Απόψεις

“Διανοούμενοι: Να διδάσκουν και να ενοχλούν” γράφει η Μαρία Κωνσταντάκου

«Ο διανοούμενος είναι ένας άνθρωπος που η σκέψη του βρίσκεται σε ανοιχτή γραμμή με το ήθος του, με την ψυχή του. Ο μορφωμένος δεν είναι πάντα εναρμονισμένος με το ήθος και την ψυχή του» (Νόαμ Τσόμσκι).

Μαρία Κωνσταντάκου

Η ζωή του ανθρώπου αλλά και η ομαλή λειτουργία της κοινωνίας εδράζονται πάνω σε κάποια σταθερά σημεία- ερείσματα. Στις μέρες μας, όμως, αυτά αμφισβητούνται και χαρακτηρίζονται από μια ρευστότητα- μεταβλητότητα και τείνουν να καταρρεύσουν μέσα στο χαοτικό τοπίο της αβεβαιότητας και της απροσδιοριστίας. Μέσα σε αυτό το χαώδες πλαίσιο άτομα και κοινωνίες ανησυχούν, αγωνιούν και καθίστανται ευάλωτοι στα νοσηρά κελεύσματα μιας σωρείας νοσογόνων φαινομένων που ελλοχεύουν και υποσκάπτουν την ποιότητα ζωής τους.

Μπροστά σε αυτήν τη νέα πραγματικότητα απαραίτητος κρίνεται ο ρόλος των πνευματικών ανθρώπων στην καταπολέμηση των αρνητικών καταστάσεων. Ο διανοούμενος οπλισμένος με τον απαραίτητο πνευματικό και ιδεολογικό εξοπλισμό όπως τη γνώση, τον ορθολογισμό, την κριτική σκέψη και προικισμένος με τα απαραίτητα ηθικά εφόδια όπως την ευθύνη, την ευαισθησία και τις ανθρωπιστικές αρετές έχει αμετάθετο χρέος να συμβάλει με τη δράση του στη βελτίωση της εικόνας της σύγχρονης κοινωνίας.

Ο φόβος του θανάτου

Πρωτίστως, ο διανοούμενος επιβάλλεται να στραφεί στην εξάλειψη του φόβου του θανάτου που μαστίζει τον σύγχρονο άνθρωπο. Η τραγική συνειδητοποίηση από τον άνθρωπο της περατότητας του ως έμβιου όντος και η αποδοχή της ατέλειας του ανθρώπινου είδους συμβάλλει στην απόκτηση πλήρους επίγνωσης του εφήμερου χαρακτήρα του πάνω στον πλανήτη. Έχοντας συναίσθηση της προσωρινής του θέσης σε έναν κόσμο που θα εξακολουθεί να υπάρχει μετά το δικό του τέλος, όταν «σβήσει» και πάψει να υφίσταται ως οντότητα, διαμορφώνεται ένα αγχογόνο εσωτερικό περιβάλλον και κατακλύζεται από τον έντονο φόβο του θανάτου. Αδυνατώντας να προσδιορίσει την αρχή και το τέλος του ως ανθρώπινης ύπαρξης αγωνιά και νομοτελειακά επέρχεται η ψυχολογική απορρύθμιση και η εσωτερική ερήμωση.

Πολλοί φιλόσοφοι της αρχαιότητας με κύριο τον Επίκουρο προσπάθησαν να διδάξουν μέσα από τα έργα τους πως ο θάνατος είναι μια ανυπέρβλητη κατάσταση που βρίσκεται έξω και πάνω από τις ανθρώπινες δυνάμεις και μακριά από τη σφαίρα της νόησης. Επεδίωξαν να οπλίσουν το άτομο με τα απαραίτητα εφόδια , με θάρρος και τόλμη ώστε να αντιμετωπίσουν κατάματα το θάνατο.

«Ο θάνατος δε θα πρέπει να μας απασχολεί, επειδή όταν εμείς υπάρχουμε ο θάνατος δεν είναι παρών και όταν ο θάνατος είναι παρών εμείς δεν υπάρχουμε» (Επίκουρος).

Πιο σύγχρονοι φιλόσοφοι και διανοούμενοι προσπάθησαν με τις ιδέες τους να συμφιλιώσουν τον άνθρωπο με την ιδέα του θανάτου και να τον απαλλάξουν από το άγχος του αγνώστου. Συγκεκριμένα, ο Σοπενχάουερ διακήρυξε πως «Η μη ύπαρξη μετά το θάνατο δεν μπορεί να είναι διαφορετική από αυτήν πριν τη γέννηση»  και ο Καζαντζάκης πως «Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο». Συνεπώς, καθίσταται πασιφανές πως ο διανοούμενος έχει αμετάθετο χρέος να μετριάσει το αίσθημα του φόβου για το τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης.

Κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα

Σε κοινωνικό επίπεδο ο πνευματικός άνθρωπος δύναται με τη δράση του να εξαλείψει αρνητικά φαινόμενα που εμφανίζονται στο χώρο της πολιτικής. Η παραχάραξη της αλήθειας και η παρουσίαση χαλκευμένων πληροφοριών για τα πολιτικά τεκταινόμενα  συντελεί στην αιχμαλωσία του νου, στην αφυδάτωση της σκέψης, τη νέκρωση της συνείδησης με αποτέλεσμα το άτομο να μετασχηματίζεται σε άθυρμα στα χέρια των ταγών της εξουσίας, δούλο των επιθυμιών τους. Δημιουργείται ένα καθεστώς ομηρίας του απλού λαού αφού οι πολίτες κρίνουν το πολιτικό γίγνεσθαι μέσα από κομματικούς μανδύες  και ιδεολογικές αγκυλώσεις.

«Αυτοί που είναι εναντίον της πολιτικής είναι υπέρ της πολιτικής που τους επιβάλλεται» (Μπρεχτ).

Σε αυτή τη βάση ο διανοούμενος επιβάλλεται να υπερασπίζεται το λαό και μέσα από τη δράση του να εισχωρεί στα ενδότερα δώματα της εξουσίας και να φέρνει στο φως τις αυθαιρεσίες των ταγών. Ειδικότερα, με τη στηλίτευση των ενεργειών της κυβέρνησης που δεν εξυπηρετούν το συλλογικό συμφέρον, τον καυτηριασμό της υφέρπουσας δράσης εκείνων που εξουσιάζουν, το στιγματισμό των ατασθαλιών και παρανομιών των πολιτικών ηγετών αποκαλύπτει την αλήθεια που την είχαν σκεπάσει οι κομματικοί μανδύες και ενημερώνει τους πολίτες για τα ψέματα και τις φενάκες των πολιτικών.

Έχοντας το άτομο πλήρη επίγνωση των πράξεων και των βλέψεων των πολιτικών μετασχηματίζεται από άβουλο ον σε πολίτη με ελεύθερη βούληση και πολιτική συνείδηση. Με την ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας και τη διαμόρφωση των αξιολογικών κριτηρίων σφυρηλατείται η πολιτική του ταυτότητα και απεγκλωβίζεται από τα στενά δεσμά της νωχέλειας και της αδιαφορίας. Κρίνει, ελέγχει, προτείνει, απορρίπτει. Ανυψώνεται στην ανώτερη βαθμίδα της πνευματικής του υπόστασης και καθίσταται ο απόλυτος ρυθμιστής των εξελίξεων. Καθίσταται , συνεπώς, πασιφανές πως ο διανοούμενος «ξυπνάει» την κοινωνία από μια γενικευμένη κατάσταση ληθάργου- τελμάτωσης στην οποία είχε περιπέσει και οξυγονώνει το δημοκρατικό πολίτευμα.

