“Ο νέος άξονας Ρώμης-Βερολίνου στρατιωτικοποιεί τελειωτικά την Ε.Ε.” / γράφει ο Γιώργης-Βύρων Δάβος
Η «ξαφνική αγάπη» ανάμεσα στη Ρώμη και το Βερολίνο δεν στηρίζεται σε συναισθηματικές αντηρίδες, αλλά είναι μία καθ’ όλα ορθολογική συνεργασία
Επαναπροσέγγιση Βερολίνου-Ρώμης
Μόλις πριν λίγα χρόνια η πρώτη προσέγγιση των δύο χωρών είχε μείνει πρακτικά ανενεργή. Μολονότι, η ιταλική βιομηχανία είναι απόλυτα συνδεδεμένη, σχεδόν υποτελής, στη γερμανική, από τη μία οι εξελίξεις στην Ουκρανία, που αναποδογύρισαν τα πάντα στο παραγωγικό γίγνεσθαι της Ε.Ε., από την άλλη η ασυμβατότητα του Σοσιαλδημοκράτη Όλαφ Σολτς με την νεοφασίστρια Μελόνι, ουσιαστικά την οδήγησε σε τελμάτωση.

Όμως στην παρούσα συγκυρία, οι λόγοι για την επαναπροσέγγιση των δύο κυβερνήσεων και χωρών είναι παραπάνω από ευνοϊκοί. Ο πρώτος λόγος είναι δομικός. Γιατί τα τελευταία χρόνια, η υποχώρηση της Γερμανίας από τη θέση της «ατμομηχανής» της Ε.Ε. συνέβαλε ώστε οι επιδόσεις της να εξισωθούν πρακτικά με εκείνες της Ιταλίας. Τόσο ο κινεζικός ανταγωνισμός, όσο κι ο αναγκαστικός ενεργειακός απογαλακτισμός του Βερολίνου από τις ρωσικές πηγές, έκοψαν τη φόρα του Βερολίνου και συμπαρέσυραν και τις πιο χρεωμένες και εύθραυστες ευρωπαϊκές χώρες. Με πρώτη και καλύτερη την Ιταλία, ως τη δεύτερη μεταποιητική δύναμη της Ευρώπης και στενά συνδεδεμένη με τις γερμανικές αλυσίδες παραγωγής και διάθεσης. Η κρίση στην ανάπτυξη που αντιμετωπίζουν οι δύο χώρες είναι πλέον κοινή και απαιτεί κοινές απαντήσεις.
Η Ιταλία και η Γερμανία αποτελούν τις δύο μεγαλύτερες βιομηχανικές δυνάμεις της Ευρώπης. Οι εφοδιαστικές τους αλυσίδες είναι τόσο στενά συνδεδεμένες που η μία δεν μπορεί να ευημερήσει χωρίς την άλλη. Πλέον οι σχέσεις των δύο χωρών δεν βασίζονται στο στερεότυπο η Γερμανία «αυστηρός ελεγκτής» της δημοσιονομικής πειθαρχίας και η Ιταλία ως ο «απείθαρχος εταίρος», αλλά σε πιο ορθολογικά και χρησιμοθηρικά κριτήρια.
Η έλευση ενός συντηρητικού καγκελάριου στο Βερολίνο γεφύρωσε πολλές από τις αποστάσεις μεταξύ Ιταλίας και Γερμανίας που ήταν ακόμη εμφανείς μέχρι πριν λίγους μήνες. Σε οικονομικό επίπεδο, η ξεκάθαρη ρήξη του Μερτς με το πρόσφατο παρελθόν -δηλαδή η εγκατάλειψη της πολιτικής του «Μηδενικού Ελλείμματος» (Schwarze Null) και η ανακοίνωση δαπανών ύψους εκατοντάδων δισεκ. Ευρώ- ακριβώς τη στιγμή που η Ιταλία της Μελόνι επέλεγε την οδό της δημοσιονομικής σύνεσης, συνέβαλε στην οριστική επισφράγιση της επαναπροσέγγισης. Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι το spread μειώθηκε από τις 250 μονάδες βάσης τον Νοέμβριο του 2022 στις 60 μονάδες σήμερα δεν είναι απλώς μια καλή είδηση επειδή οι αποδόσεις των ιταλικών ομολόγων (BTP) έπεσαν από το 4% στο 3,5%, αλλά αποτελεί απόδειξη ότι οι αγορές ποτέ άλλοτε δεν θεωρούσαν τόσο κοντά τη γερμανική και την ιταλική οικονομία.
Εξάλλου το γεωπολιτικό πλαίσιο και οι κοινές προκλήσεις θέτουν τις δύο χώρες ενώπιον της αδήριτης ανάγκης να συνεργασθούν. Μετά το Brexit και τις αλλαγές στην ηγεσία της Γαλλίας και της Γερμανίας, κυρίως όμως μετά την ουσιαστική αποψίλωση του άξονα Βερολίνου-Παρισίων, η Μελόνι επιδιώκει έναν πιο κεντρικό ρόλο. Η προσέγγιση με το Βερολίνο, που τύποις δεν στρέφεται αρχικά κατά του Παρισιού, αλλά όπως φάνηκε από τις διακηρύξεις -ιδίως για τη γραφειοκρατία και τις αναθέσεις των 27- στοχεύει στη δημιουργία ενός «πόλου» που θα σταθεροποιήσει την Ε.Ε. απέναντι στις προκλήσεις από τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Ρωσία. Άλλωστε και η Γερμανία και η Ιταλία αναζητούν την απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο και τη μετάβαση στην πράσινη ενέργεια, μία παραγωγική ανασυγκρότηση και ανταγωνιστικότητα με άξονα τη στρατιωτική βιομηχανία και τη συνεργασία σε εξοπλιστικά προγράμματα (όπως παραπάνω με το GCAP). Και να μη λησμονούμε πως και σε πεδία κρίσιμα για την Ε.Ε., όπως τη μετανάστευση, η μετοίκηση του υπερσυντηρητικού Μερτς στην Καγκελαρία έφερε κοντύτερα τις θέσεις των δύο χωρών για τη χάραξη κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής που να δίνει έμφαση στην «ασφάλεια» των συνόρων και τη διαχείριση- επαναπροώθηση-κράτηση των μεταναστών και τον έλεγχο της ανθρωπιστικής βοήθειας.
Από την άλλη, βοήθησε αρκετά την επαναπροσέγγιση η πολιτική κατάρρευση του Μακρόν, αμέσως μετά τις ευρωεκλογές του 2024. Ο Γάλλος πρόεδρος βγήκε σοβαρά αποδυναμωμένος στο εσωτερικό μέτωπο, καταβυθίσθηκε στη συνέχεια μετά την άκαιρη απόφασή του να προκηρύξει εκλογές, με αποτέλεσμα να καταδικάσει τη Γαλλία σε ένα διαρκές πολιτικό αδιέξοδο, σύμπτωμα του οποίου είναι η εναλλαγή τεσσάρων Πρωθυπουργών σε λιγότερο από δύο χρόνια. Μεταφέροντας παράλληλα και στην Ε.Ε. τη δυσκολία να λαμβάνει κρίσιμες αποφάσεις χωρίς να υπάρχουν σφοδρές εσωτερικές αντιδράσεις. Όπως συνέβη πρόσφατα με την αρνητική γαλλική στάση για τη συμφωνία Mercosur, ενάντια στα συμφέροντα της Γερμανίας, που ξεπεράσθηκε χάρις στη συναίνεση της Μελόνι την τελευταία στιγμή. Μία απόφαση που έφερε ακόμη πιο κοντά τον συντηρητικό ηγέτη με την ακροδεξιά πρωθυπουργό.
Νέο μιλιταριστικό σύμφωνο σε βάρος της Γαλλίας
Ο άξονας Παρισίων-Βερολίνου είχε αρχίσει προ πολλού να διαρρηγνύεται: η εμμονή του Εμανουέλ Μακρόν να μεταφερθεί η μερίδα του λέοντος της παραγωγής του νέου ευρωπαϊκού μαχητικού αεροσκάφους στη γαλλική Dassault, εις βάρος της Airbus, προκάλεσε τη δυσαρέσκεια των άλλων δύο εταίρων (Γερμανίας κι Ισπανίας) στο πρόγραμμα FCAS. Το νέο γαλλογερμανικό αεροσκάφος αναχαίτισης επρόκειτο να αντικαταστήσει έως το 2040 το γαλλικό Rafale (Dassault) και το Eurofighter Typhoon, το οποίο κατασκευάζεται από την Airbus με σημαντική συνεργασία της βρετανικής BAE Systems και της ιταλικής Alenia (Leonardo).

Η δυσαρέσκεια απέναντι στον αδικαιολόγητο, λόγω οικονομικής και πολιτικής αδυναμίας της χώρας του, βοναπαρτισμό του Μακρόν τεκμηριώθηκε αρχικά στη συνάντηση του Μερτς με τον Ισπανό πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ. Και πλέον, η ταφόπλακα στο FCAS μπήκε με τη συνάντηση Μερτς-Μελόνι και την επικύρωση της ένταξης της Γερμανίας στο άλλο μέγα πρόγραμμα επανεξοπλισμού: το σχέδιο GCAP. Το οποίο φαίνεται να επαναδιατάσσει τη νέα στρατηγική της Ε.Ε. υπό τη μορφή ενός «νέου, ευρωπαϊκού, ΝΑΤΟ» και όχι μίας απλής οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής Ένωσης.
Άλλωστε, η BAE και η Leonardo είναι εδώ και δύο χρόνια οι κύριες μηχανές στην προώθηση του GCAP (Global Combat Air Programme), ενός ανταγωνιστικού σχεδίου προς το FCAS (Future Combat Air System), το οποίο πλέον -και με σύμφωνη γνώμη των Μελόνι και Μερτς-επεκτείνεται και στην Ιαπωνία. Μία εξέλιξη, η οποία θεωρείται στρατηγική, σε συνδυασμό και με τα γεωπολιτικά σχέδια των ΗΠΑ, που επωάζουν ένα «ασιατικό ΝΑΤΟ» στο πλαίσιο της Aukus, το στρατιωτικό σύμφωνο μεταξύ ΗΠΑ, Μεγάλης Βρετανίας και Αυστραλίας για την προστασία της Ωκεανίας. Το Βερολίνο, του οποίου η οικονομία πλέον βασίζεται μόνο σε κάποια προοπτική στρατιωτικών εξαγωγών, επιθυμεί διακαώς να ενταχθεί στο σχέδιο GCAP την ώρα που όλες οι ισορροπίες μέσα στο ΝΑΤΟ, την Ε.Ε. και κυρίως στις σχέσεις με τις ΗΠΑ μεταλλάσσονται.
Το Βερολίνο διαβλέπει στο GCAP μία χρυσή ευκαιρία να ξαναδιεισδύσει εξαγωγικά στην Ασία, μέσα από την προωθούμενη στρατιωτική ανασυγκρότηση στην Ευρώπη, που θεωρεί ότι θα νεκραναστήσει την οικονομία της. Η εκλογή της εθνικίστριας Σανάε Τακαΐτσι στην Ιαπωνία (που προκάλεσε και τα διθυραμβικά συγχαρητήρια του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος προσβλέπει μία νέα αγορά εξοπλιστικών συστημάτων κι ενέργειας για τις ΗΠΑ), κρίνεται πως θα ευνοήσει την εξαγωγή στρατιωτικών εξοπλισμών στην περιοχή αυτή, η οποία οργανώνεται στο πλευρό του πολεμικού δόγματος της Ουάσιγκτον ενάντια στο Πεκίνο. Πρόκειται για μια δυναμική που δεν φαίνεται ασύμβατη με τις επιθυμίες της Ουάσιγκτον (ήδη πριν από τη διπλή προεδρία Τραμπ) για εξισορρόπηση των οικονομικών και στρατιωτικών δεσμεύσεων που οφείλουν να αναλάβουν οι άλλοι εταίροι στο Ατλαντικό Σύμφωνο.
Πλέον το GCAP παραγκωνίζει τελείως τη Γαλλία του Εμανουέλ Μακρόν, η οποία είχε ήδη ανακοπεί από το Aukus κατά την προηγούμενη προσπάθεια του Παρισιού να προωθήσει τα στρατιωτικά του προϊόντα στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Για τα Ηλύσια Πεδία, ο ευρωπαϊκός επανεξοπλισμός θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει μια επιτάχυνση στη γεωπολιτική «αποσύνδεση» (decoupling) μιας Ε.Ε. μη ευθυγραμμισμένης με την Αμερική του Τραμπ. Και δεν ήταν τυχαίο ότι πριν από ένα χρόνο ο Μακρόν ήταν ο πραγματικός υποκινητής της πρωτοβουλίας των προθύμων, σε συνεργασία με τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ.
Ήδη από την πρώτη διάσκεψη των περίπου 30 «προθύμων» στο Λονδίνο, υπερίσχυαν τα στρατιωτικά συμφέροντα κυρίως δύο χωρών: της Βρετανίας, που δραστηριοποιείται ήδη στην Ουκρανία από την αρχή του πολέμου (κυρίως με υπηρεσίες πληροφοριών) και της Γαλλίας. Άλλωστε οι μόνες αγορές στρατιωτικού υλικού που υπέγραψε ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ήταν αυτές των εκατό γαλλικών Rafale τον Νοέμβριο του 2025. Και μετά τη συνάντηση των Μελόνι-Μερτς είναι πολύ πιθανόν το Παρίσι να αρκεσθεί μόνο σε αυτές.
Ο άξονας των «ηττημένων» του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου;
Το νέο σύμφωνο, που εντάσσει και τη Γερμανία, δίνει νέο περιεχόμενο στον γερμανικό επανεξοπλισμό -δεν είναι τυχαίο ότι προχθές οι Financial Times αφιέρωσαν έναν σημαντικό άρθρο τους στη ραγδαία άνοδο του κολοσσού Rheinmetall, που καθιστά ανήσυχους τους ανταγωνιστές της. Κι ακόμη περισσότερο, ογδόντα χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σηματοδοτεί ένα ποιοτικό άλμα για τη Wehrmacht και τη γερμανική βαριά βιομηχανία, που μετασχηματίζεται από αμυντική σε επιθετική -έστω κι εάν πλέον εντάσσεται μέσα σε ένα εμφανώς «δυτικό» πλαίσιο.

Επιπλέον, εάν βγάλουμε από την εξίσωση του GCAP το Λονδίνο -που μάλλον αποτελεί τον στρατηγικό σύνδεσμο, παρά τις όποιες δυσκολίες του Στάρμερ με τον Τραμπ, η ενσωμάτωση της Γερμανίας προκαλεί μια γεωπολιτική δυναμική συγκρίσιμη με τη γερμανική επανένωση μετά την πτώση του Τείχους.
Επιπλέον, το γεγονός ότι θα συνεργασθούν το Βερολίνο, η Ρώμη και το Τόκιο διαμορφώνει έναν άλλον συμβολισμό, που δεν μπορεί να αποφύγει τη σύγκριση με το ιστορικό παρελθόν. Το ότι η Γερμανία, Ιταλία και η Ιαπωνία, οι δυνάμεις του Άξονα, υπεύθυνες για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και δράστες κατοχικών εγκλημάτων, σήμερα ως χώρες που προνομιακά ανασυγκροτήθηκαν από τις ΗΠΑ ως δημοκρατίες, γίνονται σήμερα ξανά εταίροι για έναν νέο άξονα: αυτόν του λεγόμενου Παγκόσμιου Βορρά (Global North). Με τη Γερμανία -τη μεγάλη ηττημένη αυταρχική, εθνικιστική και μιλιταριστική δύναμη του 1945 να είναι ξανά ο σημαντικός πυρήνας τους.
Τέλος, σε τούτη τη μορφή της «Νέας Ε.Ε. σε μορφή ΝΑΤΟ», που φαίνεται να προωθεί ο άξονας Ρώμης-Βερολίνου, μοιάζει να υπάρχουν (χάρις και στο GCAP) περισσότερες προϋποθέσεις για μια επιστροφή της Βρετανίας στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Ιδίως τώρα που η νωπή ακόμη πληγή του Brexit έχει αποδειχθεί τόσο μα τόσο οδυνηρή. Όμως, τα σημάδια που δείχνουν προς τη Βρετανία τον τελευταίο καιρό -τόσο μετά την έκρηξη της σύρραξης στην Ουκρανία και τους «προθύμους», όσο και μετά τη λαίλαπα του Τραμπ- οι Ευρωπαίοι με πρώτο και καλύτερο τον Μερτς και τις Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και Μελόνι, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σωσίβιο και στον κλυδωνιζόμενο «Εργατικό» πρωθυπουργό.
Η «ξαφνική αγάπη» ανάμεσα στη Ρώμη και το Βερολίνο δεν στηρίζεται σε συναισθηματικές αντηρίδες, αλλά είναι μία καθ’ όλα ορθολογική συνεργασία. Η Ιταλία και η Γερμανία συνειδητοποιούν ότι σε έναν κόσμο μεγάλων δυνάμεων, όσο η επιρροή της Γαλλίας και της Βρετανίας έχουν υποχωρήσει, με τις δύο χώρες να σπαράσσονται από τις εσωτερικές τους αντιφάσεις, η επιβίωση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και η πολιτική επιρροή της ηπείρου, εξαρτώνται από τη δική τους «αρμονική» και επωφελή συνεργασία.















































































































