Και ας τελειώσει επιτέλους το παραμύθι ότι «έτσι είναι ο αθλητισμός». Όχι. Έτσι τον κάναμε. Και αν δεν τολμήσουμε να τον αλλάξουμε, θα συνεχίσουμε να θρηνούμε. Όχι επειδή «δεν γίνεται αλλιώς», αλλά επειδή επιλέξαμε τη βολή της ανοχής
–
Ο οπαδικός φανατισμός (οπαδισμός) δεν είναι απλώς ένα αθώο αθλητικό πάθος. Είναι προκάλυψη για παρανομίες. Είναι πρόσχημα για βιαιότητες. Είναι προπέτασμα για εξυπηρέτηση συμφερόντων πάσης φύσεως. Μα, προπάντων, είναι κοινωνική παθογένεια με θεσμικούς προστάτες και υποκινητές.
Οπαδοί ξυλοκοπούνται αγρίως, μένουν ανάπηροι, δολοφονούνται μέσα και έξω απ΄ τα γήπεδα, σκοτώνονται στον δρόμο σε οπαδικές οδομαχίες ή μέσα σε βανάκια! Οι οικογένειες πενθούν. Και κάθε φορά που πενθούν επαναλαμβάνεται το ίδιο μοτίβο: λίγα λόγια συμπόνιας, μερικές κενές ευχολογίες όπως «να μην ξανασυμβεί», και μετά σιωπή. Όμως αν δεν τολμήσουμε να δούμε κατάματα κάποιες αλήθειες που πονάνε, θα συνεχίσουμε να μετράμε νεκρούς. Και μία από αυτές τις αλήθειες είναι ότι το οπαδικό φαινόμενο στη χώρα έχει πάψει εδώ και δεκαετίες να είναι μόνο ή κυρίως έκφραση αγάπης για τον αθλητισμό. Από την αρχή του επαγγελματικού αθλητισμού και ιδίως από την δεκαετία του 90’ και εντεύθεν οπότε και εμπορευματοποιήθηκε πλήρως, έχει μετατραπεί σε νοσηρό πεδίο εκτόνωσης, βίας και χειραγώγησης, με την ανοχή και τη συνενοχή των θεσμικών φορέων. Ο αθλητισμός, στην ουσία του, είναι παιχνίδι, άμιλλα, χαρά, κοινή συμμετοχική εμπειρία ήτοι μέθεξη. Ο οπαδισμός, όπως έχει εξελιχθεί, δεν είναι όψη του αθλητισμού αλλά διαστροφή του. Ο φίλαθλος πηγαίνει στο γήπεδο για να παρακολουθήσει έναν αγώνα. Ο φανατικός οπαδός πηγαίνει για να επιβεβαιώσει μια ταυτότητα, να διοχετεύσει ή να εκτονώσει τον θυμό του, να κατασκευάσει και να στοχοποιήσει εχθρούς. Ο οπαδός επιδιώκει να ανήκει κάπου. Να αισθάνεται σημαντικός ξεσπώντας, μισώντας και βανδαλίζοντας. Το αποτέλεσμα δεν είναι κοινότητα αλλά αγέλη. Όταν η προσωπική ζωή είναι κενή νοήματος, η ταυτότητα δανείζεται χρώματα, σύμβολα και συνθήματα. Το γήπεδο γίνεται υποκατάστατο ζωής και ο αντίπαλος απογυμνώνεται από την ανθρώπινη ιδιότητά του. Δεν είναι άνθρωπος· είναι εχθρός που πρέπει να «εξοντωθεί».
Όταν ο άνθρωπος δεν έχει σταθερές νοήματος στη ζωή του –παιδεία, εργασία με αξιοπρέπεια, κοινωνική αναγνώριση, συμμετοχή– αναζητά υποκατάστατα. Ο οπαδισμός προσφέρει κάτι εξαιρετικά δελεαστικό: έτοιμη ταυτότητα, απλό διαχωρισμό κόσμου σε «εμάς» και «τους άλλους», και κυρίως νομιμοποίηση της επιθετικότητας. Εκεί όπου η κοινωνία απαιτεί αυτοέλεγχο, το πέταλο επιτρέπει κραυγή, ύβρη, βία. Αυτό δεν είναι εκτόνωση· είναι εκπαίδευση στη βαρβαρότητα.
Οι οργανωμένοι σύνδεσμοι, σε πολλές περιπτώσεις, λειτουργούν ως χώροι κοινωνικής αποσύνθεσης. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες παρεκτροπές αλλά για (υπο)κουλτούρα: περιφρόνηση της γνώσης, χλευασμός της σκέψης, απόρριψη κάθε επιχειρηματολογίας, άρνηση της (κοινής) λογικής. Όποιος τολμήσει να μιλήσει για τον αντίπαλο με στοιχειώδη σεβασμό και αντικειμενικότητα γίνεται στόχος. Ο διάλογος αντικαθίσταται από κραυγές, η κριτική από απειλές. Είναι το απόλυτο αντίθετο του αθλητικού πνεύματος. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτό το περιβάλλον η χρήση ουσιών, το αλκοόλ και η βία όχι απλώς είναι ανεκτή, αλλά συχνά εξιδανικεύεται και ενθαρρύνεται ή σχεδόν επιβάλλεται ως προϋπόθεση του ανήκειν σε αυτό. Η αυτοκαταστροφή βαφτίζεται «μαγκιά». Ο τραμπουκισμός βαφτίζεται «αφοσίωση». Πρόκειται για αντιστροφή αξιών που μόνο σε ένα νοσηρό πλαίσιο μπορεί να ευδοκιμήσει. Οι οπαδικοί σύνδεσμοι δε λειτουργούν ως κοινότητες φιλάθλων αλλά ως γκέτο παραβατικότητας. Ως τεκέδες. Χώροι όπου ο διάλογος είναι ανύπαρκτος, η διαφορετική άποψη αντιμετωπίζεται ως προδοσία και η βία εξιδανικεύεται ως «μαγκιά». Ναρκωτικά, αλκοόλ, τραμπουκισμός, αγελοποίηση. Όχι αθλητισμός. Όχι πολιτισμός. Μια ωμή εκτόνωση συσσωρευμένης ματαίωσης.
Και εδώ τελειώνει το άλλοθι της «μειοψηφίας». Διότι όταν η μειοψηφία αυτή κυριαρχεί στο κλίμα, εκφοβίζει, επιβάλλεται και παραμένει ατιμώρητη, τότε δεν μιλάμε πια για παρεκτροπή αλλά για κανονικότητα. Οι υγιείς φίλαθλοι απομακρύνονται. Οι οικογένειες δεν πατούν το πόδι τους στα γήπεδα. Και ο χώρος καθαρίζει όχι από τη βία, αλλά από τη λογική. Οι υγιείς κοινωνικές ομάδες αποσύρονται από απέχθεια και αγανάκτηση και λυμαίνονται τα γήπεδα οι οπαδοί.
Η οικογένεια αποτελεί την πρώτη γραμμή απέναντι στον φανατισμό. Η κοινωνικοποίηση των παιδιών ξεκινά στο σπίτι. Οι οικογένειες είναι το πρώτο σχολείο αξιών, η πρώτη αναφορά για σεβασμό, διάλογο, αυτοέλεγχο και κοινωνική ευθύνη. Κι όμως, συχνά παρατηρούμε ότι αυτό το πρώτο πεδίο αδυνατεί να σταθεί απέναντι στον οπαδικό φανατισμό. Πολλά παιδιά μαθαίνουν από μικρά ότι η «αγάπη για την ομάδα» δικαιολογεί τα πάντα: τη βία, την περιφρόνηση του άλλου, τις ύβρεις, ακόμη και τη χρήση ουσιών. Όταν οι γονείς είτε αγνοούν αυτά τα φαινόμενα είτε τα καλύπτουν με το πρόσχημα της «καψούρας για την ομάδα», τα παιδιά εσωτερικεύουν το μήνυμα ότι η βία είναι αποδεκτός τρόπος έκφρασης και ότι η τυφλή ταύτιση υπερισχύει της λογικής. Η ανοχή στο σπίτι, ακόμη κι όταν γίνεται «από αγάπη», μετατρέπεται σε νομιμοποίηση της παραβατικής (υπο)κουλτούρας. Παιδιά που βλέπουν γονείς να εκθειάζουν ή να δικαιολογούν τον φανατισμό ή τις κακές συμπεριφορές των οπαδών μαθαίνουν να θεωρούν τη βία και το μίσος για τον αντίπαλο φυσικό και αποδεκτό μέσο κοινωνικής συμμετοχής. Έτσι, η επόμενη γενιά αναπαράγει το ίδιο πρόβλημα, θεωρώντας ότι η τυφλή αφοσίωση και η επιθετικότητα είναι «μάγκικα» χαρακτηριστικά. Οι οικογένειες έχουν επίσης ευθύνη για την κρίση της παιδείας αλλά και την παιδεία της κρίσης. Το να διδάσκουν τα παιδιά τους να βλέπουν την ομάδα με πάθος δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα αφήσουν ανυπεράσπιστα απέναντι στη βία ή στη συλλογική πίεση. Πρέπει να ενισχύσουν την ικανότητα (διά)κρίσης: να αναγνωρίζουν τη διαφορά μεταξύ αγάπης για το άθλημα και μίσους για τον αντίπαλο, μεταξύ πάθους και καταστροφής. Η παρέμβαση της οικογένειας είναι καθοριστική και για τις ψυχολογικές αιτίες του φαινομένου. Πολλά παιδιά που γίνονται φανατικοί οπαδοί αναζητούν ταυτότητα, αποδοχή, ένταξη ή διέξοδο για θυμό και άγχος. Όταν η οικογένεια αδυνατεί να προσφέρει αυτά τα στοιχεία, τα παιδιά αναζητούν υποκατάστατα σε συνδέσμους, στα πέταλα και στην αγέλη. Η συνειδητή παρουσία, η καθοδήγηση και η θέσπιση ορίων είναι η μόνη ασπίδα απέναντι σε αυτή τη νοσηρότητα. Συνοψίζοντας, η ευθύνη των οικογενειών δεν είναι δευτερεύουσα ούτε συμβολική. Είναι πρωταρχική. Χωρίς συνειδητούς γονείς που διδάσκουν αξίες, σεβασμό και διάκριση, όλα τα άλλα μέτρα –νόμοι, κυρώσεις, ΜΜΕ, ιδιοκτήτες– έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Η αλλαγή του οπαδικού φαινομένου ξεκινά από το σπίτι.
Η κοινωνικοποίηση των νέων δεν γίνεται μόνο στο σπίτι ή στο γήπεδο. Τα σχολεία είναι, παράλληλα με το σπίτι, η πρώτη γραμμή παιδείας και ηθικής αγωγής. Εκεί τα παιδιά μαθαίνουν όχι μόνο μαθηματικά και γλώσσα, αλλά και σεβασμό, συλλογικότητα, διάλογο και κριτική σκέψη. Όταν τα σχολεία και οι εκπαιδευτικοί αποτυγχάνουν σε αυτή την αποστολή, αφήνουν κενά που οι σύνδεσμοι και η νοσηρή οπαδική κουλτούρα έρχονται να καλύψουν με τον χειρότερο τρόπο. Συχνά παρατηρείται ότι οι εκπαιδευτικοί αγνοούν ή υποβαθμίζουν τα πρώτα σημάδια οπαδικού φανατισμού. Συνθήματα, καβγάδες, υβριστική συμπεριφορά ή ακόμα και συζητήσεις για επεισόδια βίας στα γήπεδα αντιμετωπίζονται ως «παιδικά παιχνίδια» ή «ενδιαφέρον για το άθλημα». Αυτή η αδιαφορία στέλνει στα παιδιά ένα σαφές μήνυμα: η βία και ο φανατισμός δεν έχουν συνέπειες και μπορούν να γίνουν αποδεκτά κοινωνικά πρότυπα. Τα σχολεία έχουν επίσης ευθύνη για την παιδεία του αθλητισμού. Δεν αρκεί να διδάσκουν κανόνες ή τεχνικές. Πρέπει να διδάσκουν τι σημαίνει να είσαι φίλαθλος: σεβασμός στον αντίπαλο, αυτοσυγκράτηση, αθλητικό πνεύμα, ευγενής άμιλλα, συλλογική ευθύνη. Όταν αυτή η διάσταση λείπει, η ταύτιση με την ομάδα μετατρέπεται σε τυφλό φανατισμό. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ενίσχυση της κριτικής σκέψης και της συναισθηματικής νοημοσύνης. Τα παιδιά πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζουν την πίεση της αγέλης, να διακρίνουν τις παραβατικές συμπεριφορές και να αναπτύσσουν αντοχή απέναντι στον κοινωνικό εκφοβισμό. Χωρίς αυτά, η σχολική κοινότητα γίνεται πεδίο αναπαραγωγής στερεοτύπων και βίας, όχι ασφαλούς ανάπτυξης. Τέλος, η ευθύνη των σχολείων δεν περιορίζεται στην ατομική παρέμβαση. Απαιτείται συστηματική πολιτική πρόληψης: προγράμματα αξιών και ηθικής αγωγής, συνεργασία με γονείς και τοπικές αρχές, σαφείς κανόνες για περιστατικά βίας και φανατισμού και κυρώσεις που διδάσκουν την ευθύνη. Η παιδεία δεν είναι μόνο γνώση· είναι και αντίδοτο στον κοινωνικό ιό του φανατισμού. Συνολικά, η εκπαίδευση έχει τη δύναμη να σπάσει τον κύκλο του νοσηρού οπαδισμού. Αν οι εκπαιδευτικοί και τα σχολεία αδιαφορήσουν ή προσπεράσουν τα πρώτα σημάδια, η κοινωνία πληρώνει το τίμημα σε γήπεδα, δρόμους και τραγικά γεγονότα.
Η ευθύνη των διοικήσεων των ομάδων είναι τεράστια. Ο φανατισμός δεν είναι ατύχημα· είναι εργαλείο. Ο οργανωμένος οπαδός είναι πελάτης, ασπίδα, μοχλός πίεσης. Όσο πιο φανατισμένος, τόσο πιο ελέγξιμος. Όσο πιο επιθετικός, τόσο πιο χρήσιμος. Γι’ αυτό και επί δεκαετίες οι διοικήσεις χαϊδεύουν, ανέχονται, υποδαυλίζουν. Γιατί το μίσος πουλάει. Και η ευθύνη μετακυλίεται πάντα «στους ανεγκέφαλους», ποτέ στο σύστημα που τους εξέθρεψε. Οι διοικήσεις των ομάδων γνωρίζουν πολύ καλά τι συμβαίνει. Ο φανατισμένος οπαδός είναι εύχρηστος: γεμίζει γήπεδα, αγοράζει προϊόντα, αυξάνει τις εισπράξεις, πιέζει διαιτητές και πολιτικούς, τρομοκρατεί αντιπάλους, λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στην κριτική, δίνει ισχύ στην ομάδα στον χώρο της πολιτικής και των ΜΜΕ. Όσο πιο τυφλός, τόσο πιο πιστός. Γι’ αυτό και η «ανοχή» δεν είναι αδυναμία· είναι στρατηγική. Το μίσος, άλλωστε, είναι από τα πιο κερδοφόρα προϊόντα. Οι ιδιοκτήτες των ομάδων δεν είναι ουδέτεροι θεατές της οπαδικής (υπο)κουλτούρας. Είναι εν πολλοίς διαμορφωτές. Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι ιδιοκτήτες επιλέγουν την εκμετάλλευση του φανατισμού αντί της παιδαγωγικής παρέμβασης. Όταν τα επεισόδια βίας γίνονται εργαλείο εντυπωσιασμού, όταν οι κακοί παίχτες και οι φανατικοί οπαδοί συγκαλύπτονται για να μη χάσουν έσοδα ή επιρροή, τότε η ομάδα παύει να είναι αθλητικός οργανισμός και γίνεται μηχανισμός χειραγώγησης και κέρδους. Πολλές φορές η στρατηγική αυτή είναι εμφανής: οι ιδιοκτήτες σιωπούν, δεν επιβάλλουν κανόνες, ή –ακόμη χειρότερα– επιβραβεύουν έμμεσα τη βία, την ένταση και τον φανατισμό, διότι αυτό αυξάνει το «brand value» της ομάδας. Οι οικονομικές απώλειες που θα υπήρχαν από αυστηρές κυρώσεις θεωρούνται μεγαλύτερες από το κόστος της ηθικής κατάπτωσης. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι ομάδες αναπαράγουν το πρόβλημα αντί να το λύνουν. Η ευθύνη των ιδιοκτητών δεν περιορίζεται μόνο στον έλεγχο των οπαδών. Περιλαμβάνει την πολιτική του χώρου, τις δηλώσεις τους στα ΜΜΕ, την επιλογή παικτών και προπονητών που προάγουν αξίες ή –αντίθετα– ενισχύουν την κουλτούρα της σύγκρουσης. Κάθε παράλειψη, κάθε ανοχή, κάθε μικρό ψέμμα ότι «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα» είναι συνειδητή επιλογή που συμβάλλει στη νοσηρότητα του φαινομένου. Όσο οι ιδιοκτήτες επιλέγουν να βλέπουν τον οπαδισμό ως επένδυση και όχι ως κοινωνική ευθύνη, η βία θα αναπαράγεται. Κάθε νέο τραγικό περιστατικό, κάθε επεισόδιο στα γήπεδα, κάθε νεκρός ή τραυματίας είναι αποτέλεσμα της στρατηγικής επιλογής της ομάδας να θέσει το κέρδος πάνω από την ηθική. Η αλλαγή απαιτεί ριζική στροφή στη φιλοσοφία διακυβέρνησης. Οι ιδιοκτήτες πρέπει να καταλάβουν ότι η βιωσιμότητα μιας ομάδας δεν μετριέται μόνο σε εισιτήρια και merchandising, αλλά και στην ποιότητα των φιλάθλων που αναπαράγει, στην ασφάλεια των χώρων και στην ηθική της επιρροή. Χωρίς αυτό, κάθε μέτρο αντιμετώπισης της βίας και του φανατισμού θα παραμένει ημίμετρο. Η ηθική ευθύνη των ιδιοκτητών είναι ξεκάθαρη: να καθαρίσουν την ομάδα τους από τη νοσηρή (υπο)κουλτούρα του χουλιγκανισμού και να θέσουν κανόνες, να τιμωρούν τους παραβάτες, να προάγουν την παιδεία, τον διάλογο, τη χαρά του παιχνιδιού και τα ιδεώδη του αθλητικού πνεύματος. Όποιος δεν το κάνει, συναινεί στην αναπαραγωγή της βίας και του μίσους, με όλα τα τραγικά αποτελέσματα που βιώνουμε.
Αλλά το πρόβλημα δεν σταματά στον αθλητισμό. Ο οπαδισμός έχει διαχυθεί στην πολιτική. Όταν πολιτικοί μιλούν δημόσια με οπαδικούς όρους, όταν συμπεριφέρονται σαν οργανωμένοι οπαδοί που υπερασπίζονται «τη φανέλα τους», τότε η δημοκρατία φτωχαίνει. Η πολιτική μετατρέπεται σε ντέρμπι και ο αντίπαλος σε εχθρό. Αυτό δεν είναι απλώς λαϊκισμός· είναι ηθική κατάπτωση. Και φυσικά ανταμείβεται με ψήφους. Όταν πολιτικοί μιλούν δημόσια ως φανατικοί οπαδοί, όταν χλευάζουν αντιπάλους με οπαδικούς όρους, όταν ΄΄κλείνουν το μάτι΄΄ στους συνδέσμους, τότε ο φανατισμός νομιμοποιείται ηθικά. Στην πραγματικότητα είναι ωμή ψηφοθηρία. Τα ψηφαλάκια προηγούνται της κοινωνικής ευθύνης. Και όσοι είναι εναντίον του οπαδισμού κάνουν πίσω μπρος στο πολιτικό κόστος. Ο οπαδικός φανατισμός δεν θα είχε τη σημερινή του ένταση αν δεν είχε βρει πολιτική νομιμοποίηση. Οι πολιτικοί δεν είναι απλοί παρατηρητές του φαινομένου· σε πολλές περιπτώσεις λειτουργούν ως ενισχυτές του. Όχι από άγνοια, αλλά από συμφέρον. Όταν πολιτικοί μιλούν δημόσια ως φανατικοί οπαδοί, όταν υιοθετούν τη γλώσσα της εξέδρας, όταν χλευάζουν αντιπάλους με οπαδικούς όρους και υπονοούμενα, τότε στέλνουν ένα σαφές μήνυμα: ο φανατισμός δεν είναι πρόβλημα· είναι αποδεκτός τρόπος δημόσιου λόγου. Η πολιτική μετατρέπεται σε ντέρμπι και ο αντίπαλος σε εχθρό που πρέπει να ηττηθεί, όχι σε συνομιλητή που πρέπει να αντικρουστεί με επιχειρήματα. Αυτή η μετάλλαξη δεν είναι αθώα. Ο οπαδισμός προσφέρει στους πολιτικούς κάτι πολύτιμο: εύκολη συσπείρωση χωρίς σκέψη και φιλτράρισμα. Όπως στο γήπεδο, έτσι και στην πολιτική εκδοχή του φαινομένου, δεν χρειάζεται πρόγραμμα, επιχειρηματολογία ή λογοδοσία. Αρκεί η ταύτιση: «είσαι με εμάς ή με τους άλλους». Πρόκειται για την πιο φτηνή, αλλά και πιο επικίνδυνη, μορφή πολιτικής κινητοποίησης. Δεν είναι τυχαίο ότι σε κρίσιμες στιγμές οι πολιτικοί αποφεύγουν τη σύγκρουση με τους οργανωμένους οπαδούς. Φοβούνται το πολιτικό κόστος. Φοβούνται τη στοχοποίηση, τις αντιδράσεις, τη δυσαρέσκεια μιας μάζας που μπορεί να μετατραπεί σε εκλογική απειλή. Έτσι επιλέγουν τη σιωπή, τις μισές κουβέντες, τις γενικόλογες καταδίκες «της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται». Στην πράξη, όμως, αυτή η στάση λειτουργεί ως ΄΄πράσινο φως΄΄ για τη συνέχιση της ίδιας κατάστασης. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η άμεση ή έμμεση σχέση πολιτικών γραφείων με οπαδικούς μηχανισμούς. Όταν σύνδεσμοι μετατρέπονται σε δεξαμενές ψήφων, όταν γνωριμίες και εξυπηρετήσεις γίνονται ανεκτές στο όνομα της πολιτικής ισορροπίας, τότε ο φανατισμός παύει να είναι κοινωνικό φαινόμενο και γίνεται εργαλείο εξουσίας. Και όπως κάθε εργαλείο εξουσίας που βασίζεται στο φανατικό πάθος, αργά ή γρήγορα στρέφεται εναντίον της ίδιας της κοινωνίας. Το πιο επικίνδυνο στοιχείο είναι ότι αυτή η λογική εκπαιδεύει τους πολίτες στη δημοκρατική ανωριμότητα. Αντί για πολίτες που σκέφτονται, παράγει οπαδούς που χειροκροτούν. Αντί για δημόσιο διάλογο, παράγει κραυγές. Και όταν η πολιτική συνηθίζει στη λογική της εξέδρας, η βία παύει να είναι αδιανόητη· γίνεται αναμενόμενη. Οι πολιτικοί δεν μπορούν να συνεχίσουν να εμφανίζονται ως «αγανακτισμένοι θεατές» κάθε φορά που συμβαίνει μια τραγωδία. Έχουν ευθύνη όχι μόνο για όσα λένε, αλλά και για όσα δεν τολμούν να πουν. Η καταπολέμηση του οπαδικού φανατισμού απαιτεί πολιτικό κόστος. Και ακριβώς αυτό το κόστος είναι που μέχρι σήμερα κανείς δεν θέλει να αναλάβει. Αν η πολιτική θέλει να σταθεί στο ύψος της αποστολής της, οφείλει να αποσυνδεθεί ριζικά από τον οπαδισμό. Να μιλήσει με γλώσσα ευθύνης, όχι συσπείρωσης. Να συγκρουστεί με μηχανισμούς, όχι να τους χαϊδεύει. Διαφορετικά, κάθε καταδίκη της βίας θα ακούγεται κούφια και υποκριτική. Διότι όταν η εξουσία φλερτάρει με τον φανατισμό, δεν εκπλήσσεται από τις συνέπειες. Τις έχει ήδη αποδεχτεί.
Η Εκκλησία, ως θεσμός με τεράστια κοινωνική επιρροή, δεν μπορεί να μένει εκτός της συζήτησης για τον οπαδικό φανατισμό. Όχι επειδή γεννά τον φανατισμό, αλλά επειδή σε κρίσιμες περιπτώσεις τον ανέχεται, τον συγκαλύπτει ή τον νομιμοποιεί σιωπηρά. Και αυτή η σιωπή δεν είναι ουδέτερη. Το πρόβλημα δεν είναι η πίστη ούτε η προσωπική αγάπη κάποιων κληρικών για μια ομάδα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο λειτουργός της Εκκλησίας μετατρέπεται από φορέα συμφιλίωσης σε παράγοντα ταύτισης και διχασμού. Όταν μιλά με όρους «εμείς» και «οι άλλοι», όταν γελά ή συγκατανεύει μπροστά σε συνθήματα μίσους, όταν εμφανίζεται δημόσια ως φανατικός οπαδός, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: ο φανατισμός είναι αποδεκτός, ίσως και θεμιτός. Η Εκκλησία δεν είναι απλώς ένας ακόμα κοινωνικός χώρος. Είναι, ή θα έπρεπε να είναι, χώρος ηθικής αναφοράς. Όταν λοιπόν λειτουργοί της συμμετέχουν –ενεργά ή παθητικά– σε μια κουλτούρα μίσους, η ηθική ζημιά είναι πολλαπλάσια. Διότι ο φανατισμός δεν παρουσιάζεται απλώς ως «πάθος», αλλά ως στοιχείο ταυτότητας που μπορεί να συνυπάρχει με τον λόγο της αγάπης. Πρόκειται για μια επικίνδυνη αντίφαση. Ακόμη πιο προβληματική είναι η απουσία καθαρής θεσμικής στάσης. Σπάνια η Εκκλησία τοποθετείται ξεκάθαρα απέναντι στον οπαδικό φανατισμό ως ηθικά απαράδεκτο φαινόμενο. Συνήθως αρκείται σε γενικόλογες καταδίκες της βίας, αποφεύγοντας να αγγίξει τις κοινωνικές της ρίζες ή τις δικές της εσωτερικές ευθύνες. Έτσι, η καταδίκη μένει αφηρημένη και ακίνδυνη. Η υποκρισία κορυφώνεται όταν ο λόγος της Εκκλησίας εμφανίζεται αυστηρός απέναντι σε ατομικές ηθικές συμπεριφορές, αλλά επιεικής απέναντι στη συλλογική βία. Όταν το πάθος της εξέδρας θεωρείται «ανθρώπινη αδυναμία», ενώ άλλες μορφές συμπεριφοράς αντιμετωπίζονται με ηθικό δογματισμό. Αυτή η επιλεκτική ευαισθησία δεν περνά απαρατήρητη από την κοινωνία και διαβρώνει την αξιοπιστία του ίδιου του θεσμού. Η Εκκλησία έχει, θεωρητικά, όλα τα εργαλεία για να λειτουργήσει αντίρροπα στον φανατισμό: λόγο συμφιλίωσης, παιδεία μέτρου, έμφαση στην ανθρώπινη αξία πέρα από ταυτότητες. Το ερώτημα είναι αν θέλει να τα χρησιμοποιήσει ή αν προτιμά τη βολική ουδετερότητα. Διότι η ουδετερότητα, σε συνθήκες βίας, δεν είναι ποτέ αθώα. Αν η Εκκλησία θέλει πραγματικά να είναι παρούσα στον δημόσιο χώρο με ηθικό κύρος, οφείλει να πάρει καθαρή θέση: να αποδοκιμάσει τον οπαδικό φανατισμό όχι ως «υπερβολή» που συγχωρείται ελαφρά τη καρδία, αλλά ως αντιχριστιανική στάση. Να θέσει όρια στους λειτουργούς της. Να αρνηθεί τη συνενοχή της σιωπής. Διαφορετικά, το μήνυμα που περνά –ακούσια ή συνειδητά– είναι ότι η αγάπη μπορεί να περιμένει, όταν ο φανατισμός εξυπηρετεί τη συσπείρωση. Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο κήρυγμα από όλα. Όταν ο λόγος της αγάπης αντικαθίσταται από τον λόγο του μίσους και της οπαδικής τύφλωσης, τότε δεν μιλάμε για ποιμαντική· μιλάμε για υποκρισία και φαυλότητα. Και όταν το οπαδικό πάθος εξυπηρετεί τη συσπείρωση και το παγκάρι, η σιωπή γίνεται συνενοχή.
Καμία σοβαρή συζήτηση για τον οπαδισμό δεν μπορεί να αγνοήσει τον ρόλο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Διότι ο φανατισμός δεν καλλιεργείται μόνο στις κερκίδες· καλλιεργείται καθημερινά στα πάνελ, στους τίτλους των έντυπων και ηλεκτρονικών φυλλάδων, στις «αθλητικές» τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές και στις ιστοσελίδες που βαφτίζουν τη χυδαιότητα «πάθος» και τη σύγκρουση «θέαμα». Ο τρόπος με τον οποίο τα ελληνικά ΜΜΕ καλύπτουν τον αθλητισμό εδώ και δεκαετίες δεν στοχεύει στην κατανόηση του παιχνιδιού, στην ανάδειξη της ποιότητας ή της αθλητικής κουλτούρας. Στοχεύει στην όξυνση, στη δημιουργία αντιπαλότητας, στην καλλιέργεια μόνιμης έντασης μεταξύ των ομάδων. Οι τίτλοι είναι πολεμικοί, η γλώσσα διχαστική, οι «αναλύσεις» συχνά προσβλητικές. Ο αντίπαλος δεν είναι αθλητικός ανταγωνιστής· είναι πολεμικός εχθρός. Τα τηλεοπτικά πάνελ λειτουργούν πολλές φορές ως υποκατάστατα οπαδικών συνδέσμων και παραρτήματα ομάδων. Δημοσιογράφοι και σχολιαστές μιλούν όχι ως επαγγελματίες αλλά ως φανατικοί υποστηρικτές, ειρωνεύονται, χλευάζουν, υποδαυλίζουν τη βία. Η ένταση ανεβαίνει σκόπιμα, γιατί η ένταση φέρνει τηλεθέαση. Και η τηλεθέαση φέρνει χρήμα. Ο φανατισμός, ξανά, αποδεικνύεται κερδοφόρος. Ιδιαίτερα επικίνδυνη είναι η κανονικοποίηση της βίας μέσω της γλώσσας. Όταν τραμπουκισμοί παρουσιάζονται ως «θερμό κλίμα», όταν επεισόδια βαφτίζονται «παρατράγουδα», όταν δολοφονικές συμπεριφορές εξισώνονται με «οπαδικά πάθη», τότε η βαρβαρότητα εξωραΐζεται. Η ευθύνη διαχέεται, οι λέξεις απονευρώνονται, και το έγκλημα χάνει το ηθικό του βάρος. Τα social media των ΜΜΕ λειτουργούν ως επιταχυντές. Clickbait τίτλοι, βίντεο χωρίς πλαίσιο, αποσπασματικές δηλώσεις που ρίχνονται στο κοινό σαν σπίθες σε ξερόχορτο. Δεν έχει σημασία η αλήθεια, η ακρίβεια ή η κοινωνική συνέπεια· σημασία έχει το engagement. Και το engagement τρέφεται από την οργή. Ακόμη χειρότερα, τα ίδια ΜΜΕ που καλλιεργούν