“Γιάννης Λεοντάρης. Μια φωνή ανθρωπισμού στη σιωπή” / γράφει η Δέσποινα Παπαγιαννούλη
(Για την παραίτηση του Ακαδημαϊκού και Θεατράνθρωπου Γιάννη Λεοντάρη)
«Τα τελευταία χρόνια, η πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Βιέννης έχει μετατραπεί μέσα μου σε εμπειρία κατάθλιψης. Τίποτα από αυτό το καλλιτεχνικό συμβάν δε συνομιλεί με τη ζωή των κατοίκων της Ευρώπης. Κάποτε πιστεύαμε ότι το τέρας του καπιταλισμού κυριαρχεί απόλυτα στις ΗΠΑ, ενώ στην Ευρώπη συναντά ισχυρά αντίβαρα μπροστά στις παραδοσιακές αξίες του ανθρωπισμού : κοινωνικό κράτος, έμφαση στην παιδεία και στον πολιτισμό, υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, παραγωγή φιλοσοφικής και πολιτικής σκέψης, ισχυρά αριστερά ρεύματα.»
Θα ξεκινήσω με το θεατρικό Γιάννη Λεοντάρη, επειδή θεωρώ ότι οι θεατρικές επιλογές του, καθώς και ο τρόπος που σκέφτεται και σκηνοθετεί το θέατρο, δηλαδή τον ίδιο τον Άνθρωπο επί σκηνής, είναι αυτό που ορίζει και προσδιορίζει, ευθέως, και την ακαδημαϊκή του καθαρότητα.
Είναι αυτό που μαρτυρά το γεγονός της σχεδόν «ηρωικής» παραίτησής του από την Κοσμητεία της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Μην ξεχνάμε ότι αυτή η παραίτηση γίνεται σε μία απόλυτα σκοτεινή εποχή για το Δημόσιο Ελληνικό Πανεπιστήμιο, όπου η ακαδημαϊκή κοινότητα, στην πλειοψηφία της, σιωπά.
Ξεκινάω από τον σκηνοθέτη Λεοντάρη, γιατί ως γνωστό, η θεατρική παιδεία είναι μία κατεξοχήν ανθρωπιστική παιδεία που, σε καμία περίπτωση, δε μπορεί να αφήνει αυτόν που την έχει ενστερνιστεί, αδιάφορο, σε όσα απάνθρωπα συμβαίνουν σήμερα στην Ελληνική Εκπαίδευση και όχι μόνο. Και ο Γιάννης Λεοντάρης είναι ένας από αυτούς που το Θέατρο είναι η πατρίδα του, το όραμα ενός κόσμου που υπηρετεί τον Άνθρωπο, την αξιοπρέπεια και την ευτυχία του.
Το Γιάννη Λεοντάρη το γνώρισα για πρώτη φορά το 2009, μέσα από την εξαιρετική, σκηνοθετική του ματιά, στο έργο του Γάλλου δραματουργού, Ζοέλ Πομμερά, «Οι Έμποροι». Πρόκειται για ένα έργο βαθιά πολιτικό που μιλάει για τον άνθρωπο-εμπόρευμα της εποχής μας. Το έργο ανέβηκε με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο «Αμαλία», της συμπρωτεύουσας. Ενθουσιάστηκα τόσο με τη σκηνοθεσία, όσο και με το ίδιο το κείμενο, μόλις το διάβασα.

Στη συνέχεια, ξανασυστήθηκα μαζί του το 2013, μέσα από το εξαιρετικό επίμετρο, στη μετάφραση της Λουίζας Μητσάκου από τις εκδόσεις Ύψιλον/θέατρο, σε δύο θεατρικά του Ζοέλ Πομμερά: « Η μεγάλη και θαυμαστή ιστορία του εμπορίου» και «Κύκλοι/Ιστορίες». Το επίμετρο αναφέρεται κυρίως στο δεύτερο έργο που τη σκηνοθεσία του επιμελήθηκε ο Λεοντάρης την ίδια χρονιά, σε συνεργασία με το θίασο Κανιγκούντα.
