Μία φορά και έναν καιρό πριν από πολλά χρόνια σε ένα χωριό μεγάλο και προκομμένο, ζούσαν άνθρωποι από πολλά μέρη .
Εκτός από τους ντόπιους, στο χωριό αυτό ζούσαν Πόντιοι, Θρακιώτες, Βλάχοι, Μικρασιάτες, Δασκιώτες.
Ήταν εύφορη η γη του και μπορούσε να θρέψει το στόματα πολλών ανθρώπων…
Σε ένα σπίτι, στην ανατολική άκρη του χωριού, ζούσε μία οικογένεια μεγάλη.
Παιδιά, νύφες, εγγόνια, παππούδες, γιαγιάδες…
Μια μέρα ο παππούς έφερε ένα αρνάκι.
Ήταν τέλους του Μάρτη.
Μόλις η άνοιξη δειλά άρχισε να ξυπνάει τη φύση…
Αυτό το αρνάκι θα ήταν 2μηνών, όχι παραπάνω.
Πολύ όμορφο και χαριτωμένο.
Έτρεχε σαν παιδάκι από δω και από κει.
Και έπαιζε μαζί του η Φωτεινή…
Το κυνηγούσε κι αυτό έτρεχε…
Κάθε μέρα σκεφτόταν πότε θα ‘ρθει εκείνη η ώρα να βγάλει ο παππούς το αρνάκι έξω στον ήλιο, να το χαϊδέψει, να το αγκαλιάσει και να παίξουνε.
Της άρεσε να βλέπει πώς έτρωγε το γάλα από ένα μεγαλούτσικο γυάλινο μπουκάλι στο οποίο εφάρμοζε τέλεια μια λαστιχένια ρώγα.
Όταν έτρωγε, κουνούσε την ουρά του και χτυπούσε το μπουκάλι σαν να χτυπούσε το μαστάρι της μάνας του…
Η Φωτεινή πάντα ζητούσε από τον παππού να πάρει και αυτή το μπουκάλι και να δώσει λίγο γάλα στο αρνάκι…
Ήταν λίγο παραπάνω από 8 χρονών τότε.
Πίστευε ότι αυτό το αρνάκι θα γίνει ο καλύτερος φίλος της …
Το Πάσχα εκείνη τη χρονιά αργούσε.
Ήταν αρχές του Μάη.
Το αρνάκι της μεγάλωσε αρκετά.
Δυνάμωσε!
Mα τα χάδια ήταν πάντα ίδια…
Έμοιαζε σαν θαύμα όλο αυτό που ζούσε.
Τόσο διαφορετικό από την καθημερινότητα της.
Άκουγε εκείνο το «μπεεεεε» κι έτρεχε στην αυλή για να το συναντήσει…
Κοντά στο σπίτι τους σε ένα λιβάδι, 50 -60 μέτρα πιο εκεί, ήταν ένα μαντρί που είχε στηθεί το φθινόπωρο.
Είχαν κλείσει τα σχολεία.
Διακοπές του Πάσχα…
Μεγάλη Παρασκευή, την πήρε μάνα της από το χέρι και πήγανε να προσκυνήσουμε τον Επιτάφιο…
Να περάσουν κάτω από αυτόν σταυρωτά.

Κατά τις 11 ήταν στο σπίτι…
Οι μοσχολουλουδιές είχαν ανθίσει και ευώδιαζε ο τόπος…
Οι ίριδες περήφανες κοιτούσαν ψηλά προς τον ήλιο…
Ένα – δυο τριαντάφυλλα, έσκασαν μύτη, σαν έτοιμα από καιρό.
Βγήκε στην αυλή και περίμενε την ώρα που το αρνάκι της θα μπλεκόταν στα πόδια της…
Περνούσε η ώρα και… άκουσε.
Ταράχτηκε!
Μικρό παιδί και όμως ταράχτηκε πολύ.
Από το μαντρί ακούγονταν βελάσματα προβάτων, και μικρών αρνιών.
Ήταν τόσο δυνατά και σπαρακτικά τα κλάματα αυτά, που σου τρυπούσαν την καρδιά…
Ήταν κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτήν.
Καμιά φορά τα έβλεπε όταν πήγαινε προς τα εκεί…
Είχε πολλά αρνάκια μέσα στη στάνη .
Έμοιαζαν σα μικρά παιδάκια.
Να σαν το δικό της…
Σαν το δικό της το καλό αρνάκι, το άκακο…
Έβαζε το χέρι της κοντά στο στόμα του κι αυτό ποτέ του δεν τη δάγκωσε…
Μα τι γίνεται!
Ήταν η ώρα που το έβγαζε ο παππούς κι αυτή όλο χαρά περίμενε να το δει.
Άκουγε το βέλασμα του το ήρεμο, το βέλασμα της δικής του καλημέρας .
Όμως ο παππούς καθόταν αμέριμνος σε μια καρέκλα και λιαζόταν…
Οι γιοι του μπαινόβγαιναν στην αποθήκη..
Μια λεκάνη με έντερα δόθηκαν στη γιαγιά, που τα μετέφερε στη βρύση…
Η μαμά κουβάλησε ζεματιστό νερό κι έναν λεπτό πλάστη…
Άρχισε να διαισθάνεται ότι κάτι κακό έγινε…
Μπήκε στην αποθήκη!
Η καρδιά της χτυπούσε σαν ταμπούρλο.
Κρεμασμένος ανάποδα, γυμνός ο μικρός της φίλος..
Το κεφάλι του, μία φρίκη, τα μάτια του ορθάνοιχτα και παγερά.
Το δέρμα του, αυτό που όταν το χάιδευε, ένιωθε τόση αγαλλίαση, πεσμένο στο τσιμεντένιο πάτωμα, ματωμένο χαλάκι.
Μαχαίρια φονικά σε μια λεκάνη κρατούσαν το αίμα του ακόμη.
Όχι! Φώναξε!
Τι κάνατε;
Παππού! Γιατί ;
Παππού, γιατί;
Έφυγε κλαίγοντας με αναφιλητά προς τα χωράφια.
Γεμάτα μαργαρίτες, και παπαρούνες…

Άλλες φορές θα μάζευε τις μαργαρίτες να φτιάξει βραχιόλια και κολιέ…
Κάθισε κάτω από ένα καβάκι..
Είπε πώς δε θα γυρίσει πίσω.
Δε θέλει να γυρίσει σπίτι…
Έκλαιγε ώρα…
Ήταν η ώρα για φαγητό.
Μεσημέρι!
Ακούστηκε η φωνή της μαμάς και της γιαγιάς…
Φώναζαν το όνομα της με απόγνωση…

Έκανε ότι δεν ακούει, αλλά όταν η μητέρα της άρχισε να πανικοβάλλεται, σηκώθηκε αγέρωχη και χωρίς να πει τίποτα πήρε τον δρόμο της επιστροφής…
Δεν άφησε τη γιαγιά να την αγκαλιάσει…
Ούτε τη μάνα της…
Σα να είχε πιει το αμίλητο νερό, δεν έδινε καμία απάντηση…
Το βράδυ ανέβασε πυρετό.
Μια μέρα κράτησε …
Όμως όσο ζούσε αυτό το κράταγε γερά στη μνήμη…
Κι όταν μεγάλωσε κατάλαβε καλά τι εννοούσαν όσοι περηφανεύονταν για τη μαγειρική τους.
Έγινε λουκούμι!
Αρνάκι γάλακτος, για!
Χριστέ μου, εσύ ζητούσες αγάπη κι όχι θυσίες…
Ει. Δα.
Καλή Ανάσταση!
–














































