Λογοτεχνία

Γλυκερία Γκρέκου “Μάρσιπος”  

——-

Γλυκερία Γκρέκου

Εικοσιπέντε Δεκεμβρίου 1965.

Ζέστη αποπνικτική, ένας ανεμιστήρας μάταια προσπαθούσε να δώσει μια ανάσα στο ιδρωμένο πρόσωπο της Μαρίκας. Η νυχτικιά είχε κολλήσει πάνω της. Ήταν νάιλον, γαλάζια με δαντέλα επίσης νάιλον, στις μανσέτες. Την είχε αγοράσει, με τρεις υπερωρίες, επί τούτου γι’ αυτή τη μέρα.

Αγόρι θα είναι! Ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Θα έμοιαζε εκείνου, μάτια πλάνα, κορμί για παρασυρμό. Αγόρι θα ήταν σίγουρα, να μην υποφέρει, να μην ντρέπεται για τις αμαρτίες του.

Θα έμοιαζε Απρίλης ορεινός, με έναν ήλιο στα μαύρα μαλλιά. Σαν τον ήλιο που την  τύφλωσε και ούτε που κατάλαβε πώς έγινε αυτό που έγινε. Εκεί, στην πλαγιά, που το δασαρχείο Ελασσόνας είχε αποφασίσει να δεντροφυτέψει έλατα.

Ακόμη νιώθει την πέτρα που χτυπούσε την πλάτη της. Η καρδιά της νόμιζε θα σπάσει εκείνη τη στιγμή.

Μετά από λίγο σηκώθηκε, τίναξε το χώμα από το μακρύ, βαμβακερό φόρεμά της, φόρεσε τα λαστιχένια  παπούτσια και τον κοίταξε όπως τον κρυφοκοίταζε καιρό τώρα. Τον υπεύθυνο του δασαρχείου, που την έκανε να χάσει το νου της και να πράξει ό,τι έπραξε..

Από τη μέρα που σηκώθηκε και τίναξε το χώμα απ’ το φουστάνι της, εκείνος απομακρύνθηκε. Είχε, βλέπεις, γυναίκα και παιδιά στην Καρδίτσα.

Τον επόμενο μήνα θορυβήθηκε. Είπε στη μάνα της πως δεν είναι καλά, δεν θα πήγαινε στη δουλειά στα δέντρα. Η μάνα ανήσυχη ρωτούσε και ξαναρωτούσε κι απάντηση δεν λάβαινε που η θυγατέρα παράτησε τη δουλειά.

Σαν μπήκε ο Ιούνης, η Ελένη ήταν σίγουρη. Δεν το μοιράστηκε με κανέναν. Τι να έλεγε; Ποιος θα συγχωρούσε μια γυναίκα που έγινε μάνα χωρίς άντρα στο πλάι της;

Δήλωσε μόνο πως θέλει να φύγει στην Αυστραλία, στην αδερφή της.

“Βαρέθηκα τη φτώχεια”, έτσι είπε. Και την πίστεψαν.

Το καλοκαίρι του 1965 τη βρήκε να τρέχει στη Λάρισα, ύστερα στη Σαλονίκη, για έλεγχο. Μάτια, δόντια, καπούλια, όλα κατάγερα. Με πλεξούδες ακόμα τα δεκαοχτάχρονα μαλλιά της, μάλλινες κάλτσες μήνα Σεπτέμβρη, μπήκε στο λεωφορείο για Πειραιά. Με μια βαλίτσα στο χέρι αποχαιρέτησε την Ελλάδα.

Ένα μήνα στο ΠΑΤΡΙΣ ξέρασε ό,τι της είχε απομείνει από εκεί ψηλά κρατώντας μόνο, προστατευτικά, την κοιλιά της.

Στην οικογένεια της αδερφής της δεν είπε τίποτα. Όμως η Νίτσα σαν πρόσεξε την φουσκωμένη κοιλίτσα της τα κατάλαβε όλα.

Ένα βράδυ δεν είπε πολλά, μα της έδωσε ένα ξεγυρισμένο χαστούκι.

«Φτου σου! Ντροπή μεγάλη, τι θα πούμε στη μάμα και στον πατέρα; Τι παράδειγμα θα δώσω στα παιδιά μου;» Και της έδειξε την πόρτα.

Έφυγε με τη βαλίτσα στο χέρι.

Βρήκε δουλειά εύκολα. Καθάριζε ολόκληρη τράπεζα. Αυτή και δυο Ιταλίδες.

Ένα πρωί, πήρε ένα ψαλίδι, πέταξε τις πλεξούδες στο πάτωμα, φόρεσε κάλτσα λεπτή, φόρεμα λουλουδάτο, ένα νούμερο μεγαλύτερο, και συνέχισε να ζει.

Όταν επέστρεφε σούρουπο απ’ τη δουλειά, μέσα από το λεωφορείο, χάζευε τα καγκουρώ και χάιδευε την κοιλίτσα της. ”Έτσι θα σε φυλάω κι εγώ” ψιθύριζε, έτρωγε ένα πιάτο μακαρόνια και έπεφτε για ύπνο.

Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν, ο καιρός ζέστανε ακόμα πιο πολύ. Μια μέρα πήγε στη θάλασσα κι έκλαψε ώρες. Στράγγισε, δεν έβγαινε τίποτα πια από κανέναν πόρο του κορμιού της. Πήγε μετά στην αδερφή της με τα μάτια κάτω.

«Ζύγωσαν οι μέρες Νίτσα, όπου να΄ναι γεννάω», είπε μόνο.

«Να πρόσεχες, ποιος θα σε πάρει τώρα;» αποκρίθηκε η άλλη θυμωμένη που όλη η παροικία θα μιλούσε για τις πομπές της αδερφής της.  Και της έδειξε πάλι την πόρτα.  Λίγες μέρες μετά, με το κεφάλι κάτω, διάβαινε την πόρτα του νοσοκομείου.

Με το ίδιο καρό βαλιτσάκι, δυο ζιπουνάκια, πάνες, ένα βαμβακερό σεντονάκι, με σκόρπια δέντρα κεντημένα – σαν έλατα έμοιαζαν.

«Ιt’s a boy!» αναφώνησε η Ιρλανδέζα μαμή. Και της έδειξε τον γιο.

Ανήμερα Χριστουγέννων γεννήθηκε ο μικρός της.

Τη μέρα που στην μακρινή πατρίδα της, απέναντι του Ολύμπου, το χιόνι είχε ξεπεράσει το μέτρο, τα γιαπράκια μοσχομύριζαν, οι γουρουνομεζέδες έδιναν κι έπαιρναν κι εκείνος γιόρταζε με την οικογένειά του κάτω στην πατρίδα του.

Έμεινε στο νοσοκομείο τρεις μέρες. Ξεκουράστηκε μετά από καιρό, χόρτασε σούπες να κατεβάσει γάλα, να χορτάσει ό,τι δικό της είχε ο μικρός.

Μια ζεστή μέρα του Δεκέμβρη την περίμενε ένα ταξί, στην αυλή του νοσοκομείου της Μελβούρνης. Να την πάει στο σπίτι, όχι μόνη πια.

Κατέβηκε περήφανη, με το βρέφος αγκαλιά, με τα μάτια ψηλά να κοιτάζουν τον ήλιο.

Αυτά τα μάτια ερωτεύτηκε ο Κεφαλλονίτης ταξιτζής, ορκισμένος μπεκιάρης, ως εκείνη τη μέρα, και μεταπήδησε στην κατηγορία των νυμφευμένων, πριν χρονίσει το βρεφούδι.