Πρόκειται για την Ιστορία της Ευρώπης, από τα χρόνια των ιπποτών και του Ευγενούς Aνθρώπου (Homme galant), όπως ο θερβαντικός Δον Κιχώτης, μέχρι τις μέρες μας. Μέσα από το έργο, με τη μορφή ενός «καλειδοσκοπικού τσίρκου δωματίου», αναδύεται το βλέμμα του Πομμερά, στραμμένο στη χαμένη τιμή της μεγάλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Ευρώπης: τον ανθρωπισμό.

Στο σχετικό επίμετρο, ο Λεοντάρης μιλάει για τη δική του, προσωπική θλίψη, που όμως πόσοι ακόμη τη συμμεριζόμαστε; Αναφέρεται στο χαμένο ανθρωπισμό μιας Ευρώπης που καταρρέει, επιβεβαιώνοντας με μία άρτια σκηνοθετική ματιά, όσα επιδιώκει να μας δείξει το έργο του Πομμερά.
Σχετικά με τη θλίψη που αναδύεται από τις Πρωτοχρονιές της τελευταίας δεκαπενταετίας, μια θλίψη που απλώνεται και φθάνει μέχρι την Πρωτοχρονιά του 2013, ίσως και πιο πίσω, ο Λεοντάρης γράφει : «Τα τελευταία χρόνια, η πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Βιέννης έχει μετατραπεί μέσα μου σε εμπειρία κατάθλιψης. Τίποτα από αυτό το καλλιτεχνικό συμβάν δε συνομιλεί με τη ζωή των κατοίκων της Ευρώπης. Κάποτε πιστεύαμε ότι το τέρας του καπιταλισμού κυριαρχεί απόλυτα στις ΗΠΑ, ενώ στην Ευρώπη συναντά ισχυρά αντίβαρα μπροστά στις παραδοσιακές αξίες του ανθρωπισμού : κοινωνικό κράτος, έμφαση στην παιδεία και στον πολιτισμό, υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, παραγωγή φιλοσοφικής και πολιτικής σκέψης, ισχυρά αριστερά ρεύματα.»
Λίγα χρόνια μετά, είχα την τύχη, αυτές οι δύο εξαιρετικές παρουσίες, συγγραφέας και σκηνοθέτης, να μπουν στη ζωή μου για τα καλά. Ο συγγραφέας, Ζοέλ Πομμερά έγινε ο ένας από τους δύο συγγραφείς που ασχολήθηκα στο διδακτορικό μου και ο σκηνοθέτης, ο Γιάννης Λεοντάρης ήταν στην επιτροπή της διδακτορικής μου διατριβής και με ενθάρρυνε με τον πιο εποικοδομητικό τρόπο.
Υπάρχουν φορές, που οι νοερές συναντήσεις με πνευματικούς ανθρώπους αξίζουν πολύ περισσότερο από κάποιες ανούσιες συναντήσεις «δια ζώσης». Όταν νοερά δημιουργούνται δίαυλοι επικοινωνίας που ανοίγονται σε κοινούς τόπους σκέψης, σε κοινές στάσεις ζωής και όταν αυτοί οι κοινοί τόποι ανοίγονται όλο και πιο πολύ στην κοινωνία και στο δίκιο των συλλογικοτήτων των ανθρώπων, τότε αυτό λέγεται μία απόλυτα ευτυχής συγκυρία.
Από το εξαιρετικά άρτιο κείμενο παραίτησης του Γιάννη Λεοντάρη, φαίνεται πόσο ευθέως συνομιλούν οι σκέψεις, οι απόψεις και οι πράξεις του, με τα όσα ανέφερα παραπάνω. Η συνολική εικόνα είναι η εικόνα μια εξέχουσας προσωπικότητας, ενός Ακαδημαϊκού, ενός Ανθρώπου, με Α κεφαλαίο που κοσμεί τόσο την ακαδημαϊκή κοινότητα του Δημόσιου Πανεπιστημίου της χώρας μας, όσο και το Ελληνικό Θέατρο.
Από το κείμενο παραίτησης σταχυολογώ τα παρακάτω : «Μόνο από το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών διεγράφησαν ήδη περισσότεροι/ες από τριακόσιοι φοιτητές /τριες. Πρόκειται για συγκεκριμένες περιπτώσεις ανθρώπων με δυσκολίες, προβλήματα και όνειρα […] Αν λοιπόν υπάρχουν «λεκέδες» στο πανεπιστήμιο, δεν είναι οι άνθρωποι που παλεύουν να μορφωθούν. Είναι οι πολιτικές που […] τους /τις στοχοποιούν. […] Όλοι και όλες γνωρίζουμε ότι οι λεγόμενοι «αιώνιοι» φοιτητές/τριες δεν επιβαρύνουν το πανεπιστήμιο, δε χρησιμοποιούν υποδομές, δεν δεσμεύουν πόρους, δεν εμποδίζουν καμία λειτουργία.»
Στο κλείσιμο της επιστολής παραίτησής του ο Γιάννης Λεοντάρης επισημαίνει, μένοντας πάντα συνεπής, απέναντι στους φοιτητές και στις αξίες του αληθινού πανεπιστημιακού δασκάλου: « Τα συνταγματικά δικαιώματα δε λήγουν επειδή κάποιος αποφάσισε ότι οι αριθμοί των ενεργών φοιτητών/τριών πρέπει να μειωθούν ή, ακόμη χειρότερα, να κατευθυνθούν σε ιδιωτικά πανεπιστήμια […] Υπό αυτές τις συνθήκες, ο θεσμικός μου ρόλος ως Κοσμήτορα […]με φέρνει αντιμέτωπο με ένα σοβαρό ζήτημα συνείδησης […] Και αυτό είναι κάτι που αρνούμαι και να πράξω και να αποδεχτώ, σιωπώντας».

Ο Λεοντάρης ανήκει στους ανθρώπους που αντιστέκονται στην πράξη, απέναντι στην κοινωνική αδικία, που δεν προδίδουν τη συνείδηση και τις αξίες τους, που τολμούν και μιλούν, όταν οι άλλοι σιωπούν. Είναι από τις εμβληματικές παρουσίες στην Εκπαίδευση που λειτουργούν υπεύθυνα, με τη δέουσα ευαισθησία του Δασκάλου, του Πολίτη, του Ανθρώπου.
Πιστεύω ότι έχει ένα βαθύ συμβολισμό το γεγονός ότι η αρχή αυτής της επιστροφής στο χαμένο ανθρωπισμό μας, γίνεται μέσα από την Εκπαίδευση, από έναν Δάσκαλο που διαθέτει το πιο σημαντικό εργαλείο στη δουλειά του Δασκάλου , τόσο στην τάξη, όσο και στο θέατρο, την αγάπη για το ακροατήριό του, την αγάπη για τον άλλο!
Άραγε μπορούμε να αναλογιστούμε σε πόσο καλύτερη κοινωνία θα ζούσαμε, πόσο καλύτερος θα ήταν ο κόσμος μας, αν ακολουθούσαμε το παράδειγμα αλληλεγγύης και υπευθυνότητας του Γιάννη Λεοντάρη, απέναντι στους φοιτητές του, απέναντι στους άλλους;
Πώς αλλιώς μπορούμε να υπάρξουμε, δίχως να φυτοζωούμε, αν δε μπορούμε να διεκδικήσουμε το δίκιο και την αγάπη των άλλων;! Πώς αλλιώς αφού, όπως γράφει στη «Συμφωνία αρ. 1», ο Τάσος Λειβαδίτης, «οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουνε μια θέση στη ζωή των άλλων».
–















































































