συστηματικά αυτό το κλίμα, εμφανίζονται μετά από κάθε τραγωδία ως ηθικοί κριτές. Ζητούν «αυτοσυγκράτηση», καταδικάζουν «τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται», αποσιωπώντας τον δικό τους ρόλο στη μακροχρόνια διαμόρφωση αυτής της υποκουλτούρας. Πρόκειται για μια μορφή θεσμικής υποκρισίας: ανάβουν τη φωτιά και μετά σοκάρονται από την πυρκαγιά. Τα ΜΜΕ δεν είναι απλοί καθρέφτες της κοινωνίας. Είναι παραγωγοί νοήματος, διαμορφωτές συμπεριφορών, εκπαιδευτές συνειδήσεων. Όταν αποτυγχάνουν σε αυτόν τον ρόλο –ή όταν τον προδίδουν συνειδητά για λόγους κέρδους και εντυπωσιασμού– τότε φέρουν ακέραια ευθύνη για το αποτέλεσμα. Αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για αντιμετώπιση του οπαδικού φανατισμού, τα ΜΜΕ οφείλουν να μπουν στο κάδρο της λογοδοσίας. Όχι με ευχολόγια, αλλά με σαφή όρια: δεοντολογία, κυρώσεις, έλεγχος του δημόσιου λόγου που υποδαυλίζει το μίσος, αποκλεισμός επαγγελματιών που λειτουργούν ως οπαδικοί καθοδηγητές. Η «ελευθερία του λόγου» δεν είναι άδεια και άλλοθι για κοινωνική ανευθυνότητα. Διότι όσο ο φανατισμός πουλάει, θα αναπαράγεται. Και όσο αναπαράγεται από τα ΜΜΕ, δεν θα μένει ποτέ περιορισμένος στην οθόνη. Θα κατεβαίνει στο δρόμο, στο γήπεδο, στο σώμα του άλλου με καταστροφικές συνέπειες.
Τα θύματα αυτού του νοσηρού οικοσυστήματος είναι νέοι άνθρωποι που μαθαίνουν ότι η βία είναι ταυτότητα, οικογένειες που αποκλείονται στην ουσία από τον δημόσιο χώρο, μια κοινωνία που συνηθίζει το αδιανόητο. Και κάθε φορά που συμβαίνει μια τραγωδία, όλοι κάνουν πως πέφτουν από τα σύννεφα. Ας είμαστε ειλικρινείς: δεν υπάρχει έλλειμμα νόμων. Υπάρχει έλλειμμα βούλησης. Η λύση δεν είναι άλλη μία έκκληση για ψυχραιμία, αλλά θεσμική σύγκρουση με το πρόβλημα. Σκληρή και καθολική.
- Ποινική και οικονομική τιμωρία στις διοικήσεις που υποθάλπουν τη βία. Κλείσιμο οπαδικών συνδέσμων που λειτουργούν ως άντρα παρανομίας και προωθούν τη βία και το μίσος. Βαριές οικονομικές κυρώσεις και αποκλεισμοί ομάδων από τους αγώνες, όχι μόνο οπαδών. Δια βίου αποκλεισμός βίαιων οπαδών από αθλητικούς χώρους. Μηδενική ανοχή, όχι στα λόγια αλλά στην πράξη. Τιμωρία πολιτικών, δημοσιογράφων και παραγόντων ομάδων που εκτρέφουν τον φανατισμό στους οπαδούς. Απαγόρευση λειτουργίας οπαδικών μέσων.
Και ας τελειώσει επιτέλους το παραμύθι ότι «έτσι είναι ο αθλητισμός». Όχι. Έτσι τον κάναμε. Και αν δεν τολμήσουμε να τον αλλάξουμε, θα συνεχίσουμε να θρηνούμε. Όχι επειδή «δεν γίνεται αλλιώς», αλλά επειδή επιλέξαμε τη βολή της ανοχής. Ο οπαδισμός δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι κοινωνικό κατασκεύασμα. Και ό,τι κατασκευάστηκε μπορεί και να αποδομηθεί – αρκεί να υπάρχει βούληση. Το να μιλήσεις καθαρά για τον οπαδισμό σήμερα δεν είναι υπερβολή. Είναι πράξη ευθύνης. Και σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι συνενοχή.
—














































































































