“Η ελληνική γλώσσα, μέσα στη διαχρονία της, δεν επιβάλλει ηθικούς κανόνες· υποδεικνύει όμως μια μορφή ύπαρξης και ηθικής κοσμοθεωρίας. Διδάσκει ότι ο άνθρωπος κατοικεί στις λέξεις του και ότι από την ποιότητα του λόγου του κρίνεται το ήθος του”
–
Η ελληνική γλώσσα δεν είναι απλώς ένα εργαλείο επικοινωνίας ούτε ένα ιστορικό μνημείο πολιτισμού. Είναι ένας τρόπος συγκρότησης του ανθρώπου μέσα στον λόγο. Όταν μιλούμε για «ηθική γραμματική» της ελληνικής γλώσσας, δεν εννοούμε τους κανόνες σύνταξης και μορφολογίας με τη στενή φιλολογική σημασία, αλλά την εσωτερική δομή που διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος σκέφτεται, διαλέγεται και αναλαμβάνει ευθύνη. Η γραμματική εδώ νοείται ως μορφή νοήματος· ως το σύστημα εκείνο που καθιστά δυνατή όχι απλώς την ορθή έκφραση, αλλά την ορθή στάση απέναντι στον άλλον.
Ήδη από τον Όμηρο, ο λόγος δεν είναι ουδέτερη αφήγηση· είναι πράξη με συνέπειες. Ο όρκος, η υπόσχεση, η δημόσια δήλωση διαμορφώνουν την τιμή και τη μοίρα των προσώπων. Στην τραγική ποίηση του Σοφοκλή, η λέξη μπορεί να υψώσει ή να καταστρέψει. Η γλώσσα λειτουργεί ως πεδίο ευθύνης. Δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ λέγειν και πράττειν· ο λόγος δεσμεύει.
Η ίδια η έννοια του «λόγου» στην ελληνική σκέψη φανερώνει τη βαθύτερη ηθική γραμματική της γλώσσας. Ο λόγος σημαίνει ταυτόχρονα ομιλία, λογική, αναλογία και νόημα. Αυτή η σύμπτωση δεν είναι τυχαία. Υποδηλώνει ότι το να μιλά κανείς ορθά δεν είναι μόνο ζήτημα τεχνικής επάρκειας αλλά και λογικής συνέπειας. Στον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος ορίζεται ως «ζῷον λόγον ἔχον». Η ικανότητα του λόγου είναι συγχρόνως ικανότητα διάκρισης του δικαίου και του αδίκου. Η γλώσσα, επομένως, δεν είναι απλώς μέσο επικοινωνίας· είναι το έδαφος όπου συγκροτείται η ηθική κρίση.
Στους διαλόγους του Πλάτωνα, η αλήθεια δεν επιβάλλεται αλλά αναζητείται μέσα από ερωτήσεις και απαντήσεις. Η διαλογικότητα δεν είναι ρητορική τεχνική· είναι ηθική στάση. Ο άλλος δεν είναι αντίπαλος προς κατάρριψη αλλά συνομιλητής προς αναζήτηση του κοινού νοήματος. Η ίδια η λέξη «αλήθεια» (α-λήθεια) δηλώνει άρση της λήθης· απαιτεί μνήμη, συνέπεια και κοινή προσπάθεια αποκάλυψης. Εδώ διαφαίνεται μια γραμματική του μέτρου και της ευθύνης: η υπέρβαση του ορίου —η ὕβρις— δεν αφορά μόνο πράξεις αλλά και λόγια.
Η μορφολογική και ετυμολογική διαφάνεια της ελληνικής γλώσσας ενισχύει αυτή την ηθική διάσταση. Λέξεις όπως «συνείδηση», «ευθύνη», «πρόσωπο» αποκαλύπτουν μέσα στη δομή τους σχέσεις. Η «συν-είδηση» δηλώνει γνώση μαζί με κάποιον· η «ευ-θύνη» παραπέμπει σε ευθεία στάση απέναντι σε άλλον· το «πρόσωπο» υποδηλώνει εκείνον που στέκεται προς τον άλλον. Η γλώσσα, έτσι, δεν είναι απλώς σημειακό σύστημα αλλά παιδαγωγικός χώρος. Καλλιεργεί τρόπο θέασης του κόσμου όπου ο άνθρωπος νοείται πάντοτε σε σχέση.

Η ηθική γραμματική της ελληνικής γλώσσας θεμελιώνεται σε τέσσερις άξονες: μέτρο, αλήθεια, διαλογικότητα και ευθύνη. Δεν λειτουργούν αποσπασματικά αλλά συνιστούν ενιαία δομή ήθους. Το μέτρο αποτελεί την εσωτερική ρύθμιση του λόγου· αποτρέπει την υπερβολή, τη ρητορική αυθαιρεσία και τη γλωσσική ὕβριν, εγκαθιστώντας αναλογία ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που είναι. Η αλήθεια, ήδη νοηματοδοτημένη στην ελληνική παράδοση ως ἀ-λήθεια (άρση της λήθης), απαιτεί συνέπεια μεταξύ σκέψης, λόγου και πραγματικότητας· δεν είναι απλή αντιστοιχία αλλά ηθική δέσμευση του ομιλητή να μη διαστρέφει. Η διαλογικότητα, όπως αναδεικνύεται στους διαλόγους του Πλάτωνα, συγκροτεί τον κοινό χώρο του νοήματος· ο λόγος δεν είναι μονολογική επιβολή αλλά αναζήτηση αλήθειας με τον άλλον, γεγονός που θεμελιώνει σεβασμό και ακρόαση. Τέλος, η ευθύνη συνδέει τον λόγο με το πρόσωπο που τον εκφέρει: κάθε λέξη εκθέτει τον ομιλητή, τον δεσμεύει και τον καθιστά υπόλογο απέναντι στην κοινότητα. Έτσι, οι τέσσερις άξονες δεν είναι αφηρημένες αρχές αλλά λειτουργικά στοιχεία μιας γλωσσικής δομής που μετατρέπει την ομιλία σε ηθική πράξη. Το μέτρο αποτρέπει την ύβρη της υπερβολής· η αλήθεια απαιτεί συνέπεια μεταξύ λόγου και πραγματικότητας· η διαλογικότητα διασφαλίζει τον κοινό χώρο· η ευθύνη συνδέει τον λόγο με το πρόσωπο που τον εκφέρει. Όταν αυτοί οι άξονες διατηρούνται, ο λόγος γίνεται φορέας πολιτισμού. Όταν διαρρηγνύονται, μετατρέπεται σε εργαλείο χειραγώγησης.
Η ηθική γραμματική της ελληνικής γλώσσας καθίσταται απτή μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα που αποκαλύπτουν πώς η ίδια η μορφή και χρήση της γλώσσας ενσωματώνει την ηθική. Όταν λέμε «μηδέν ἄγαν», δεν εκφέρουμε απλώς ένα γνωμικό· διατυπώνουμε έναν κανόνα μέτρου που ρυθμίζει τον λόγο πριν ακόμη γίνει πράξη. Όταν κάποιος δίνει «λόγο τιμής», η λέξη «λόγος» λειτουργεί δεσμευτικά, μετατρέποντας την ομιλία σε πράξη ευθύνης. Η διάκριση μεταξύ «πείθω» και «χειραγωγώ» δείχνει τη διαφορά ανάμεσα σε λογική τεκμηρίωση και ανήθικη επιβολή. Η ίδια η λέξη «συγγνώμη» (συν-γνώμη) δηλώνει αποκατάσταση σχέσης μέσω κοινής κατανόησης, όχι απλώς τυπική απολογία. Όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη «ὕβρις» για υπερβολικό δημόσιο λόγο, ενεργοποιούμε μια ολόκληρη ηθική παράδοση ορίου και αυτοπεριορισμού. Στους διαλόγους του Πλάτωνα, η συνεχής ερώτηση «τί ἐστι;» δείχνει ότι ο λόγος οφείλει να θεμελιώνεται εννοιολογικά πριν αξιώσει κύρος. Στον Αριστοτέλης, η έννοια της «μεσότητας» μεταφέρεται και στον ρητορικό λόγο ως αποφυγή ακρότητας. Όταν αποκαλούμε κάποιον «πρόσωπο» και όχι «άτομο», υπογραμμίζουμε τη σχεσιακή του διάσταση και άρα την ηθική του αναφορά. Τέλος, η λέξη «αλήθεια» ως ἀ-λήθεια μας υπενθυμίζει ότι η ομιλία είναι αγώνας κατά της λήθης και της απόκρυψης. Μέσα από αυτά τα παραδείγματα γίνεται φανερό ότι η ελληνική γλώσσα δεν οργανώνει μόνο προτάσεις, αλλά καλλιεργεί στάσεις, όρια και δεσμεύσεις — μια αυθεντική ηθική γραμματική.
Στη σύγχρονη εποχή, όπου ο λόγος συχνά αποσυνδέεται από τη λογική τεκμηρίωση και διολισθαίνει στην εντυπωσιοθηρία, η ηθική γραμματική της ελληνικής γλώσσας καθίσταται επίκαιρη. Η απλοποίηση χωρίς σκέψη, η ρητορική χωρίς αλήθεια, ο δημόσιος λόγος χωρίς λογοδοσία αποτελούν μορφές γλωσσικής ύβρεως. Η ελληνική παράδοση υπενθυμίζει ότι το να ονομάζεις κάτι σημαίνει να αναλαμβάνεις θέση· ότι κάθε λέξη είναι πράξη και ευθύνη.
Η ελληνική γλώσσα, μέσα στη διαχρονία της, δεν επιβάλλει ηθικούς κανόνες· υποδεικνύει όμως μια μορφή ύπαρξης και ηθικής κοσμοθεωρίας. Διδάσκει ότι ο άνθρωπος κατοικεί στις λέξεις του και ότι από την ποιότητα του λόγου του κρίνεται το ήθος του. Η γραμματική της γλώσσας μας, όταν ιδωθεί πέρα από τη στενή τεχνική έννοια, γίνεται σχολείο ευθύνης. Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη και βαρύτερη κληρονομιά της: ότι ο λόγος δεν είναι απλώς αυτό που λέμε και σκεπτόμαστε, αλλά αυτό που μας διαμορφώνει και αυτό που πράττουμε.
–













