Δεν είναι ήσσονος σημασίας η συμβολή του πνευματικού ανθρώπου στην εξάλειψη των ανισοτήτων και του ρατσισμού. Οι σύγχρονες παγκοσμιοποιημένες κοινωνίες τείνουν να καταστούν πολυπολιτισμικές και η συνύπαρξη ατόμων που διαφοροποιούνται γλωσσικά, εθνικά, φυλετικά αποτελεί μια αναπόφευκτη πραγματικότητα. Εντούτοις, ενισχύεται ο φόβος ατόμων και κοινωνιών προς το ανόμοιο και το διαφορετικό με αποτέλεσμα να πυροδοτούνται ρατσιστικές συμπεριφορές , να εγείρονται τείχη στην επικοινωνία των ανθρώπων και να δυσχεραίνεται η ομαλή συνύπαρξή τους.

Μπροστά σε αυτό το φαινόμενο που καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα άμεση και επιτακτική συνιστάται η δράση του πνευματικού ανθρώπου. Μέσα από το έργο του επιβάλλεται να προασπίζει τις ανθρωπιστικές αρχές της ανεκτικότητας , του σεβασμού, της φιλαλληλίας, του αλτρουισμού και να αποδεσμεύει το άτομο από τις μικρόνοιες και τα συμπλέγματα που τον κατακλύζουν. Μόνο έτσι θα συνειδητοποιήσει πως ο συγχρωτισμός διαφορετικών στοιχείων σε μια κοινωνία είναι υγιής, δικαιώνοντας μάλιστα τον αιώνιο λόγο του Ηρακλείτου περί «παλίντονος αρμονία».

Η παθητική συμπεριφορά

Η έλλειψη ανταπόκρισης για τα λεγόμενά του συνιστά τη γενεσιουργό αιτία της αποχής του διανοούμενου από κρίσιμα θέματα της κοινωνίας.  Η συνεχής καταγγελία μέσω των έργων του των τεκταινόμενων που υποβαθμίζουν την ποιότητα ζωής και, επομένως, απαιτούν το ενδιαφέρον όλων μας αφήνει αδιάφορη την πλειονότητα των ανθρώπων.

Η συμπεριφορά αυτή οδηγεί τον διανοούμενο στην υποδούλωση σε ένα αίσθημα καταβύθισης και απογοήτευσης. Η αδιαφορία των ανθρώπων ενισχύει το αίσθημα πως είναι αδύναμος να επιτελέσει το έργο του, με αποτέλεσμα την απώλεια κάθε ίχνους αυτοπεποίθησης και, περαιτέρω, την απομόνωση από την κοινωνία και τα προβλήματά της.

  Μερίδιο ευθύνης στην όξυνση του φαινομένου έχει και η επιθυμία πολλών διανοούμενων να συμμετέχουν στην εξουσία. Αναμφισβήτητα δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα μέρος του συνόλου των πνευματικών ανθρώπων επιθυμούν να λάβουν μέρος στην εξουσία, με αποτέλεσμα να υπηρετούν τους ταγούς της εξουσίας, τις επιδιώξεις και τα συμφέροντά τους και να παρεκκλίνουν από το έργο τους. Η ακατάσβεστη μανία για απόκτηση αξιωμάτων οδηγεί στον ολισθηρό δρόμο της «προδοσίας» του στόχου τους.

Η αναγκαιότητα

Εν κατακλείδι, ο ρόλος των πνευματικών ανθρώπων είναι υψίστης σημασίας και η ανάληψη πρωτοβουλιών συνδράμει στην καταπολέμηση αρνητικών φαινομένων που συνιστούν βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας που αργά αλλά σταθερά την υπονομεύει. Ο διανοούμενος είναι  ο καθοδηγητής της κοινωνίας, ο «άγρυπνος φρουρός» , ο οδηγός προς τη βελτίωση και την ανανέωσή της.

banner-article

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας