Και βάδιζαν αγέρωχοι και χαμογελαστοί στο θάνατο, ξέροντας πως έκαναν το χρέος τους. Με μάτια ανοιχτά τον αντίκριζαν και του έγνεφαν πως δεν τον φοβούνται.
Είναι η γενιά που έβλεπε να ξημερώνει μακριά ένας άλλος κόσμος που σ’ αυτόν πίστεψε και γι’ αυτόν φυλακίστηκε από το Μεταξικό Καθεστώς, που έδινε παλικάρια να πολεμούν στο Αλβανικό Έπος, η γενιά που έδινε μικρά παιδιά στον αγώνα, παιδιά που κατέβαζαν ατρόμητα τη Σβάστικα από την Ακρόπολη, παλικάρια που φλέγονταν από το πάθος της Αντίστασης στο Γοργοπόταμο…

“Ήρωες, άπαρτα βουνά…” λέγανε τα τραγούδια τους.
Και ήρθανε οι φωτογραφίες της εκτέλεσης στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του ’44 να μας ξαναθυμίσουν το πρόσωπό τους, που δεν είχαμε δει ποτέ. Να μας θυμίσουν την κοψιά αυτών των ανθρώπων, που η Ιστορία, γραμμένη από τους νικητές, πολύ θα ήθελε να μην είχαν υπάρξει ποτέ.
Και τους είδαμε… Τους είδαμε με το καθαρό και αγέρωχο βλέμμα τους. Και πέρα από τη συγκίνηση και το ρίγος της αλήθειας τους, ντραπήκαμε για το σήμερα. Ντραπήκαμε για το πώς αφεθήκαμε να μας πλάσουν άλλοι. Και αναρωτηθήκαμε ποιοι είμαστε σήμερα στην πρώτη 25ετία του 21ου αιώνα. Τα παιδιά τους, όσα ζουν, και τα εγγόνια τους… Εμείς.

Τι κόσμο ονειρεύτηκαν αυτοί για εμάς και σε τι κόσμο ζούμε…
Κι αν ευνουχίστηκε ο κόσμος της πατρίδας μας από την αήθεια, το ψέμα και τη δουλοπρέπεια των κυβερνώντων, κι αν ανατράπηκαν οι δεσμοί που μας ένωναν ως λαό από εκείνους που συστηματικά θέλησαν να μας αλλάξουν, έρχονται αυτοί μέσα από τις φωτογραφίες τους να μας μας θυμίσουν πως:
Κάτω απ’ το χώμα
μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σχοινί,
προσμένουνε την ώρα,
προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση
……………
(*Το χαρακτικό είναι του Τάσσου)
…………….










