένας δεν μπορεί να του χαρίσει μια λέξη, ένα χαμόγελο κάτω από τα φώτα μιας χριστουγεννιάτικης νύχτας, ένας άστεγος που μοναδικό του όνειρο ήταν από παιδί να πετάξει. Θα τα καταφέρει;

Κι ενώ αυτοί μας μιλούν, κλείνοντας το βιβλίο μάς μιλά και κάποιος άλλος… Αυτή είναι η Κιάρα. Η Κιάρα που πεθαίνει σε βαθιά γηρατειά. Η σκυλίτσα, που βρήκε κάποτε οικογένεια, για να στεγάσει την αδέσποτη μοίρα της και τώρα εγκαταλείπει, (θύμα κι αυτή του αναπόδραστου τέλους), την κυρά της, αυτήν που τόσο αγάπησε…

“Χωρούσα στην παλάμη της όταν ήρθα εδώ, το θυμάμαι, ένα ορφανό κουτάβι μιας αδέσποτης γέννας στην αλάνα, εδώ πιο πάνω. Ήταν Μάρτης, με πήρε μέσα σε μια πετσετούλα μπλε, μου χάρισε ένα σπίτι. Έφαγα ράχες βιβλίων, πόδια επίπλων, μολύβια, χώματα, λουλούδια, έφαγα παντόφλες, έφαγα και παντοφλιές, μου χάρισε μια οικογένεια, το θυμάμαι.

Περπάτησα δίπλα της σε πάρκα, σε ακροθαλασσιές, σε μονοπάτια, σε βουνά, μου χάρισε μια ζωή, όλα τα θυμάμαι, μα κι εγώ, δεν ήμουν αχάριστη εγώ, τη φρόντισα όσο μπορούσα, μαζί φτιάξαμε μια γλώσσα, είχε λέξεις, κανόνες και συντακτικό, είχε αλήθεια […]

Καθόμουν δίπλα της, χάιδευα την αγκαλιά της και τη νύχτα κοιμόμουν μαζί της με το χέρι μου στον ώμο της. Ήξερα να την ανακουφίζω, μύριζα την πληγή της κι έσπρωχνα τις μέρες της. Έτσι πέρασαν τα χρόνια, ανέβηκε η τραμπάλα, μία φορά, δύο, πολλές. Πώς να της πω ότι το παιχνίδι τελείωσε;”

Άλλοτε να θυμίζει κάτι από Αντώνη Σαμαράκη, με τη δύναμη του απρόβλεπτου τέλους, κι άλλοτε με τη σπαρακτική αύρα του Παπαδιαμάντη , που έγραψε

“…  Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου “

το βιβλίο συνοδεύεται από ένα έξοχο εξώφυλλο, που φιλοτέχνησε η Σοφία Παυλίδου, και που παραπέμπει συναισθηματικά στο χαμηλόφωνο αυτό ρέκβιεμ, συγκινώντας βαθιά…

 

Ροη ειδήσεων