Άρθρα Εργασιακά Θέματα Παιδείας

“Συνθήκες εργασίας και ασφάλειας των εκπαιδευτικών και η υποκρισία του ΥΠΑΙΘΑ” / γράφει η Ευγενία Καβαλλάρη

Το τελευταίο διάστημα έρχονται στο φως της δημοσιότητας γεγονότα και στοιχεία που επιβεβαιώνουν εμφατικά το απαιτητικό και ασφυκτικό πλαίσιο της καθημερινότητας που βιώνουν οι εκπαιδευτικοί καθώς και την υποβάθμιση, διάλυση του δημόσιου σχολείου

Ευγενία Καβαλλάρη*

Παραιτήσεις αναπληρωτών, καταγγελίες και επιθέσεις σε βάρος εκπαιδευτικών, κοινωνικός κανιβαλισμός σε βάρος τους, ποικίλα προβλήματα υγείας, ισχαιμικά επεισόδια κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στρεσογόνες- εξοντωτικές εργασιακές συνθήκες που συσσωρεύουν αδιέξοδα, με κορυφαίο τον θάνατο της συναδέλφισσας  Σ. Χρηστίδου συνθέτουν τη σύγχρονη εικόνα του λειτουργήματος των εκπαιδευτικών και το καθιστούν αποκρουστικό αποστερώντας του τη γοητεία του και την αποτελεσματικότητά του.

Απέναντι σ’ αυτή τη ζοφερή κατάσταση το ΥΠΑΙΘΑ σε ένα κρεσέντο υποκρισίας και θεατρινισμού διαμηνύει πως “θα αναλάβει πρωτοβουλία για ενίσχυση της ασφάλειας, της εμπιστοσύνης μεταξύ όλων των μελών της σχολικής κοινότητας, στο τρίγωνο παιδιά-εκπαιδευτικοί- γονείς’’, ‘’για στρατηγική ενίσχυσης της καθημερινής λειτουργίας των σχολείων”, “για ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών, ώστε να επιτελούν το έργο τους σε ένα δημιουργικό και λειτουργικό περιβάλλον”. Και φυσικά όλα αυτά τα θαυμαστά πώς θα επιτευχθούν; Η μαγική του συνταγή περιλαμβάνει: οριοθέτηση σαφών κανόνων και ορίων  μέσα στο σχολικό περιβάλλον, ώστε η πειθαρχία να λειτουργεί ως παράγοντας ασφάλειας , διότι τα σχολεία δεν είναι χώροι ανομίας, με σεμινάρια (!) για ενδυνάμωση των γονεϊκών κοινοτήτων, με εξειδικευμένη καθοδήγηση των εκπαιδευτικών μέσω επιμορφωτικών προγραμμάτων(!), με πρωτοβουλίες για την ψυχική τους ανθεκτικότητα (;) και το πιο επαναστατικό, με θεσμοθέτηση νομικού συμπαραστάτη για εκπαιδευτικούς σε επίπεδο Διευθύνσεων Εκπαίδευσης!

Πίσω από τα λεκτικά  παιχνιδίσματα  των εξαγγελιών της Υπουργού ,κ. Ζαχαράκη, που στοχεύουν στη διασκέδαση της δίκαιης αγανάκτησης των εκπαιδευτικών κρύβονται αντιδραστικά ιδεολογήματα που ενοχοποιούν μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς, αποδίδοντας τους άλλοτε τον ρόλο του θύτη, άλλοτε του θύματος. Έτσι παρέχεται πλήρη κάλυψη στις κυβερνητικές πολιτικές αποδιοργάνωσης και διάλυσης του δημόσιου σχολείου  και μετατροπής του σε επιχειρηματική μονάδα , είτε σε ίδρυμα, καθώς η παιδαγωγική πράξη με τα επιχειρούμενα μέτρα αντικαθίσταται από τον έλεγχο και την καταστολή  θέτοντας υπό επιτήρηση τα υποκείμενα του σχολείου ( ποινικοποίηση της μαθητικής  ζωής, ψυχιατρική εξέταση των εκπαιδευτικών κτλ.) . 

Με τη δαιμονοποίηση των μαθητών και των γονιών τους για τα κακώς κείμενα στη σχολική ζωή στην παρούσα φάση, ενώ αυτός ο ρόλος έχει ήδη  αποδοθεί και στους εκπαιδευτικούς, όλο το πρόβλημα εστιάζεται στις συμπεριφορές και τις στάσεις ατόμων και της οικογένειας γιατί αυτή  κατά τις δηλώσεις τους αδυνατεί να  εξοπλίσει τα παιδιά της με τις απαραίτητες ψυχοκοινωνικές δεξιότητες. Έτσι ως λύση παρουσιάζεται η αναβάθμιση της ποιότητας των ενδοοικογενειακών  σχέσεων, η ένταση των ελέγχων σε οικογένεια και σχολείο και η εισαγωγή επιμορφωτικών και ψυχολογικών πρακτικών σ αυτό.  Συνεπικουρικά και οι τηλεοπτικοί “κοινωνικοί θεραπευτές” νουθετούν για βελτίωση των σχέσεων μεταξύ γονέων και παιδιών, μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών.

Εμφανώς σύμφωνα με τα παραπάνω η οικογένεια και το σχολείο δεν εκλαμβάνονται ως προϊόντα  κοινωνικών σχέσεων, αλλά ως  άθροισμα μονάδων, ως αυθύπαρκτες οντότητες που μπορούν  να κοινωνικοποιούν  από  μόνες τους τα παιδιά ανεξάρτητα από κοινωνικούς -πολιτισμικούς παράγοντες και το κυρίαρχο σύστημα αξιών ,παραβλέποντας  επίσης τις κοινωνικές ανισότητες , την έλλειψη υποστηρικτικών δικτύων, τη στέρηση πόρων κτλ. Έτσι Κυβέρνηση και υπουργείο περιορίζουν το όλο θέμα στα “όρια” που πρέπει να μπουν στους μαθητές από την οικογένεια , στην ανάγκη κατασταλτικών θεσμών και τιμωρητικών μέτρων  για μαθητές ή και για καθηγητές ανάλογα με την περίπτωση. Από τη θεώρησή τους απουσιάζει το ενδιαφέρον για το πώς βιώνουν οι μαθητές το σχολείο- εξεταστικό κάτεργο με τους ποικίλους ταξικούς φραγμούς της ΕΒΕ, της Τράπεζας Θεμάτων, του βαθμολογικού ανταγωνισμού , της “αριστείας”, του ατομικισμού, των ανύπαρκτων προσδοκιών για το μέλλον. Όλα αυτά συνιστούν όρους ικανούς για καλλιέργεια στους μαθητές μιας αντισχολικής κουλτούρας που εκφράζεται συνήθως με εχθρικές συμπεριφορές απέναντι στο σχολείο και στους λειτουργούς του.

Μια ουσιαστική προσέγγιση όμως του προβλήματος ,που “θέτει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων” αναδεικνύει την ανάλγητη εκπαιδευτική πολιτική, που έχουν υπηρετήσει όλες οι κυβερνήσεις διαχρονικά ως τον βασικό υπεύθυνο της υποβάθμισης του εκπαιδευτικού λειτουργήματος, της  εργασιακής εντατικοποίησης και εξουθένωσης των εκπαιδευτικών, της στοχοποίησής τους, της ενεργοποίησης ενός ακραίου κοινωνικού αυτοματισμού σε βάρος τους, με ολέθριες συνέπειες στην ψυχοσωματική τους υγεία.

Οι εκπαιδευτικοί είναι αντιμέτωποι με εξευτελιστικούς μισθούς, με την υποχρηματοδότηση των σχολείων, τις ανεπαρκείς υποδομές, με την απαίτηση να διαχειριστούν ευθύνες που δεν τους αναλογούν ( να γίνουν ηλεκτρολόγοι, μηχανικοί, νοσηλευτές κτλ.). Καθημερινά τους ανατίθενται εργασίες και ρόλοι που απεμπολούν την πιο ουσιαστική λειτουργία τους, την άσκηση του παιδαγωγικού και διδακτικού τους  τους ρόλου. Υποχρεώνονται σε εκπόνηση ανούσιων δράσεων που δεν καλύπτουν ανάγκες των μαθητών, αλλά υπηρετούν το σχολείο της “βιτρίνας” και του ανταγωνισμού, συνθλίβονται από τους “ομίλους”, “συντονιστές τάξης”, “μέντορες”, δείκτες και άξονες της αυτοαξιολόγησης  των σχολικών μονάδων, υποχρεώνονται στην αποδοχή της κακόφημης ατομικής αξιολόγησης που τους κατηγοριοποιεί , διαρρηγνύει τις συναδελφικές τους σχέσεις και ιδιωτικοποιεί την εκπαίδευση. Μετατρέπονται σε νομάδες που καλύπτουν διδακτικές ανάγκες μέχρι και σε πέντε σχολεία, οι δε αναπληρωτές λογίζονται ως εκπαιδευτικοί με “μισά δικαιώματα”. Το προωθούμενο Εθνικό Απολυτήριο όχι μόνο θα αυξήσει δραματικά τα ταξικά εμπόδια στα παιδιά των λαϊκών οικογενειών, αλλά θα αποστερήσει από τους εκπαιδευτικούς και την ελάχιστη δυνατότητα που τους έχει απομείνει άσκησης του παιδαγωγικού και επιστημονικού τους έργου ολοκληρώνοντας τη διαδικασία μετατροπής τους σε εκγυμναστές μαθητών για εξετάσεις.

