Αναγνώστες Άρθρα Ιστορία

“Η Απελευθέρωση που δεν έγινε εθνική επέτειος” / γράφει ο Γιώργος Μακαρατζής

Στις 12 Οκτωβρίου 1944, η Αθήνα απελευθερώθηκε από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Η ναζιστική σημαία κατέβηκε από την Ακρόπολη, οι δρόμοι γέμισαν με πλήθη που πανηγύριζαν και μια περίοδος βίας, πείνας, εκτελέσεων και καταναγκασμού έφτανε στο τέλος της

Γιώργος Μακαρατζής  Δρ Διδακτικής της Ιστορίας

Αντίστοιχα, η Βέροια απελευθερώθηκε στα τέλη του ίδιου μήνα, στις 29 Οκτωβρίου 1944, όταν οργανωμένα τμήματα του ΕΛΑΣ εισήλθαν στην πόλη μετά την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων.

Γιατί, όμως, η Ελλάδα τιμά την έναρξη του πολέμου εναντίον της φασιστικής Ιταλίας, αλλά δεν έχει καθιερώσει αντίστοιχη εθνική επέτειο για την απελευθέρωσή της από τη ναζιστική κατοχή; Γιατί η Απελευθέρωση του 1944 δεν απέκτησε τη θέση μιας καθιερωμένης πανελλαδικής εθνικής επετείου, όπως συνέβη αντίστοιχα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες; Για παράδειγμα, Ολλανδία και Δανία στις 5 Μαΐου∙ Γαλλία, Τσεχία, Σλοβακία, Νορβηγία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ουκρανία και Πολωνία στις 8 Μαΐου∙ Ρωσία, Σερβία, Μολδαβία στις 9 Μαΐου.

Στο κείμενο αυτό θα επιχειρήσω να διερευνήσω πώς τα ιστορικά ερωτήματα συνδέονται με τη συλλογική μνήμη, την πολιτική νομιμοποίηση και την ιστορική αποσιώπηση. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στον Εμφύλιο Πόλεμο που ακολούθησε, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο το κράτος και η κοινωνία επιλέγουν ποια γεγονότα του παρελθόντος θα αναδείξουν στη δημόσια μνήμη, ποια θα εντάξουν στις κυρίαρχες ιστορικές αφηγήσεις και ποια θα υποβαθμίσουν, θα περιθωριοποιήσουν ή θα αποσιωπήσουν.

Από τη μια πλευρά, η 28η Οκτωβρίου προσφέρεται για μια αφήγηση με σαφές συμβολικό περιεχόμενο: την άρνηση υποταγής στις απαιτήσεις μιας φασιστικής δύναμης και την απόφαση αντίστασης στην ξένη επίθεση. Η επέτειος συνδέει το έθνος με την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας, την εδαφική ακεραιότητα και τη στρατιωτική αντίσταση. Μπορεί, επομένως, να ενταχθεί σχετικά εύκολα σε μια αφήγηση εθνικής ενότητας, παρά τις πολιτικές και κοινωνικές αντιθέσεις που χαρακτήριζαν την Ελλάδα του 1940.

Η Απελευθέρωση, αντίθετα, έχει μια πιο σύνθετη θέση στη νεότερη ελληνική ιστορία.

Η αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων το φθινόπωρο του 1944 δεν αποτέλεσε μόνο το τέλος μιας περιόδου ξένης κατοχής. Συνδέθηκε επίσης με κρίσιμα ζητήματα όπως πείνα, διώξεις, οικονομική καταστροφή, οι εκτελέσεις, και η τρομοκρατία των κατοχικών δυνάμεων καθώς και των εγχώριων υποστηρικτών τους. Παράλληλα, ανέδειξε το ΕΑΜ και το ΕΛΑΣ σε ισχυρούς πολιτικούς και στρατιωτικούς παράγοντες.

Τα ζητήματα αυτά έθεσαν και σημαντικά ερωτήματα: ποιοι είχαν αγωνιστεί εναντίον των κατακτητών και ποιοι είχαν συνεργαστεί; Ποια θα ήταν η τιμωρία των δωσίλογων και των συνεργατών με τους κατακτητές; Τι θα γίνει με τις περιουσίες που πέρασαν σε άλλα χέρια με παράνομους τρόπους; Ποια θα είναι η πολιτική φυσιογνωμία της μεταπολεμικής Ελλάδας;

Η Απελευθέρωση δημιούργησε την προσδοκία ότι η θυσία των προηγούμενων χρόνων θα οδηγούσε σε δημοκρατική ανασυγκρότηση, κοινωνική δικαιοσύνη και εθνική ανεξαρτησία.

Όμως, σύντομα η χαρά της ελευθερίας επισκιάστηκε από τα Δεκεμβριανά του 1944 και τον Εμφύλιος Πόλεμος που ακολούθησε, τα οποία οδήγησαν σε βαθιά πολιτική και κοινωνική σύγκρουση. Η κυριαρχία του νικηφόρου κυβερνητικού στρατοπέδου διαμόρφωσε το πλαίσιο μέσα στο οποίο οργανώθηκε η μεταπολεμική επίσημη μνήμη και συνέβαλε καθοριστικά στο να μην καθιερωθεί η απελευθέρωση της Ελλάδας από τη ναζιστική κατοχή ως εθνική επέτειος.

Επιπλέον, η κατανόηση της καθιέρωσης ενός ιστορικού γεγονότος αντί άλλου ως εθνική επέτειος, μπορεί να ερμηνευτεί με βάση τα κριτήρια επιλογής του: την ιστορική σπουδαιότητα, τις πολιτικές συνθήκες και τη συγκρότηση ενός επιδιωκόμενου πλαισίου ιστορικής μνήμης.

Η καθιέρωση μιας εθνικής επετείου είναι μια πολιτική και θεσμική απόφαση με ιστορικό και συμβολικό περιεχόμενο.

Μια επέτειος μπορεί να αποκτήσει κεντρική θέση στη δημόσια ζωή επειδή εξυπηρετεί συγκεκριμένες ανάγκες, πολιτικές και ιδεολογικές, σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο. Ο τρόπος με τον οποίο τιμάται η επέτειος: παρελάσεις, καταθέσεις στεφάνων, σχολικές εκδηλώσεις, πανηγυρικούς λόγους, κατάθεση στεφανιών σε μνημεία και εκπαιδευτικές δράσεις διαμορφώνει μια επαναλαμβανόμενη δημόσια τελετουργία, όπου το παρελθόν αποκτά συμβολικό νόημα και μετατρέπεται σε στοιχείο της συλλογικής μνήμης.

Εδώ, πιστεύω, βρίσκεται ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η Απελευθέρωση της Ελλάδας από τη ναζιστική κατοχή δεν απέκτησε αντίστοιχη θεσμική θέση με την 28η Οκτωβρίου 1940. Πώς θα μπορούσε να καθιερωθεί μια κοινή εθνική γιορτή της Απελευθέρωσης σε μια κοινωνία που, μετά το 1944, οδηγήθηκε σε μια βαθιά και αιματηρή πολιτική σύγκρουση; Πώς θα μπορούσε το κράτος να οργανώσει ένα ενιαίο τελετουργικό μνήμης, όταν οι αντιπάθειες, οι συγκρούσεις και τα τραύματα του Εμφυλίου εξακολουθούσαν να επηρεάζουν τις σχέσεις των ανθρώπων και να μεταδίδονται από γενιά σε γενιά;

Οι μνήμες των νεκρών, οι διώξεις, οι εκτοπίσεις, οι φυλακίσεις και οι εκτελέσεις, οι απώλειες οικογενειών και η κάθε μορφή βίας δεν εξαφανίστηκαν με το τέλος των πολεμικών συγκρούσεων. Για πολλούς και πολλές, ο Εμφύλιος δεν αποτελεί ένα κλειστό κεφάλαιο της Ιστορίας, αλλά μια βιωμένη εμπειρία που εξακολουθεί να καθορίζει τις πολιτικές ταυτότητες, τις οικογενειακές αφηγήσεις και τις κοινωνικές σχέσεις. Οι μνήμες αυτές, άλλωστε, δεν είναι ενιαίες ούτε συμμετρικές: διαμορφώθηκαν μέσα σε διαφορετικές συνθήκες εξουσίας, δίωξης, απώλειας και δημόσιας αναγνώρισης. Πώς, λοιπόν, να συνυπάρξουν σε μια επέτειο οι αλληλοσυγκρουόμενες μνήμες και από τις δυο πλευρές.

Επιπλέον, η καθιέρωση της Απελευθέρωσης ως εθνικής επετείου θα έφερνε αναπόφευκτα στο προσκήνιο ένα δύσκολο ερώτημα: ποιοι απελευθέρωσαν τη χώρα και πώς έπρεπε να αναγνωριστεί η συμβολή τους; Η απάντηση δεν ήταν πολιτικά ουδέτερη. Η ανάδειξη του ρόλου του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ θα αναγνώριζε τη σημαντική συμβολή τους στην Αντίσταση, αλλά θα επανέφερε ταυτόχρονα στο δημόσιο πεδίο τις πολιτικές συγκρούσεις που είχαν ακολουθήσει μετά την Κατοχή. Αντίστοιχα, μια αφήγηση που θα υποβάθμιζε τη συμβολή τους θα άφηνε εκτός της επίσημης μνήμης ένα σημαντικό μέρος της Εθνικής Αντίστασης.

Επομένως, το ερώτημα «Γιατί η Απελευθέρωση του 1944 δεν καθιερώθηκε ως εθνική επέτειος;» αποτελεί ένα σύνθετο ιστορικό πρόβλημα, το οποίο δεν μπορεί να απαντηθεί με μία μόνο αιτία ή από μία μόνο οπτική γωνία. Απαιτεί να διερευνηθεί η σχέση ανάμεσα στο ιστορικό γεγονός, τις πολιτικές επιλογές του κράτους, τη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας, τις τοπικές μνήμες και τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες επιλέγουν να θυμούνται το παρελθόν τους.

banner-article banner-advertisement

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας