Life Περιβάλλον

 Βέρμιο: Ανηφορίζοντας το αρκετά απαιτητικό μονοπάτι για την χιονισμένη κορυφή “Μουντάκι”

————

«Όλα τα βήματα είναι σαν τα κομμάτια ενός πάζλ. Όλα μαζί συντελούν στο να δημιουργηθεί μια εικόνα. Αν είναι ολοκληρωμένη, τότε πέτυχες το στόχο σου. Αν όχι, μη τα βάζεις με τον εαυτό σου. Αν έβαλες τα δυνατά σου, τότε κάτι θα πέτυχες στην πορεία.» ( Michael Jordan )

Περιγραφή – φωτογραφίες:  Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος

Τέλη Γενάρη. Στο ημερολόγιο έγραφε: Κυριακή, 30-01-2022.

Με ξύπνησε ένα απαλό αεράκι που αισθάνθηκα ευχάριστα στο αυτί μου.

Ήταν η ανάσα της…ομορφούλας κοπελιάς…με το όνομα ‘‘Απόδραση’’, που μου «ψιθύρισε»: «Έλα, ξύπνα!! Έχεις ραντεβού με την αγαπημένη σου, την ‘‘Φύση’’. Έχει ντυθεί στα λευκά και σαν μία σύγχρονη ‘‘Χιονάτη’’ σε περιμένει να βρεθείς μαζί με τους άλλους της παρέας σου στην αγκαλιά Της, για να ζήσετε ένα ακόμη όμορφο παραμύθι σε ένα χιονισμένο, αυτή τη φορά, παραμυθένιο τοπίο!!»

Σηκώθηκα με χαρούμενη διάθεση και ορεξάτος για το πολυαναμενόμενο κυριακάτικο ραντεβού μου μετά από μία κουραστική βδομάδα του άγχους «να τα προλάβω όλα» και των «πρέπει» της καθημερινότητας.

Με τα μάτια μισάνοιχτα, ακόμη νυσταγμένα, κοίταξα από το παράθυρο προς τα έξω και εκείνο που αντίκρισα ήταν το πολύχρωμο στον ουρανού που οι πινελιές των αχτίνων του ανατέλλοντα ήλιου άρχισαν να τον χρωματίζουν πέρα, εκεί στο βάθος, και πάνω από την κορυφογραμμή του ορεινού όγκου του ‘‘Χορτιάτη’’ Θεσσαλονίκης, απομακρύνοντας το μαύρο της νύχτας (φωτ. 1).

Οι κινήσεις μου χαλαρές και χωρίς κανένα άγχος.

Εγώ ήμουν, εκείνη τη στιγμή, ο μόνος ρυθμιστής του χρόνου μέχρι την καθορισμένη ώρα συνάντησης με τους υπόλοιπους συνοδοιπόρους μου της κυριακάτικης απόδρασης.

Ο λόγος της όλης χαλαρότητας: η εξόρμηση της ομάδας μας, γι’ ακόμη μια φορά, στον «εντός έδρας» ορεινό όγκο.

Αποφασίσαμε, μέρες νωρίτερα, να αποδράσουμε, και πάλι, στο βουνό του Νομού μας, το Βέρμιο, και να ξεκινήσουμε την ορειβατική μας δράση από το τμήμα του εκείνο που ορθώνεται πάνω από την Ηρωϊκή πόλη της Νάουσας και συγκεκριμένα από το τοπωνύμιο ‘‘Άλσος Αγίου Νικολάου’’, αυτή τη φορά (φωτ. 2).

Τη Δευτέρα που μας πέρασε, η «περαστική» ‘‘Ελπίδα’’ «ξεφόρτωσε» το πρωτοφανή, τα τελευταία χρόνια, βαρύ φορτίο Της σε πολλές περιοχές της χώρας, προκαλώντας μεγάλες ζημιές, πολύωρες συγκοινωνιακές ταλαιπωρίες, πολυήμερες διακοπές ρεύματος και εναπόθεσε μεγάλες ποσότητες χιονιού στους ορεινούς όγκους.

Έτσι, καταλήξαμε στην πιο πάνω επιλογή του βουνού για να δοκιμάσουμε τις δυνάμεις μας και να μετρήσουμε τις αντοχές μας σε μία, ούτως ή άλλως, αρκετά απαιτητική ανάβαση και μάλιστα με απάτητο χιόνι.

Στον ορεινό όγκο της επιλογής μας υπάρχουν δεκάδες και πλέον διαδρομές.

Διαδρομές οι οποίες ανάλογα με το σκοπό και  τη διάθεση του καθένα μπορούν να επιλεγούν, άλλες για χαλαρούς περιπάτους, κάποιες άλλες για μέτριας δυσκολίας πορείες και οι υπόλοιπες για πολύωρες και πιο απαιτητικές εξορμήσεις.

Το κυριακάτικο πρόγραμμα που σχεδιάσαμε και θα το ακολουθούσαμε ήταν: «Ανάβαση στην κορυφή ‘‘Μουντάκι’’, ξεκινώντας από το ‘‘Άλσος Αγίου Νικολάου’’ Νάουσας» (φωτ. 3).

Επιλέξαμε την πιο πάνω διαδρομή χωρίς να γνωρίζουμε την ποιότητα του χιονιού -παγωμένο ή όχι- που θα πατούσαμε, καθώς και την ποσότητά του που θα συναντούσαμε στη διαδρομή μας.

Γνωρίζαμε τις δυνατότητές μας, ξέραμε καλά τις ικανότητες του καθένα μας και αποφασίσαμε τελικά να το τολμήσουμε.

Τα λεπτά της ώρας κυλούσαν.

Κόντευε η καθορισμένη ώρα συνάντησης με τα υπόλοιπα μέλη της ορειβατικής ομάδας Βέροιας ‘‘Τοτός’’.

Τελευταίος έλεγχος στο περιεχόμενο του σακιδίου. Όλα τα απαραίτητα για μία χειμερινή ορειβατική δραστηριότητα ήταν στη θέση τους.

Το φορτώθηκα και ξεκίνησα για τη συνάντηση.

Όλοι ήμασταν συνεπείς στην ώρα του ραντεβού μας.

Παντού η πρωινή κυριακάτικη ησυχία.

Ο καιρός έδειχνε ότι θα ήταν καλός σε όλη τη διάρκεια της μέρας.

Θα είχαμε συντροφιά μας τον ήλιο και θα χαιρόμασταν τη θέρμη του όσο θα βρισκόμασταν στο βουνό.

Εκείνο, όμως, που αισθανόμασταν εκείνη τη στιγμή ήταν η ατμοσφαιρική ψυχρούλα.

Ο υδράργυρος στον -1ο Κελσίου.

Αφού ετοιμαστήκαμε, φορτώσαμε τα σακίδιά μας στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε για την κυριακάτικη ορειβατική μας δραστηριότητα.

Τα ρολόγια τη στιγμή εκείνη δείχνανε 08.00΄ π.μ.

Πήραμε τον επαρχιακό ασφαλτόδρομο με κατεύθυνση προς Έδεσσα.

Προορισμό μας ο Αγ. Νικόλαος Νάουσας.

Η ‘‘Βασίλισσα του Βορά’’, η πανέμορφη Βέροια που την αφήναμε πίσω μας, μόλις που έμπαινε στον κυριακάτικο ρυθμό της (φωτ. 4 ).

Η οδική πορεία χαλαρή.

Οι «εντός έδρας» αποστάσεις δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλες και έτσι, ήμασταν εμείς οι ρυθμιστές του χρόνου.

Στην οδική διαδρομή μας βλέπαμε τον Ημαθιώτικο κάμπο με τις διάφορες καλλιεργούμενες εκτάσεις του γύρω μας. Ροδακινιές, νεκταρινιές, μηλιές, αχλαδιές, δαμασκηνιές, αμπελώνες κ.α

Δένδρα γυμνά από φυλλώματα που βρίσκονταν στη χειμερία νάρκη και τα μόνα που πρασίνιζαν ήταν οι ετήσιες καλλιέργειες.

Κοιτάζοντας λίγο πιο πέρα, στα αριστερά μας όπως πηγαίναμε, βλέπαμε να ορθώνεται ένα τμήμα του ορεινού όγκου του Βερμίου (φωτ. 5).

Στη διασταύρωση, στα φανάρια πριν το χωριό Κοπανός, στρίψαμε αριστερά και ακολουθήσαμε τον ασφαλτόδρομο που ανηφόριζε.

Φτάνοντας στα 330 μέτρα υψόμετρο, φάνηκαν τα πρώτα σπίτια της Ηρωϊκής πόλης της Νάουσας, που σε κερδίζει από το δρόμο ακόμη καθώς την πλησιάζεις.

«Σκαρφαλωμένη» στην πλαγιά του Βερμίου απλώνεται σε ένα καταπράσινο τοπίο και από κάτω να πέφτουν τα πολλά τρεχούμενα νερά της περιοχής.

Οι πρωϊνές ακτίνες του ήλιου άρχισαν να «αγκαλιάζουν» το φυσικό «Μπαλκόνι», το ‘‘Δημοτικό Πάρκο’’, που από ψηλά έχει θέα τον εύφορο κάμπο της περιοχής (φωτ. 6).

Πήραμε το δρόμο που οδηγούσε στο ‘‘Άλσος Αγίου Νικολάου’’ ακολουθώντας τις πινακίδες.

Το πέρασμά μας μέσα από τη Νάουσα, που άρχιζε δειλά-δειλά να μπαίνει στον κυριακάτικο ρυθμό της, ολιγόλεπτο.

Περάσαμε πάνω από τη γέφυρα που συνδέει τις δύο όχθες του ποταμού ‘‘Αράπιτσα’’ και βρίσκεται στο σημείο που, σύμφωνα με την παράδοση, το 1822 θαρραλέες γυναίκες της πόλης σκοτώθηκαν μαζί με τα μωρά τους πέφτοντας στα ορμητικά νερά του καταρράκτη των ‘‘Στουμπάνων’’ για να μην βρεθούν στα χέρια των σφαγέων τούρκων.

Το μεταλλικό γλυπτό μιας γυναίκας που κρατά το μωρό στην αγκαλιά της, «πληροφορεί» τον επισκέπτη, τον περαστικό ότι βρίσκεται στο ‘‘Χώρο Θυσίας’’ (φωτ. 7).

Πριν φτάσουμε στα τελευταία σπίτια της δεύτερης σε πληθυσμό πόλης της Ημαθίας η εικόνα των πανύψηλων φουγάρων των εργοστασίων κλωστοϋφαντουργίας που δεν καπνίζουν πια δεν ήταν και η καλύτερη.

Παντού ερημιά, η απόλυτη ησυχία.

Οι φωνές εργατριών-εργατών απουσίαζαν. Έπαψαν, εδώ και πολλά χρόνια, να ακούγονται.

Αφήνοντας τη θλιβερή αυτή εικόνα συνεχίσαμε την οδική μας πορεία βγαίνοντας από την πόλη.

Δεν κάναμε παραπάνω από 4 χλμ. από τη Νάουσα και φτάσαμε στον «επίγειο παράδεισο» της περιοχής.

Μπροστά μας μια ειδυλλιακή εικόνα, κι ας ήταν χειμωνιάτικη, ενός χώρου αναψυχής και περιπάτου.

Βρισκόμασταν στο ‘‘Άλσος Αγίου Νικολάου’’ με τα πανύψηλα υπεραιωνόβια πλατάνια, με τα πλακόστρωτα δρομάκια, με τις ξύλινες γεφυρούλες, με τα ξύλινα παγκάκια, με τις βρυσούλες, με τη τεχνητή λίμνη ψαρέματος, με τους χώρους άθλησης, με το εκκλησάκι του ‘‘Αγ. Νικολάου’’, με τις πολλές ψαροταβέρνες και μαγαζιά να απολαύσει κανείς τα μεζεκλίκια της περιοχής.

Ένας κυριολεκτικά «παράδεισος» περικυκλωμένος από τη μαγευτική ομορφιά του τοπίου.

Δεν μπήκαμε μέσα. Όχι, δεν ήμασταν «αμαρτωλοί»!!

Απλά, δεν ήταν αυτός ο οδικός προορισμός μας.

Συνεχίσαμε τον ασφαλτόδρομο, στα δεξιά της εισόδου στο ‘‘Άλσος’’, πηγαίνοντας προς τις πηγές του ποταμού ‘‘Αράπιτσα’’, που βρίσκονται μετά το Στρατόπεδο των καταδρομέων: ‘‘ΛΟΚ’’, και στη συνέχειά του λίγο πιο πέρα από το γήπεδο ποδοσφαίρου και τις αθλητικές εγκαταστάσεις της περιοχής, που τα βλέπαμε στα δεξιά του δρόμου όπως πηγαίναμε (φωτ. 8, παλαιότερη).

Στο πλάτωμα, εκεί που τερματίζει ο ασφάλτινος δρόμος, και δίπλα σε ένα ξύλινο κιόσκι σταθμεύσαμε το αυτοκίνητό μας κάτω από τα δύο πανύψηλα πλατάνια.

Στο σημείο, εκείνη την ώρα, ήμασταν μόνο εμείς.

Την όλο μυστήριο σιωπή του δάσους διέκοπτε ο χαρακτηριστικός ήχος των τρεχούμενων νερών που έβγαιναν με ορμή από τις πηγές της ρεματιάς.

Αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε.

Η ατμοσφαιρική ψυχρούλα αισθητή αρκετά.

Η θερμοκρασία κοντά σους -3ο Κελσίου.

Οι κινήσεις μας γρήγορες.

Στα σακίδιά μας τα πλέον απαραίτητα.

Γεμίσαμε τα παγούρια μας με το κρύο νερό των πηγών.

Ενεργοποιήσαμε το GPS, για την καταγραφή τόσο της πορείας, όσο και της υψομετρικής διαφοράς.

Η ένδειξη στον ορειβατικό πλοηγό: 490 μέτρα υψόμετρο.

Ανοίξαμε τον ασύρματο και «οπλίσαμε» τις ψηφιακές μας μηχανές.

Αφού ήμασταν πλέον έτοιμοι, φορτωθήκαμε τα σακίδιά μας και περιμέναμε το νεύμα του αρχηγού μας, του Τοτού (φωτ. 9).

Δεν άργησε.

Με το: ‘‘Πάμε!!’’, του 83+ χρόνων αρχηγού μας, κάναμε ‘‘delete’’ σε όλα εκείνα – τα άχρηστα-, που «καταλάμβαναν», μέχρι εκείνη τη στιγμή, ένα μεγάλο τμήμα του πολύτιμου χώρου στο μυαλό μας και ξεκινήσαμε.

Με καθαρό πλέον μυαλό και απαλλαγμένο από διάφορες σκέψεις και σκοτούρες της καθημερινότητας το είχαμε έτοιμο να «δεχτεί» και να «αποθηκεύσει» όλες εκείνες τις όμορφες εικόνες που θα «αιχμαλώτιζε» η ματιά μας, καθώς και όλες εκείνες τις στιγμές που θα βιώναμε κατά τη διάρκεια της πολύωρης δραστηριότητάς μας στο βουνό.

Ακολουθήσαμε τα κόκκινα σημάδια της σήμανσης του μονοπατιού.

Η πορεία μας, στην αρχή της, πάνω σε χωμάτινο δρόμο που είναι κλειστός για τα τροχοφόρα.

Προχωρώντας είχαμε συντροφιά μας τον ήχο των τρεχούμενων νερών και τη λαλιά του πετεινού που λαλούσε ασταμάτητα από τον επισκέψιμο χώρο εκτροφής της πανίδας, που είχε δημιουργηθεί από τη Δημοτική Αρχή και τους συντηρητές του ‘‘Άλσους’’.

Ο χωμάτινος δρόμος που ακολουθήσαμε περνά μέσα από μεικτά δένδρα που τον καλύπτουν από πάνω σχηματίζοντας ένα φυτικό «τούνελ».

Συναντήσαμε και 2-3 ντόπιους, που κάνανε το πρωϊνό τους περίπατο στα δρομάκια του «επίγειου παράδεισου».

Στα 300 μέτρα, από τη θέση που αφήσαμε το αυτοκίνητό μας, βρεθήκαμε στο σημείο με την ξύλινη πινακίδα που είναι καρφωμένη στην κολώνα της ΔΕΗ και έχει την ένδειξη: ‘‘Μουντάκι-Καταφύγιο’’.

Υπάρχει και ένα κόκκινο βέλος που δείχνει: ‘‘δεξιά’’.

Στο σημείο εκείνο βγήκαμε από το δρόμο και μπήκαμε στο μονοπάτι ακολουθώντας την κατεύθυνση του βέλους (φωτ. 10 και 11).

Το μονοπάτι από την αρχή του κιόλας απαιτητικό.

Στενό και με μεγάλη κλίση.

Καθαρό, όμως, και με καλή σήμανση.

Η γεωμορφολογία του εδάφους εναλλασσόταν, το ίδιο και η βλάστηση που το κάλυπτε.

Όσο απομακρυνόμασταν υψομετρικά από το ‘‘Άλσος’’ η πορεία μας, στο μεγαλύτερο κομμάτι της διαδρομής, γινόταν με περάσματα μέσα από πυκνά δένδρα του μεικτού δάσους και σε κάποια άλλα, τα σύντομα κομμάτια, έξω από τη φυτική βλάστηση.

Στα πιο πάνω ανοίγματα και όταν βρισκόμασταν έξω από το συνεχόμενο φυτικό «τούνελ» μπορούσαμε να δούμε το γύρω τοπίο και έτσι, να υπολογίσουμε στο περίπου τη θέση που βρισκόμασταν εκείνη τη στιγμή.

Σε ένα από αυτά, είδαμε από ψηλά τον κάμπο του ‘‘Αγ. Νικολάου’’ με τις διάφορες καλλιέργειες που απλωνόταν κάτω χαμηλά, καθώς και τα πολλά εργοστάσια της περιοχής που είναι εκτός λειτουργίας εδώ και δεκάδες χρόνια.

Κοιτάζοντας πέρα στο βάθος είδαμε και το βουνό ‘‘Πάϊκο’’ που ορθωνόταν πάνω από τα Γιαννιτσά ( φωτ. από 12 έως και 15).

Σε κάποια άλλα σημεία της διαδρομής καταφέραμε να διακρίνουμε, μέσα από τα πυκνά λυγερόκορμα δένδρα, τις αθλητικές εγκαταστάσεις του γηπέδου της περιοχής και το Στρατόπεδο των Καταδρομέων.

Συνεχίζαμε.

Μπήκαμε στην ευήλια πλευρά του βουνού.

Τα πάντα γύρω μας είχαν χρωματιστεί και η θέρμη του ήλιου, που επιτέλους φάνηκε, ήταν ευχάριστη.

Όσο ανεβαίναμε υψομετρικά, τόσο ο ήχος των τρεχούμενων νερών εξασθενούσε και μαζί με αυτόν και η λαλιά του κόκορα.

Η ομάδα μας που συνέχιζε στο αρκετά απαιτητικό και με πολλές γεωμορφολογικές εναλλαγές μονοπάτι μεγαλούτσικη.

Ανηφορίζαμε εμείς, οι…σκιές μας και οι…«κοπελιές» μας, που είχαν όμορφα ονόματα: ‘‘Προσπάθεια’’, ‘‘Συνέχεια’’, ‘‘Επιμονή’’, ‘‘Υπομονή’’.

Συντονιστής όλων μας ήταν: το ‘‘Κουράγιο’’.

Βρισκόμασταν ακόμη στο πυκνό δάσος λυγερόκορμων δένδρων (φωτ. 16, 17, 18).

Προχωρούσαμε.

Ανηφόρα, ανηφόρα, ανηφόρα. Ασταμάτητη ανηφόρα και τα «ζιγκ-ζαγκ» της διαδρομής συνεχή και πυκνά.

Το μονοπάτι αυτό στο ξεκίνημά του, με τα μόλις 300 επίπεδα μέτρα μετά την είσοδο από το πλάτωμα με το κιόσκι, «πήγε» να μάς ξεγελάσει.

Κι όμως, στην πορεία δεν αργήσαμε να καταλάβουμε ότι ήταν ένα από τα πιο απαιτητικά στο πέρασμά του.

Δεν συναντήσαμε πουθενά ούτε ένα, τουλάχιστον, επίπεδο κομμάτι για ξεκούραστο περπάτημα.

Δεν ήταν μόνο η μεγάλη κλίση του εδάφους, αλλά και η γεωμορφολογία του που απαιτούσε δύναμη στα πόδια, προσοχή στα πατήματα και σωματικό κουράγιο.

Για να ξεγελάσουμε κάπως την κούραση της ανάβασης και να χαλαρώσουμε λιγάκι την προσπάθειά μας, δεν χάναμε την ευκαιρία που μάς δινόταν για «παιχνιδάκια».

Βρίσκοντας πεσμένους κορμούς ή γερμένα κλαδιά δένδρων και συναντώντας κάποιους παράξενους βράχινους σχηματισμούς «στηνόμασταν» δίπλα τους σαν τα μοντέλα για φωτογράφηση και οι φωτογραφικές «παίρνανε φωτιά» (φωτ. 19 και 20).

Και να, επιτέλους!!!

Την απαιτητική ανηφορική πορεία διαδέχτηκε κάποια στιγμή μία απότομη κατηφόρα.

Κατηφόρα που δεν μάς ξεκούρασε καθόλου.

Απαιτούσε και αυτή μεγάλη προσοχή στο πέρασμά της για την αποφυγή κάποιου ανεπιθύμητου τραυματισμού και αρκετή δύναμη στα γόνατα για να την κατεβούμε (φωτ. 21 και 22).

Προχωρώντας κατεβαίναμε όλο και χαμηλότερα, γεγονός που μάς έδινε την εντύπωση ότι θα φτάναμε στο ίδιο ακριβώς υψόμετρο με το σημείο της εισόδου στο μονοπάτι.

Το μήκος του κομματιού εκείνου δεν ήταν μεγάλο. Ευτυχώς.

Αλλιώς, θα πήγαινε χαμένη όλη εκείνη η προσπάθεια της ανάβασης.

Ξαναρχίσαμε να ανηφορίζουμε.

Κάποια στιγμή βγήκαμε στο «βασίλειο των βράχων».

Βρεθήκαμε στα 730 μέτρα υψόμετρο μετά από μία 50λεπτη πορεία δύσκολης ανάβασης (φωτ. από 23 έως και 26).

Από το σημείο εκείνο βλέπαμε την απέναντι δασωμένη πλαγιά της ρεματιάς με το χιόνι που μόλις που ξεχώριζε ανάμεσα από τους κορμούς των δένδρων οξιάς.

Ο πυθμένας της ρεματιάς δεν φαινόταν καθόλου. Ήταν «κρυμμένος» κάτω από τη πυκνή δενδρώδη βλάστηση.

Στα δεξιά μας ορθωνόταν η δασωμένη, σχεδόν κάθετη, πλαγιά που κατέληγε στο γυμνό βραχώδες με μυτερές απολήξεις.

Κοιτάζοντάς τες νομίζαμε ότι «ακουμπούσαν» τον…ουρανό (φωτ. 27).

Μία από αυτές τις απολήξεις ήταν η κορυφή ‘‘Ύψωμα Νταβέλη’’ (υψ. 1.485 μ.).

Η κορυφή αυτή είναι η επόμενη ψηλότερη εκείνης με την τοπωνυμία ‘‘Φεγγάρι’’ ( υψ. 1.335 μ.), που δεν μπορέσαμε να την διακρίνουμε περνώντας μέσα από το πυκνό μεικτό δάσος της διαδρομής.

Και ξανά απότομη κατηφόρα.

Ήταν η δεύτερη στη σειρά που συναντήσαμε στη διαδρομή μας (φωτ. 28).

Ήταν και αυτή με μεγάλη κλίση και σύντομη στο πέρασμά της.

Λίγο πιο πάνω μάς περίμενε ένα άλλο βραχώδες κομμάτι με βράχους διάφορων μεγεθών και παράξενων σχηματισμών.

Σε έναν από αυτούς, κάποιοι τοποθέτησαν ένα μεταλλικό εικονοστάσι προς τιμή της ‘‘Αγ. Κυριακής’’(φωτ. 29, 30, 31).

Στη συνέχεια της πορείας μας βρεθήκαμε στη τρίτη και τελευταία απότομη και σύντομη κατηφόρα της όλης διαδρομής που κάναμε.

Και μετά;;!!

Και πάλι ανηφόρα, ανηφόρα, ανηφόρα. Συνεχόμενη ατελείωτη ανηφόρα.

Συναντήσαμε ξύλινα παγκάκια. Ήταν απαραίτητα για μία ολιγόλεπτη ξεκούραση μετά από συνεχή ανηφορική πορεία.

Η συχνότητά τους μαρτυρούσε την απαιτητικότητα στο ανέβασμα του μονοπατιού που ακολουθούσαμε (φωτ. 32).

Συνεχίζαμε.

Μπήκαμε στο πυκνό δάσος οξιάς.

Το σκηνικό φθινοπωρινό και ας βρισκόμασταν στα μέσα του χειμώνα.

Τα δένδρα γυμνά από φύλλωμα στέκονταν το ένα κοντά στο άλλο συναγωνιζόμενα μεταξύ τους ως προς το σχηματισμό και το μέγεθός τους.

Και χαμηλά τα χρυσοκίτρινου χρωματισμού νεκρά φύλλα κάλυπταν όλο το γύρω έδαφος.

Τα πέτρινα τμήματα του μονοπατιού απουσίαζαν στο κομμάτι εκείνο της διαδρομής.

Περπατούσαμε πάνω στο μαλακό χαλί που δημιούργησαν τα πεσμένα φύλλα.

Δεν πρέπει να παραλείψω να σημειώσω ότι, το μονοπάτι είναι ευδιάκριτο, πολυπερπατημένο, καθαρό, με καλή και πυκνή σήμανση (κόκκινα σημάδια στους κορμούς και στους βράχους) και με δεκάδες ξύλινα παγκάκια, το καλύτερο «αντάμωμα» για να ξαποστάσει κανείς (φωτ. 33).

Συγχαρητήρια στους συντηρητές του.

Το δάσος σιωπηλό.

Ακούγονταν μόνο οι ανάσες της υπερπροσπάθειάς μας και το θρόισμα των ξερών φύλλων στο πέρασμά μας πάνω από αυτά.

Συνεχίζαμε την ανηφορική πορεία μας μέσα στο δάσος.

Συναντήσαμε το πρώτο χιονάκι.

Όσο ανεβαίναμε υψομετρικά, το χιόνι γινόταν ολοένα και περισσότερο καλύπτοντας το όλο γύρω τοπίο.

Εικόνες εναλλασσόμενες και με διαφορετικότητα, που έκανε να ξεχωρίζει η μία από την άλλη.

Στο αντίκρισμα ενός όμορφου σκηνικού ή ενός καταπληκτικού τοπίου «οπλίζαμε» τις ψηφιακές μας μηχανές και ο γνωστός ήχος ‘‘κλικ’’ στο πάτημα του κουμπιού της λήψης ήταν ασταμάτητος σε όλη τη διάρκεια της πορείας (φωτ. από 34 έως και 38).

Το ανηφορικό μονοπάτι δεν είχε τελειωμό.

Και το χιόνι βήμα-βήμα άρχιζε να περισσεύει.

Ήταν, όμως, παγωμένο τόσο όσο χρειαζόταν για να μη βυθίζονται τα πόδια μας.

Μετά από μία πορεία 2 ωρών και 25 λεπτών βγήκαμε από το μονοπάτι και μπήκαμε σε χιονισμένο δασικό δρόμο (υψόμετρο 1.100 μέτρα). Στο σημείο υπάρχει ξύλινο βέλος.

Το ακολουθήσαμε με κατεύθυνση προς τα αριστερά.

Δεν περπατήσαμε παραπάνω από 300 μέτρα και συναντήσαμε, στα δεξιά του δρόμου, ένα άλλο ξύλινο βέλος με την ένδειξη: ‘‘Μουντάκι’’.

Συνεχίσαμε προς την κατεύθυνση που έδειχνε (φωτ. 39, 40, 41).

Ξαναμπήκαμε σε μονοπάτι που περνούσε μέσα από δάσος οξιάς.

Ήταν και αυτό πολύ ανηφορικό και το απάτητο μαλακό χιόνι δυσκόλευε την ανάβαση ακόμη περισσότερο.

Χρειαστήκαμε 30 λεπτά πορείας στο πιο πάνω μονοπάτι για να ξαναβγούμε στο χιονισμένο δασικό δρόμο στα 1.350 μέτρα υψόμετρο (φωτ. 42).

Ανεβαίνοντας υψομετρικά όλο αυτό το κομμάτι από το 1.100 μέχρι τα 1.350 μέτρα υψόμετρο συναντήσαμε ξεριζωμένα δένδρα, σπασμένα κλαδιά και άλλα εμπόδια στο πέρασμά μας (φωτ. φωτ. 43, 44).

Κάποια κλαδιά, όσα φυσικά μπορούσαμε, τα απομακρύναμε από το μονοπάτι για να είναι καθαρό.

Συναντήσαμε, όμως, και κάποιους φυτικούς σχηματισμούς που τους δημιούργησε το πολλή χιόνι στη περιοχή.

Λυγερόκορμα δενδρύλλια έγερναν από το βάρος του χιονιού και σχημάτιζαν «αψίδες».

Ήταν δεκάδες που περάσαμε από μέσα ( φωτ. 45, 46).

Τον δασικό δρόμο που συναντήσαμε τον ακολουθήσαμε με κατεύθυνση προς τα δεξιά.

Ανηφόριζε για το καταφύγιο του τοπικού Ορειβατικού Συλλόγου και στη συνέχειά του προς την κορυφογραμμή.

Το χιόνι αρκετό και απάτητο. Το φρέσκο κάλυψε το παγωμένο παλιό και ήταν αφράτο.

Τα πόδια μας βούλιαζαν.

Τα βήματά μας αργά και τα πατήματά μας βαριά με «θεατές» στο πέρασμά μας τα μεγαλόσωμα πεύκα που ορθώνονταν στα αριστερά και στα δεξιά του δρόμου (φωτ. 47).

Φτάσαμε στο καταφύγιο.

Χρειαστήκαμε 3 ώρες και 40 λεπτά συνεχούς ανηφορικής πορείας, αντιμετωπίζοντας εμπόδια και το απάτητο χιόνι, για να βρεθούμε από το ‘‘Άλσος’’ στα 1.480 περίπου μέτρα υψόμετρο.

Ήταν κλειστό, δεν λειτουργούσε (φωτ. 48).

Το τοπίο λευκό.

Κάπου έπρεπε να ξαποστάσουμε, να απαλλαγούμε για κάποια λεπτά της ώρας από το βάρος των σακιδίων.

Λίγο πιο πέρα, σε πολύ μικρή απόσταση από το καταφύγιο, υπάρχει μια ξύλινη καλύβα κτισμένη κάτω από πανύψηλες οξιές και όλο το περίβολό της είναι περιτριγυρισμένο από δένδρα.

Εκεί, στη ζεστασιά της, αποφασίσαμε να ξεκουραστούμε και να καταλήξουμε για τη συνέχεια της δράσεις μας στο βουνό.

Κατευθυνθήκαμε προς το «Σπίτι στο δάσος», όπως το «βαπτίσαμε».

Το σημείο, όμως, είχε δικό του τοπωνύμιο.

Στον κορμό μιας οξιάς υπάρχει καρφωμένη ξύλινη πινακίδα με την ένδειξη: «‘‘ΜΟΥΝΤΑΚΗ’’ –ΧΡΗΣΤΟΣ Γ. ΓΑΝΤΗΣ» (το μεταφέρω ακριβώς όπως έγραφε) [φωτ. 49, 50, 51].

Μέσα στην καλύβα υπάρχουν κρεβάτια, τραπέζι, ντουλάπες και μια ξυλόσομπα.

Ό,τι δηλαδή θα χρειαστεί ένας περαστικός για να ξαποστάσει ή κάποιος κυνηγός να διανυκτερεύσει.

Μπήκαμε μέσα και ξεφορτωθήκαμε τα σακίδιά μας (φωτ. 52, 53).

Κάναμε μία ολιγόλεπτη σύσκεψη να αποφασίσουμε για τη συνέχεια.

Εκτιμώντας την ποσότητα και την ποιότητα του χιονιού και υπολογίζοντας τον χρόνο που θα χρειαζόμασταν να πάμε στην κορυφή και να επιστρέψουμε στο καλυβάκι και στη συνέχεια στο αυτοκίνητο…καταλήξαμε ότι ήταν ανώφελο να ανηφορίσουμε μέχρι τα 1.707 μέτρα υψόμετρο της κορυφής ‘‘Μουντάκι’’.

Η ώρα ήταν περασμένη, κόντευε μία το μεσημέρι, και αν συνεχίζαμε για τον τελικό προορισμό μας θα επιστρέφαμε στο αυτοκίνητο με το σκοτάδι και χρησιμοποιώντας φακούς κεφαλής.

Έτσι, το απάτητο πολλή χιόνι και η μικρή διάρκεια της μέρας τον χειμώνα ήταν οι κύριοι λόγοι της τροποποίησης του κυριακάτικου προγράμματός μας.

Καταλήξαμε, λοιπόν, να ξεκουραστούμε στο καλυβάκι, να κολατσίσουμε και στη συνέχεια να πάρουμε το μονοπάτι της επιστροφής.

«Στρώσαμε» το κυριακάτικο τραπέζι μας και καθίσαμε να κολατσίσουμε.

Υγρά, σάντουϊτς, μπάρες δημητριακών και μπανάνα, ήταν τα καλούδια που γευόμασταν στη ζεστασιά της καλυβούλας απολαμβάνοντας την εικόνα του γύρω χιονισμένου τοπίου (φωτ. 54).

Τα λεπτά της ώρας κυλούσαν.

Η μισάωρη ξεκούραση μάς φάνηκε αρκετή.

Αρχίσαμε να συμμαζεύουμε τα πράγματά μας και να αφήσουμε τον χώρο όπως τον βρήκαμε.

Φωτογραφίες και αφού ετοιμαστήκαμε, ξαναφορτωθήκαμε τα σακίδιά μας και γεμάτοι ενέργεια ξεκινήσαμε για την επιστροφή με χαρούμενη διάθεση (φωτ. 55, 56, 57).

Η διαδρομή γνώριμη, την είχαμε κάνει ανεβαίνοντας.

Το μονοπάτι κατηφορικό αυτή τη φορά.

Προσέχαμε όμως στα σημεία με τα εμπόδια που συναντούσαμε και μάς ήταν και αυτά γνωστά.

Οι εικόνες που αντικρίζαμε είχαν διαφορετική γωνία φωτισμού.

Διέφεραν ως προς τα χρώματα εκείνων που βλέπαμε τις πρωϊνές ώρες ανάβασης (φωτ. από 58 έως και 63).

Άρχισε να κάνει ψυχρούλα και μάς ήταν πλέον αισθητή μετά την καθοδική πορεία του ήλιου.

Ακούστηκαν τα ορμητικά τρεχούμενα νερά των πηγών της ρεματιάς.

Κοντεύαμε στο ‘‘Άλσος Αγ. Νικολάου’’.

Χρειαστήκαμε 2 ώρες και 40 λεπτά κατηφορικής προσεκτικής πορείας για να βρεθούμε από το καταφύγιο στο ξέφωτο με το κιόσκι.

Επιτέλους, μετά από 7 ώρες στο βουνό συναντήσαμε και πάλι τον πολιτισμό.

Παντού φωνές.

Άλλες από φιλάθλους που φεύγανε από το γήπεδο μετά τον ποδοσφαιρικό αγώνα που προηγήθηκε και κάποιες άλλες από τα παιδάκια που χαίρονταν το ταξιδάκι τους με το αυτοκίνητο-τρενάκι που έκανε το σύντομο καθιερωμένο κυριακάτικο δρομολόγιό του στα δρομάκια του Άλσους.

Φτάσαμε στο αυτοκίνητο και αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την επιστροφή μας στη Βέροια.

Στο σημείο αυτό άλλη μία κυριακάτικη ορειβατική εξόρμησή μας έφτανε στο τέλος της.

Εδώ, έκλεινε μία ακόμη δραστηριότητά μας στον «εντός έδρας» ορεινό όγκο.

Μία δραστηριότητα που θα προστεθεί στο «Ημερολόγιο της Ορειβατικής Ομάδας Βέροιας ‘‘Τοτός’’» και θα συμπληρώσει το «Ορειβατικό μας βιογραφικό».

Ετοιμαστήκαμε, φορτώσαμε τα πράγματά μας στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε για τη Βέροια με αμέτρητες φθινοπωρινο-χειμερινες εικόνες να «φωλιάζουν» σε μια γωνιά του μυαλού μας και τις 200 περίπου φωτογραφίες που «αποθηκεύτηκαν» στις μνήμες των ψηφιακών μας φωτογραφικών μηχανών.

Εικόνες και στιγμές που θα μάς συντροφεύουν, από δω και πέρα, σε κάθε επιθυμία μας για κάποιο «ταξιδάκι» στο παρελθόν.

«Κατόρθωμα στη ζωή σου δεν είναι μόνο τι πέτυχες…αλλά, και τι ξεπέρασες.» (Άγνωστος)

Απολογισμός :

Διαδρομή :  ‘‘Αγ. Νικόλαος Νάουσας’’ (υψ. 490 μ.) – ανηφορικό και πολύ απαιτητικό μονοπάτι με

κόκκινη σήμανση – καταφύγιο του Ορειβατικού Συλλόγου Νάουσας (υψ. 1.480 μ.) – επιστροφή

Υψομετρική  διαφορά:  1.050 μ. ( με τα ανεβοκατεβάσματα ).

Απόσταση:  13,1  χλμ.

Διάρκεια:     7 ώρες ( συνολικός χρόνος)

banner-article

Ροη ειδήσεων