 Μέσα σε αυτό το αντιπαιδαγωγικό πλαίσιο το ΥΠΑΙΘΑ εκτοξεύει απειλές, τρομοκρατεί, εξαπολύει πειθαρχικές διώξεις, φιμώνει τους εκπαιδευτικούς και τους στερεί το συνταγματικό δικαίωμα της απεργίας, δρομολογεί την άρση της μονιμότητας, θεσμοθετεί σε βάρος τους πλατφόρμες καταγγελιών στοχοποιώντας  τους και υποθάλποντας παράλληλα τον κοινωνικό αυτοματισμό και κανιβαλισμό. Η αντίφαση δε ανάμεσα στο καθεστώς αυτό και τη βαρύγδουπη εξαγγελία της υπουργού για  προστασία του εκπαιδευτικού μέσω του νομικού συμπαραστάτη επιβεβαιώνει όχι μόνο την αστειότητά της αλλά και τη λαϊκή παροιμία “Να σε κάψω Γιάννη, να σ αλείψω λάδι”.  Η προσφιλής τακτική της κυβέρνησης και του ΥΠΑΙΘΑ να υποδεικνύει ως υπεύθυνους για τα δεινά της εκπαίδευσης άλλοτε τους “ανεπαρκείς και τεμπέληδες” εκπαιδευτικούς, άλλοτε τους “παραβατικούς” μαθητές, άλλοτε τους “αδιάφορους και προβληματικούς” γονείς συσκοτίζει και αποκρύπτει  το γεγονός ότι η ζοφερή πραγματικότητα που βιώνεται φέρει αποκλειστικά την υπογραφή της ανάλγητης πολιτικής της.

Εκπαιδευτικοί, μαθητές και γονείς υφίστανται τις συνέπειες της διάλυσης του δημόσιου σχολείου, της εμπορευματοποίησης της γνώσης, της απαξίωσης του εκπαιδευτικού έργου, της διαμόρφωσης ενός σχολείου ξένου προς τις ανάγκες των μαθητών και αποκρουστικού. Ζουν  μέσα σε μια κοινωνία της οικονομικής κρίσης, της παρακμής, των σκανδάλων, των κρατικών και εργοδοτικών εγκλημάτων, της επικράτησης του δίκιου του ισχυρού, των πολεμικών αναμετρήσεων, της συρρίκνωσης των δικαιωμάτων τους, που τους συσσωρεύει οργή και αγανάκτηση, ναρκοθετεί το παρόν τους και υπονομεύει το μέλλον τους.

Τα κοινά προβλήματα που βιώνουν τους καθιστούν φυσικούς συμμάχους και επιτάσσουν ως μοναδική διέξοδο τη συμμαχία τους σε ένα κοινό μέτωπο αντίστασης στην αδυσώπητη κυβερνητική πολιτική και  αγώνα στήριξης του δημόσιου σχολείου, του σχολείου της δημιουργικότητας και του κριτικού στοχασμού.

Το εκπαιδευτικό κίνημα οφείλει άμεσα με συγκεκριμένες δράσεις να αναδείξει τον πραγματικό  υπαίτιο για το ασφυκτικό- εξοντωτικό πλαίσιο λειτουργίας και διάλυσης του δημόσιου σχολείου. Να αντιτάξει σε αυτή την επιχείρηση αποπροσανατολισμού της κυβέρνησης τη δυναμική  ενός μαζικού- ενωτικού αγώνα που στόχο θα έχει την ανατροπή των πραγματικών  αιτίων υπονόμευσης του σχολείου και του έργου των εκπαιδευτικών: της υποχρηματοδότησης, της αξιολόγησης, της έντασης των ταξικών φραγμών στη μόρφωση, της παραχώρησης δημόσιων σχολικών δομών στο ιδιωτικό κεφάλαιο, της ιδιωτικοποίησης συνολικά του δημόσιου σχολείου.

Δυστυχώς η διαμορφωμένη πλειοψηφία από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία σε επίπεδο ΟΛΜΕ είτε με την αφωνία της, είτε με την ολιγωρία της, είτε με την υπαναχώρηση της από βασικές θέσεις και αιτήματα του κλάδου (πχ αξιολόγηση) αδυνατεί να ανταποκριθεί σε αυτή την επείγουσα αναγκαιότητα. Τον λόγο έχουν οι καθηγητές και τα σωματεία ώστε και οι αρνητικοί αυτοί συσχετισμοί να ανατραπούν , αλλά και να πρωτοστατήσουν και να κάνουν δική τους υπόθεση τη δημιουργία ενός πανεκπαιδευτικού μετώπου αγώνα, που θα εμπνέει, θα συσπειρώνει, θα αποτρέπει και θα καταγράφει νίκες.

*Ευγενία Καβαλλάρη, μέλος του ΔΣ του ΚΕΜΕΤΕ της ΟΛΜΕ & του ΔΣ ΕΛΜΕ Ημαθίας

.

banner-article

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας