“Ο αμερικανο-ιρανικός πόλεμος των εντυπώσεων με υπερβολές, ψέματα και… αλήθειες” / γράφει ο Δημήτρης Μηλάκας
Στον πόλεμο, η αλήθεια δεν είναι απλώς το πρώτο θύμα. Είναι το πρώτο εργαλείο. Και στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, η αλήθεια έχει αποκτήσει μια ιδιότυπη διπλή υπόσταση: υπάρχει και δεν υπάρχει ταυτόχρονα. Δηλώνεται για να ακουστεί και διαψεύδεται για να λειτουργήσει. Δεν πρόκειται για αντίφαση. Πρόκειται για μέθοδο.
Δύο αφηγήσεις, μία συνεννόηση
Η Ουάσιγκτον επιμένει ότι υπάρχουν συνομιλίες. Μιλά για διαύλους που παραμένουν ανοιχτοί, για επαφές που συνεχίζονται στο παρασκήνιο, για μια «διπλωματική γραμμή» που λειτουργεί παράλληλα με τα στρατιωτικά πλήγματα. Η εικόνα που καλλιεργείται είναι αυτή του ελέγχου: τίποτα δεν γίνεται χωρίς να υπάρχει ένας τρόπος να αποκλιμακωθεί.
Η Τεχεράνη, αντίθετα, αρνείται τα πάντα. Δεν υπάρχουν συνομιλίες, δεν υπάρχουν επαφές, δεν υπάρχει καμία διαδικασία διαλόγου όσο συνεχίζονται οι πιέσεις. Η γραμμή είναι καθαρή: δεν διαπραγματευόμαστε υπό απειλή.
Κι όμως, όσο πιο έντονα δηλώνεται η άρνηση τόσο πιο εμφανές γίνεται ότι κάτι υπάρχει από κάτω. Γιατί σε μια σύγκρουση αυτού του επιπέδου το πραγματικά επικίνδυνο δεν είναι η αντιπαράθεση. Είναι η έλλειψη επικοινωνίας. Και όπως δείχνουν τα πράγματα, έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των εμπολέμων δεν υπάρχει…
Οι κρυφοί δίαυλοι
Στον σύγχρονο πόλεμο, οι συνομιλίες δεν γίνονται απαραίτητα σε τραπέζια. Δεν συνοδεύονται από φωτογραφίες και δηλώσεις. Γίνονται αλλού – και αλλιώς. Μέσω τρίτων χωρών, μέσω διαμεσολαβητών, μέσω υπηρεσιών και μηχανισμών που δεν εμφανίζονται στο προσκήνιο. Το Ομάν, το Κατάρ, ευρωπαϊκά κανάλια, ακόμα και άτυπες επαφές σε διεθνείς οργανισμούς λειτουργούν ως αγωγοί μηνυμάτων. Δεν μεταφέρουν συμφωνίες. Μεταφέρουν τα όρια των εμπολέμων, το μήνυμα μέχρι πού μπορεί να φτάσει, υπό ποιους όρους μπορεί να σταματήσει (να επιτίθεται ή να αντιστέκεται). Κι αυτή είναι άτυπη μεν, αλλά ουσιαστική δε, «συνομιλία».
Η ανάγκη της σιωπηρής συνεννόησης
Η αντιπαράθεση ΗΠΑ – Ιράν δεν είναι ανεξέλεγκτη. Είναι προσεκτικά ρυθμισμένη. Και για να παραμείνει έτσι, απαιτείται ένα ελάχιστο επίπεδο κατανόησης – όχι δημόσιο, αλλά λειτουργικό.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες γνωρίζουν ότι μια πλήρης σύγκρουση θα άνοιγε ένα μέτωπο με απρόβλεπτες συνέπειες. Το Ιράν γνωρίζει ότι μια ευθεία αντιπαράθεση θα έφερνε συντριπτική πίεση. Κανείς δεν θέλει να περάσει τη γραμμή. Αλλά για να μην την περάσει, πρέπει να ξέρει πού βρίσκεται ο αντίπαλος. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς επικοινωνία.
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: η σύγκρουση διατηρείται σε ελέγξιμο επίπεδο χάρη στη συνεννόηση που δεν παραδέχεται κανείς.
Πολιτική διγλωσσία
Γιατί, όμως, αυτή η διπλή αφήγηση; Γιατί κάθε πλευρά παίζει σε δύο επίπεδα. Στο εξωτερικό πεδίο και στο εσωτερικό ακροατήριο.
