Άρθρα

“Είναι σήμερα η Ευρώπη…” / γράφει η Νικολέτα Θάνου

 Γευτήκαμε όμως τον εξευτελισμό από έναν κατακτητή «που ήρθε ντυμένος φίλος», που έλεγε και ο ποιητής, προσφέροντας τα προνόμια της σύγχρονης μορφής δουλείας , του σύγχρονου εξανδραποδισμού μέσα από αδιανόητους μηχανισμούς ελέγχου, οικονομικού, προσωπικού, κοινωνικού…

Νικολέτα Θάνου

Είναι φορές που αισθάνομαι ότι η σύγχρονη αρθρογραφία προκαλεί. Το άρθρο γνωστού δημοσιογράφου με τίτλο «Ήταν κάποτε η Ευρώπη» δεν είναι απλά προκλητικό, αλλά συνιστά έκθεση μιας λογικής  τρόπον τινά  δυσανεκτικής, ανάλογης της δυσοσμίας  των χαρακωμάτων των δύο παγκοσμίων πολέμων στην Ευρώπη , που ουσιαστικά διαμόρφωσαν τα σύνορά της, όχι όμως και την εξέλιξή της,  για την οποία τόσο περήφανος αισθάνεται ο αρθρογράφος μέσα από έμμεσες αναφορές του.

Εύστοχη η αφόρμηση του άρθρου, το βιβλίο του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ «Ουδέν νεώτερον από το δυτικόν μέτωπον». Εύστοχη ως επιλογή, για να επικαλεστεί το συναίσθημα του αναγνώστη μέσα από την ιδιοτελή επιστράτευση της ψυχικής συντριβής και της σωματικής καταρράκωσης, όσων βίωσαν τη φρίκη και τον παραλογισμό του πολέμου μπολιάζοντας με το αίμα τους το… μεγαλείο της Ευρώπης του σήμερα. Εύστοχη για να κατευνάσει το μένος του αναγνωστικού του κοινού, που δοκιμάζεται η υπομονή του μέσα στην Ευρώπη της «άκρατης ευδαιμονίας» και των αναπαλλοτρίωτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σταθήκαμε τυχεροί πράγματι. Δεν ανήκουμε στις γενιές που βίωσαν τον παραλογισμό του πολέμου. Δε γευτήκαμε τις οδυνηρές του συνέπειες εμείς οι νεότεροι. Γευτήκαμε όμως τον εξευτελισμό από έναν κατακτητή «που ήρθε ντυμένος φίλος», που έλεγε και ο ποιητής, προσφέροντας τα προνόμια της σύγχρονης μορφής δουλείας , του σύγχρονου εξανδραποδισμού μέσα από αδιανόητους μηχανισμούς ελέγχου, οικονομικού, προσωπικού, κοινωνικού.

«Ευημερούμε» πράγματι μέσα στην Ευρώπη της ελευθερίας, της ισότητας, της ισονομίας και της έσχατης εκμετάλλευσης από μηχανισμούς ανώνυμους και κυριαρχικούς. Μιας Ευρώπης που αντί να παράγει ελεύθερους ανθρώπους παράγει μαζάνθρωπους, «ρεφλεξάνθρωπους», για να δανειστώ τον όρο από τον Κορνήλιο Καστοριάδη, ανθρώπους των αντανακλαστικών, που άγονται σύρονται από τα λουριά αθέατων μηχανισμών, ανθρώπων που απεμπόλησαν την ατομικότητα στο βωμό όχι της συλλογικής δράσης , αλλά της ψευδαισθησιακής αυτάρκειας που επιδαψιλεύουν οι αλληλέγγυοι και φιλάνθρωποι Ευρωπαίοι ηγέτες. Αυτοί οι αρχιτέκτονες του ευρωπαϊκού οράματος,  στο οποίο τα αδύναμα έθνη δεν έχουν μερίδιο, που ακόμη και αυτή η αυτοδιάθεση ως εθνικό προαπαιτούμενο ανεξαρτησίας τείνει να βυθιστεί στο βούρκο της μειοδοτικής αμεριμνησίας των κυβερνώντων και της εγκληματικής αδράνειας των λαών.

Όχι, αγαπητέ μου, δεν έχουμε πόλεμο και ούτε τον θέλουμε. Η απειλητική υπενθύμιση ότι πλανώμαστε πλάνην οικτράν αν νομίζουμε ότι τον έχουμε αφήσει πίσω μας οριστικά και αμετάκλητα προκαλεί αν μη τι άλλο τον γέλωτα και θυμίζει ωμή προειδοποίηση: Υποταχτείτε στην Ευρώπη των λίγων γιατί χανόμαστε, γιατί δεν έχουμε εναλλακτική επιλογή ως έθνος , γιατί είμαστε ολιγάριθμοι, γιατί είμαστε μικροί το δέμας συγκριτικά με τους μεγαλόσχημους γείτονές μας, γιατί κάποτε πολεμούσαμε ηρωικά στα χαρακώματα, ενώ σήμερα αυτοπεριοριζόμαστε στους οίκους της ένοχης σιωπής και της αργυρώνητης λιποψυχίας. Αν μη τι άλλο πρόκειται για μια εξευρωπαϊσμένη μορφή ελευθερίας για την οποία δεν πρέπει να ούτε να είμαστε ούτε να δείχνουμε αχάριστοι. Φρόντισαν οι πολεμιστές των χαρακωμάτων να απολαμβάνουμε εμείς σήμερα όλα αυτά τα μοναδικά προνόμια. Ύβρις; Αναμφίβολα. Θα εγερθούν οι νεκροί από τους τάφους τους με όσα λέγονται και γράφονται.

Η Ευρώπη μπορεί να ξεκίνησε ως ανθρώπινη κατασκευή. Η Ευρώπη μπορεί να ενέχει την κοινοτοπία του κακού, της φρίκης. Μπορεί να δομήθηκε πάνω σ’ αυτά. Σκοπός είναι να μην διαιωνίζεται αυτό το καθεστώς της φρίκης σαν απαραβίαστη καταστατική αρχή από τα ισχυρά οικονομικά και πολιτικά κέντρα εξουσίας της σημερινής Ευρώπης. Και ας ενημερώσει κάποιος τον εν λόγω δημοσιογράφο ότι πόλεμο έχουμε. Έναν πόλεμο που διεξάγεται σε πεδία μαχών διαφορετικά των προηγούμενων πολέμων και με τρόπο μάλιστα αντιηρωικό. Καλό είναι η αρθρογραφία τουλάχιστον να διεξάγει αγώνα τίμιο και αξιοπρεπή, ανάλογο των πνευματικών και ιστορικών κεφαλαίων τούτου του τόπου.