“Η επιβολή δημοκρατίας με πυραύλους δεν είναι δημοκρατία” / γράφει ο Γιώργος Μακαρατζής
Φωτογραφία: Από την πυραυλική επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ, σε δημοτικό σχολείο θηλέων στο Ιράν.
Υπάρχει και μια βαθύτερη αντίφαση που δεν μπορώ να αγνοήσω. Η δημοκρατία θεμελιώνεται στη λαϊκή κυριαρχία. Δεν μπορεί να επιβληθεί εξωτερικά χωρίς τη βούληση και τη συμμετοχή της ίδιας της κοινωνίας
Γιώργος Μακαρατζής Δρ Διδακτικής της Ιστορίας
Το Ιράν αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, αναμφίβολα ένα αυταρχικό θεοκρατικό καθεστώς. Η εγχώρια και διεθνής ειδησεογραφία τα τελευταία χρόνια έχει καταγράψει συστηματικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, βίαιη καταστολή διαδηλώσεων, περιορισμό της ελευθερίας του λόγου και διώξεις πολιτικών αντιπάλων. Ιδιαίτερα μετά τις κινητοποιήσεις του 2022 για τα δικαιώματα των γυναικών, τα διεθνή μέσα ανέδειξαν με συνέπεια τη σκληρότητα της κρατικής καταστολής και τη βαθιά κοινωνική δυσαρέσκεια που διαπερνά την ιρανική κοινωνία.
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, κατανοώ γιατί πολλοί στη Δύση αισθάνονται ότι «κάτι πρέπει να γίνει». Ωστόσο, εδώ ακριβώς αρχίζει το δύσκολο ερώτημα: μπορούν δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, όπως των ΗΠΑ και του Ισραήλ, να δικαιολογήσουν μια στρατιωτική επίθεση στο όνομα της «αποκατάστασης της δημοκρατίας;
Από όσα παρακολουθώ στην καθημερινή ειδησεογραφική κάλυψη, τα βασικά επιχειρήματα των δυτικών κυβερνήσεων δεν εστιάζουν πρωτίστως στη δημοκρατία αλλά στην ασφάλεια. Το κεντρικό διακύβευμα είναι η αποτροπή του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης και η αντιμετώπιση μιας στρατηγικής απειλής. Η ρητορική περί «απελευθέρωσης του ιρανικού λαού» εμφανίζεται συχνά ως δευτερεύον επιχείρημα – περισσότερο ως ηθικό περίβλημα μιας γεωπολιτικής επιλογής παρά ως ο πυρήνας της στρατηγικής.
Και εδώ εντοπίζω μια κρίσιμη διάκριση: άλλο η καταδίκη ενός αυταρχικού καθεστώτος και άλλο η νομιμοποίηση μιας στρατιωτικής επίθεσης. Το διεθνές δίκαιο είναι σαφές· η χρήση βίας επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση αυτοάμυνας ή με έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η «αλλαγή καθεστώτος» για λόγους δημοκρατίας δεν συνιστά αναγνωρισμένη νομική βάση επέμβασης. Και η εμπειρία του Ιράκ και της Λιβύης – συχνά αναφερόμενη στον διεθνή Τύπο ως προειδοποιητικό παράδειγμα – μας υπενθυμίζει ότι η στρατιωτική ανατροπή ενός αυταρχικού καθεστώτος δεν εγγυάται ούτε σταθερότητα ούτε δημοκρατική μετάβαση.
Με ανησυχεί ιδιαίτερα και η ευρύτερη εικόνα που περιγράφουν διεθνείς αναλύσεις: μια ενδεχόμενη γενικευμένη σύγκρουση ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν θα μπορούσε να πλήξει την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια, να διαταράξει αγορές και εμπόριο και να οδηγήσει σε αποσταθεροποίηση ολόκληρης της Μέσης Ανατολής. Ο ισχυρισμός ότι μια επέμβαση υπηρετεί έναν ηθικά θεμιτό σκοπό -την προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή την αποκατάσταση της δημοκρατίας- δεν αναιρεί τις πραγματικές συνέπειες: απώλειες αμάχων, στρατιωτική κλιμάκωση, οικονομικούς κραδασμούς και, ίσως το πιο ειρωνικό, συσπείρωση του πληθυσμού γύρω από το καθεστώς που δέχεται επίθεση.
Υπάρχει και μια βαθύτερη αντίφαση που δεν μπορώ να αγνοήσω. Η δημοκρατία θεμελιώνεται στη λαϊκή κυριαρχία. Δεν μπορεί να επιβληθεί εξωτερικά χωρίς τη βούληση και τη συμμετοχή της ίδιας της κοινωνίας. Τα διεθνή μέσα έχουν καταγράψει ότι στο Ιράν υπάρχει εσωτερική αντιπολίτευση, νέες γενιές που διεκδικούν δικαιώματα, κοινωνικά κινήματα που αμφισβητούν το θεοκρατικό πλαίσιο. Μια στρατιωτική επίθεση από ξένες δυνάμεις, όμως, κινδυνεύει να ενισχύσει τα πιο σκληροπυρηνικά στοιχεία του καθεστώτος, μετατρέποντας τη σύγκρουση σε υπόθεση «εθνικής επιβίωσης».
Δεν πιστεύω ότι η διεθνής κοινότητα πρέπει να αδιαφορεί για την καταπίεση στο Ιράν. Κυρώσεις, διπλωματική πίεση, πολυμερείς διαπραγματεύσεις και στήριξη της κοινωνίας των πολιτών είναι εργαλεία που δεν πρέπει να εγκαταλείπονται. Η στρατιωτική βία, όμως, όπως έχει δείξει η πρόσφατη ιστορία, το πιθανότερο είναι να ανοίξει έναν κύκλο αντιποίνων και γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Η δημοκρατία δεν επιβάλλεται με πυραύλους. Αν η επίκλησή της χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει στρατιωτικές ενέργειες χωρίς σαφή διεθνή εντολή και με σοβαρές ανθρωπιστικές επιπτώσεις, τότε χάνει το ηθικό της κύρος και μετατρέπεται σε εργαλείο ισχύος. Τελικά, το ερώτημα για μένα δεν είναι μόνο αν ένα καθεστώς είναι αυταρχικό, αλλά και αν τα μέσα που επιλέγουν οι δημοκρατίες είναι συνεπή με τις ίδιες τις αρχές που διακηρύσσουν ότι υπερασπίζονται.
–











