Βέροια Γράμματα & Τέχνες Θέατρο

ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας – “Λευκές νύχτες”: Όταν το θέατρο αγγίζει την ποίηση / Μια ιδιαίτερη παράσταση

Πρεμιέρα χθες το βράδυ για τις “Λευκές νύχτες” του Ντοστογιέφσκι, που ανέβασε η Κεντρική Σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας για τη νέα χρονιά.

Ήδη ο τίτλος της νουβέλας του μεγάλου Ρώσου λογοτέχνη αποπνέει μια ατμόσφαιρα που προδιαθέτει τον θεατή για κάτι ιδιαίτερο. Φαντάζεται το τοπίο της απέραντης Ρωσίας, τα χιόνια της και αφού πρωταγωνιστούν μόνο ένας άντρας και μια γυναίκα, φαντάζεται μια ρομαντική ερωτική ιστορία.

Δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι κάπως αλλιώς.

Οι “Λευκές νύχτες” ανήκουν στα πρώιμα έργα του Ντοστογιέφσκι, αλλά και εδώ ο συγγραφέας τους ανατέμνει την ανθρώπινη ψυχή, όπως θα κάνει αριστουργηματικά στα επόμενα εμβληματικά του έργα, όχι βέβαια με το καθηλωτικό νυστέρι της  μετέπειτα γραφής του, αλλά η ανθρώπινη ψυχή τον ενδιαφέρει πάντα.

Στην Αγία Πετρούπολη του 1847 ένας ονειροπόλος νέος, μοναχικός, είναι ανίκανος να ζήσει την πραγματική ζωή, δεν βρίσκει αυτό  που ονειρεύεται, ιδιαίτερα στο πεδίο του έρωτα και η μοναξιά του είναι ο μόνος οικείος χώρος στον οποίο κινείται, ώσπου συναντά την Νατάσα, Νάστιγκα στην νουβέλα.

Εκείνη βγαίνει  μέσα από ένα σύννεφο ονείρου που αναλύεται σε ηλιαχτίδες, γεμίζοντας τη σκοτεινή ζωή του με φως. Πώς θα πορευτούν οι δύο νέοι; Τι κουβαλά ο καθένας; Πώς θα αδειάσουν την ψυχή τους και θα συμπορευτούν έστω για λίγο, για κάποιες λευκές νύχτες, όπου δεν σκοτεινιάζει απόλυτα στον μακρινό Βορρά;

Μπορεί η υπόθεση του έργου, ένα ρομαντικό ειδύλλιο του 19ου αιώνα, να θεωρείται παρωχημένη σε μια εποχή όπως η δική μας, όπου όλα τρέχουν και που οι μηχανές έχουν μπει αναπόδραστα στη ζωή μας, η ποίηση, όμως, το να κοιτάζουμε τον άνθρωπο μέσα από τη δική της ευαισθησία, είναι μόνιμη ανάγκη μας. Έτσι, πριν βιαστεί κανείς να απορρίψει την επιλογή του έργου, θα δει την ποίηση να αναδύεται μέσα από τη μεταφορά του στο θέατρο.

Στη διασκευή του έργου, που έγινε από τον Γιωργή Τσαμπουράκη, την Κατερίνα Χάλκου και την Καλλιόπη Σίμου, κρατήθηκε ο πυρήνας του έργου και τοποθετήθηκε στον μη – χρόνο και στον μη – τόπο, ( όπως δηλώνει ο σκηνοθέτης του), αγκαλιάζοντας όλους τους τόπους και τις εποχές, όπου πλανιέται η ανθρώπινη ψυχή.

Μ’ αυτό το κείμενο ο Γιωργής Τσαμπουράκης κινήθηκε σκηνοθετικά, μετατρέποντας τη θεατρική σκηνή σε σελίδες ποίησης. Η σκηνοθετική γραμμή του, εμπνευσμένη, απέδωσε τον ψυχισμό των δύο ηρώων του με λεπτομέρεια που την έχτισε βήμα το βήμα με περισσή τέχνη και ευαισθησία. Γιατί μην ξεχνάμε, όταν λείπει η εξωτερική δράση, η αποτύπωση της εσωτερικής είναι ακόμη πιο δύσκολη.

Ερμηνεύοντας ο ίδιος τον ρόλο του ονειροπόλου διστακτικού νέου, του βυθισμένου στη μοναξιά του και στο σκοτάδι της, που έρχεται η ηλιαχτίδα του έρωτα να την φωτίσει φευγαλέα έστω, απέδωσε όλη την γκάμα του ρόλου με την υπέροχη φωνή του και τη βαθιά διείσδυση στον ρόλο του εντυπωσιακά.

 

Δίπλα του η Καλλιόπη Σίμου, η Διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας, για δεύτερη φορά επί σκηνής, μετά την εξαιρετική παράσταση “Διδυμάνες”, όπου την πρωτοείδαμε να πλάθει ρόλο, ήταν μια έκπληξη, που αιχμαλώτισε τις αισθήσεις.

Από την πρώτη σκηνή, όπου αναδύεται μέσα από ένα πλέγμα ηλιαχτίδων μέχρι την τελευταία, όπου χάνεται  η φιγούρα της, εκπέμπει πλήθος συναισθημάτων με τη φωνή της,  την κίνηση, τον λόγο ή τη σιωπή.

Άλλοτε στο πιάνο παίζοντας, άλλοτε πεσμένη στο πάτωμα να στροβιλίζεται σε μια δίνη απελπισίας, άλλοτε παιδούλα και άλλοτε γυναίκα, έπλασε έναν ρόλο πολυπρισματικό.

Εδώ θα πρέπει να τονιστεί πως και η επιμέλεια της κίνησης σε όλη την παράσταση ήταν δική της και ήταν καταπληκτική

Το σκηνικό του Δημήτρη Γεωργόπουλου, απόλυτα απλό και όμως εξαιρετικά λειτουργικό μέσα από την απλότητά του, εξέπεμπε τους απαραίτητους συμβολισμούς, πότε με τις κρυσταλλίζουσες ηλιαχτίδες του, πότε με τα κατάλευκα χαρτιά τα ριγμένα στο πάτωμα σαν νιφάδες χιονιού, πότε με το παγκάκι της μοναξιάς.

Όσο για την ενδυματολογική του προσέγγιση, το δικό της λευκό, που παρέπεμπε μάλιστα σε ό,τι πιο ρομαντικό με τη γραμμή του, σε αντίθεση με το δικό του μαύρο, γοήτευε.

Και έρχεται η μουσική  του Άλεξ Ιωσηφίδη να παίξει τον ρόλο του τρίτου πρωταγωνιστή. Το πιάνο αναλύει τα συναισθήματα, προδιαθέτει, τονίζει, σμίγει και χωρίζει, με τον χτύπο μια αόρατης καρδιάς στο πίσω μέρος του ήχου να προδιαθέτει θετικά ή αρνητικά. Χωρίς αυτήν τη μουσική  η παράσταση δεν θα ήταν η ίδια.

Για όσους δεν αρκούνται στις φωνασκίες πολλών παραστάσεων που κατακλύζουν τις σημερινές σκηνές, οι “Λευκές νύχτες” είναι κάτι διαφορετικό.

Φωτογραφίες: Τάσος Θώμογλου – faretra .info

…………

…………..

Ταυτότητα Παράστασης

Κείμενο: Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

Μετάφραση: Σοφία Ακριδέλη

Διασκευή: Γιωργής Τσαμπουράκης, Κατερίνα Χάλκου, Καλλιόπη Σίμου

Σκηνοθεσία: Γιωργής Τσαμπουράκης

Μουσική: Άλεξ Ιωσηφίδης

Σκηνικά / Κοστούμια: Δημήτρης Γεωργόπουλος

Επιμέλεια κίνησης: Καλλιόπη Σίμου

Ηχοληψία: Αλέξανδρος Καροτσέρης

Creative / Art / Φωτογραφίες: Τάσος Θώμογλου

Βίντεο / Μοντάζ: Γιάννης Γαλιάτσος

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαίρη Αηδονίδου

Β΄ βοηθός σκηνοθέτη/ βοηθός σκηνογράφου: Ανατολή Καρυπίδου (στα πλαίσια πρακτικής άσκησης)

Ερμηνεύουν: Γιωργής Τσαμπουράκης, Καλλιόπη Σίμου

Φιλική συμμετοχή: Κωνσταντίνος Ζήνδρος (στη φωνή του άντρα)

………………

……………..

banner-article

Ροη ειδήσεων