Βιβλίο

Βιβλιοκριτική: Βασίλης Νιτσιάκος “Εθνο – Οικο – Τοπικά” / Προβληματισμοί και στοχασμός πάνω σε επίκαιρα ζητήματα με “αρετήν και τόλμην”

“Πιστεύω ακράδαντα πως οι επιστήμονες πρέπει να είναι στην κοινωνία και μέτοχοι και υπόλογοι. Και να κρίνουν και να κρίνονται…” Βασίλης Νιτσιάκος

Αυτή η φράση “κλειδί” από τον πρόλογο του τελευταίου βιβλίου του Βασίλη Νιτσιάκου “Εθνο – Οικο – Τοπικά”, που κυκλοφόρησε τον περασμένο Φλεβάρη από τις  εκδόσεις “Ισνάφι’, τοποθετεί την επιστημονική κοινότητα μπροστά στις ευθύνες της αντιμετώπισης των προβλημάτων του σήμερα, απέναντι στα οποία παίρνοντας θέση, δικαιώνει το ρόλο της.

Και βέβαια με τις λέξεις “προβληματισμοί” και “στοχασμός” σε καμία περίπτωση ο συγγραφέας του βιβλίου δεν οικειοποιείται τη λάμψη της μοναδικής “Αλήθειας”, την οποία άλλωστε ως επιστήμονας αμφισβητεί.

Το βιβλίο του αποτελεί συλλογή άρθρων που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και ιστότοπους ευρείας κυκλοφορίας, γι’ αυτό και ο ίδιος αποφεύγει να το ονομάσει βιβλίο, παρόλο που η δομή του και το περιεχόμενο έχουν μια τέτοια ροή, που στηρίζουν τον όρο “βιβλίο” επαρκέστατα.

Έννοιες και όροι, ιδέες και αξίες παρουσιάζονται  παράλληλα ή αντιθετικά, αλληλοσυμπληρώνονται ή συγκρούονται, αλλά πάντα δίνονται με διαυγή ματιά, με τόλμη και χωρίς υπεκφυγές, έστω κι αν ένα μέρος των αναγνωστών μπορεί να διαφωνεί μαζί τους. Άλλωστε, ο ίδιος ο συγγραφέας πιστεύει στην αξία του διαλόγου.

Διδάσκοντας Κοινωνική Λαογραφία στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων δεν μπορεί η ειδική του επιστημονική γνώση πάνω στο αντικείμενο να αφήσει έξω από τη γραφή των κειμένων του  βασικούς πυρήνες της Επιστήμης του, της Λαογραφίας, που όμως δίνονται με τέτοιον τρόπο, ώστε να μεταφέρουν στον αναγνώστη όχι την αίσθηση του ψυχρού ακαδημαϊσμού, αλλά την αίσθηση της καθημερινότητας και του πανάρχαιου λαϊκού βιώματος. Πανηγύρια, γιορτές, Άγιοι, όλα με τη ματιά του “συν” με την έννοια του “μαζί” της κοινότητας, που τώρα πια έχει χαθεί, καθώς το “πρόσωπο” έγινε “άτομο”.

Ο επιστήμονας – συγγραφέας  μετατρέπεται στα κείμενά  του σε καθημερινό πολίτη, χωρίς να αποβάλλει την επιστημονική του σκευή. Ακουμπά πάνω σε θέματα σημερινά, που απασχολούν όσους έχουν την αγωνία του αύριο. Πολιτισμός, γλώσσα, πατρίδα, μεταναστευτικό, εκπαίδευση, περιβάλλον, αλλά και ειδικότερα  θέματα, χρυσαυγητισμός, κορονοϊός, κοινωνία και κοινότητα, αποτελούν θέματα προβληματισμού.

Και πώς θα μπορούσε να μείνει η Ιστορία απ’ έξω;  Τα ωραιότερα κείμενα, κατά την προσωπική μου άποψη, είναι εκείνα των φανταστικών… διαλόγων(!) του συγγραφέα με τους : Μάρκο Μπότσαρη, Οδυσσέα Ανδρούτσο, Ρήγα Βελεστινλή, Ιωάννη Καποδίστρια και… Αλή Πασά!

Και ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί στη φράση του Ρήγα, όπως την συμπυκνώνει ο Νιτσιάκος – μια όλόκληρη κοσμοθεωρία του αγνού επαναστάτη – σε μία φράση;

“Όλα τα οράματα έχουν και ιδεαλισμό και ουτοπία. Πρέπει να είναι έτσι για να εμπνέουν και με τον Αγώνα να εφαρμόζονται, όσο επιτρέπουν οι εκάστοτε συνθήκες. Χωρίς όραμα δεν γίνεται τίποτα…”

Εδώ ο Νιτσιάκος, πατώντας πολύ γερά στη γνώση της Ιστορίας, περνά στη σφαίρα της Λογοτεχνίας, παίζοντας ανάμεσα τους και αφήνοντας τον αναγνώστη να βγάλει μόνος τα συμπεράσματά του

Διαβάζοντας το βιβλίο, δεν μπορείς να μην σταθείς στο ύφος του συγγραφέα του. Το ότι τα κείμενα είναι μικρά – πιστά στις απαιτήσεις του χώρου, όπου αρχικά φιλοξενήθηκαν – δεν αποτελεί μειονέκτημα. Αντίθετα αποτελεί πλεονέκτημα, αφού αναγκαστικά πρέπει να περάσουν άμεσα στο στόχους τους, χωρίς κουραστικούς πλατειασμούς.

Η γλώσσα του, οπλισμένη με επιστημονική ευστοχία αλλά και λαϊκή συνάμα αμεσότητα, αποτελεί την αβίαστη γέφυρα με τον αναγνώστη του.

Κι όσο για τις θέσεις του; Δεν χρειάζεται να συμφωνεί ή να διαφωνεί ο αναγνώστης μαζί του. Το βιβλίο τον παρασέρνει στο διάβασμά του, στους προβληματισμούς και το στοχασμό του.

…………………………..

(photo: Γιάννης Μίχης)