Η Ουάσιγκτον θέλει να δείχνει ότι υπάρχει έλεγχος, ότι η κατάσταση δεν οδηγείται σε ανεξέλεγκτη κρίση. Η Τεχεράνη θέλει να δείχνει ότι δεν υποχωρεί, ότι δεν συνομιλεί υπό πίεση. Και οι δύο λένε αυτό που πρέπει να πουν. Και κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν.
Οι proxies ως γλώσσα του πολέμου
Σε αυτή τη σιωπηρή διπλωματία, οι proxies (αντιπρόσωποι των εμπολέμων) δεν είναι απλώς επιχειρησιακά εργαλεία. Είναι μέσο επικοινωνίας. Κάθε επίθεση, κάθε πλήγμα, κάθε «ατύχημα» σε μια βάση ή σε ένα πλοίο δεν είναι μόνο στρατιωτική πράξη. Είναι μήνυμα.
Η ένταση μεταφέρεται στο πεδίο, αλλά η πληροφορία μεταφέρεται στο παρασκήνιο. Ένα χτύπημα μπορεί να σημαίνει «μέχρι εδώ». Μια αποχή μπορεί να σημαίνει «κρατάμε την ένταση χαμηλά». Η σύγκρουση λειτουργεί έτσι σαν διάλογος χωρίς λέξεις.
Και όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, αυτή η μορφή πολέμου είναι πιο σταθερή από μια ανοιχτή σύγκρουση. Γιατί έχει κανόνες – έστω και άγραφους.
Το Ορμούζ και η οικονομία της απειλής
Αυτή η σιωπηρή συνεννόηση αποτυπώνεται καθαρά στο ενεργειακό πεδίο. Τα Στενά του Ορμούζ δεν χρειάζεται να κλείσουν για να επηρεάσουν τον κόσμο. Αρκεί να μπορεί κάποιος να τα κλείσει.
Κάθε ένταση στην περιοχή μεταφράζεται σε αύξηση ρίσκου. Και κάθε αύξηση ρίσκου μεταφράζεται σε τιμές. Οι αγορές δεν περιμένουν το γεγονός. Αντιδρούν στην πιθανότητα. Έτσι, ο πόλεμος παράγει οικονομικό αποτέλεσμα χωρίς να φτάνει στο σημείο της πλήρους ρήξης. Η απειλή γίνεται εργαλείο πίεσης και η αβεβαιότητα μετατρέπεται σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
Το κρίσιμο στοιχείο σε αυτή τη σχέση δεν είναι η ένταση. Είναι ο έλεγχός της.
Και οι δύο πλευρές κινούνται σε μια στενή ζώνη: αρκετά κοντά στην κλιμάκωση ώστε να διατηρούν την πίεση, αλλά αρκετά μακριά ώστε να αποφεύγουν την έκρηξη. Αυτό απαιτεί συνεχή «ανάγνωση» του αντιπάλου.
Και αυτή η ανάγνωση δεν γίνεται μόνο μέσω πληροφοριών. Γίνεται μέσω σιωπηρών σημάτων. Μέσω εκείνης της επικοινωνίας που επισήμως δεν υπάρχει.
Ο ακήρυχτος πόλεμος
Στο τέλος, αυτό που βλέπουμε δεν είναι η απουσία διπλωματίας. Είναι η μετάλλαξή της. Η σύγκρουση ΗΠΑ – Ιράν δεν εξελίσσεται μόνο με όπλα. Εξελίσσεται με σήματα, υπαινιγμούς και διαψεύσεις. Με μια γλώσσα που δεν καταγράφεται σε ανακοινώσεις, αλλά καθορίζει τις κινήσεις στο πεδίο. Η αλήθεια δεν εξαφανίζεται, κατακερματίζεται.
Και κάπου ανάμεσα στις δηλώσεις και στις διαψεύσεις, διαμορφώνεται μια πραγματικότητα που κανείς δεν περιγράφει πλήρως – αλλά όλοι καταλαβαίνουν. Γιατί στον σύγχρονο πόλεμο, το όριο δεν είναι αυτό που λέγεται. Είναι αυτό που επιτρέπεται να συμβεί χωρίς να ξεφύγει. Και αυτό το όριο δεν είναι απλώς τακτικό· είναι στρατηγικό. Προδιαγράφει έναν πόλεμο που δεν κλιμακώνεται για να τελειώσει, αλλά διατηρείται για να συνεχίζεται. Έναν πόλεμο χωρίς τελικό στόχο νίκης – άρα, έναν πόλεμο χωρίς τέλος.
=
















































