Πολιτισμός Ρεπορτάζ Τοπικά

Μελίκη 2024 – Το δρώμενο του Καλόγερου / Για μια ακόμη χρονιά η αναβίωσή του από τους Θρακιώτες Κωστηλήδες

Ο χρόνος δεν μπορεί να νικήσει κάποια έθιμα, που είναι βαθιά ριζωμένα στη μνήμη και στην ψυχή των Ελλήνων και περνούν από γενιά σε γενιά, έστω κι αν οι εποχές αλλάζουν καταιγιστικά.

Έτσι, οι Θρακιώτες της Μελίκης ξαναζωντάνεψαν και φέτος, όπως κάθε χρόνο, το έθιμο που φέραν οι πρόγονοί τους από το χωριό Κωστή, όταν πάτησαν στα χώματα της Μακεδονίας.

Οι Κωστηλήδες, που έχουν τη δική τους συνοικία, δεμένοι πάντα με την παράδοση, εντάσσουν στις αποκριάτικες εκδηλώσεις τους το λαϊκό δρώμενο του Καλόγερου, που γίνεται γνωστό στα 1873. Οι ρίζες του όμως είναι πολύ βαθύτερες, αφού αντανακλούν πανάρχαιες δοξασίες και τελετουργίες, που σχετίζονται με την ευγονία, αλλά και χωρίς να αποποιούνται τη χριστιανική τους  ένταξη, όπως δηλώνει και ο μαύρος σταυρός, που είναι ζωγραφισμένος στα μέτωπα των συμμετεχόντων στην αποκριάτικη πομπή.

Στη θρακιώτική συνοικία της Μελίκης το έθιμο πήρε την καθιερωμένη του μορφή, του πραγματικού δρώμενου, με πρωταγωνιστές και θεατές και φυσικά με μουσική και χορό.

 

Ο Καλόγερος, (καλός γέρος), οι μουσικοί, ο κόσμος, που ακολουθούσε τον «θίασο», αποτέλεσαν μια εκρηκτική συντροφιά, που επισκέπτονταν τα σπίτια της συνοικίας πάντα προχωρώντας δεξιόστροφα, όπως οι δείκτες του ρολογιού.

Με μία μικρή στάση στο Εθνογραφικό Κέντρο του Γιώργη Μελίκη, όπου το δρώμενο πήρε θρησκευτικό και τελετουργικό χαρακτήρα με τις εικόνες να αποτελούν αντικείμενο λατρείας κατάνυξης και έκστασης η πομπή συνεχίστηκε.

Το κάθε σπίτι υποδεχόταν το θίασο αλλά και όλους, όσοι τον ακολουθούσαν, με μεζέδες και κεράσματα, θεωρώντας προσβολή την μη αποδοχή των κερασμάτων.

Χορός, τραγούδι με στίχους σκωπτικούς, με νταούλια,  θρακιώτικες λύρες  και γκάιντες, ξεσήκωναν τη συνοικία, που φορούσε τα καλά της, τιμώντας τους προγόνους της και την παράδοση. Κι όσο για τις νοικοκυρές, είχαν ένα πλατύ χαμόγελο, ανοίγοντας τα σπίτια τους και κερνώντας με την καρδιά τους.

Άξιο να σημειωθεί πως και φέτος το δρώμενο παρακολούθησαν όχι μόνο οι ντόπιοι αλλά και ξένοι επισκέπτες, (με γκρουπ ακόμη και από τη Βουλγαρία), με μεγάλο ενδιαφέρον.

Ο Γιώργης Μελίκης, ερευνητής  της παράδοσης, πληροφορεί για το δρώμενο  :

«Από τα σημαντικότερα δρώμενα της θρακικής λαϊκής λατρείας είναι και το έθιμο του Καλόγερου. Το 1914, οι Θρακιώτες που ήρθαν στη Μελίκη από το Κωστή της Θράκης έφεραν μαζί τους δύο πολύ σημαντικά έθιμα. Το ένα είναι τα Αναστενάρια και το άλλο ο Καλόγερος.

Τον Καλόγερο δεν τον ξέρουν πολλοί, γιατί γίνεται επιχώρια και μαζεύει τους τοπικούς μοναχά. Παρόλα αυτά όμως είναι από τα σημαντικότερα έθιμα, γιατί, αν θελήσουμε να δώσουμε σήμερα στην εποχή μας τον ορισμό του δρώμενου, δηλαδή τη συγκρότηση ενός λαϊκού θιάσου, αυτό το συναντά κανείς στο συγκεκριμένο έθιμο του Καλόγερου.

Συγκροτείται, λοιπόν, ένας θίασος που οι απαρχές του – παρόλο που σήμερα τα πρόσωπα είναι ντυμένα με τη χλαμύδα και το χιτώνα του χριστιανισμού – χάνονται στην απώτερη αρχαιότητα γιατί πρόκειται για τη φυσική ανάγκη του ανθρώπου να δημιουργήσει τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις μέσα στην κοινότητα. Και ποιες είναι αυτές;

Είναι η ευγονία, είναι η ευμάρεια. Να καρπίσει η γη. Και βέβαια καρπίζει η γη σ’ αυτήν την περίοδο που γίνεται ο Καλόγερος, την καλογερόμερα, όπως τη λέμε, και μάλιστα λένε πως «σαν τη μέρα αυτή εστήθη ο κόσμος κι ο ντουνιάς, κι εθεμελιώθη η πλάση», που σημαίνει πως είναι η εποχή είναι στην καλή της ώρα και πως οι χυμοί της γης είναι σε τέτοια δύναμη, που δίνουν τη δυνατότητα στον όποιο σπόρο  να βλαστήσει.

Γι’ αυτό και βλέπουμε τα πράγματα που εντυπωσιάζουν στον Καλόγερο, που έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο σαν επιτέλεση και σαν δρώμενο, είναι ότι κάθε γυναίκα στο σπίτι έχει ένα κόσκινο και μέσα έχει τα πολυσπόρια, σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, φασόλια, έχοντας βρέξει ήδη τη γη.

Μόλις μπει ο Καλόγερος μέσα, με τη μπατανόβουρτσα, την καθαγιασμένη υποτίθεται με πάνδημο τρόπο -αφού πήγε νωρίτερα ο Καλόγερος και έφαγε το ιερό γεύμα, όπως γινόταν στη γιορτή του Διονύσου, τρεις βουκιές δηλαδή, και γυρίσει μετά στην εκκλησία και κάμει τρεις φορές το σταυρό του και φορέσει το μανδύα του –  θα σταυρώσει τη γη τρεις φορές.

 

Άρα, λοιπόν, αρχίζει η ευλογία για τον τόπο. Τα πολυσπόρια που πέφτουν στην αυλή του κάθε νοικοκύρη θα ανακατευτούν με το χώμα και το νερό, παίρνοντας κι έναν καθαγιαστικό χαρακτήρα. Αυτό θα πει πως τα καλαμπόκια θα γίνουν περισσότερα και όλα τα υπόλοιπα, δηλώνοντας έτσι την επιθυμία να υπάρξει μια ευμάρεια στον τόπο, την ευχή «να φάει το χωριό, να χορτάσει ο κοσμάκης, να μην πεινάσει», όπως λέει ο λαός.

Το έθιμο αυτό συνέχιζαν να το κάνουν και σε δύσκολες περιόδους, όπως στην Τουρκοκρατία, σε πολέμους, στον Εμφύλιο… Δεν σταμάτησε ποτέ να γίνεται, γιατί οι ανάγκες δεν σταματούν ποτέ. Το να φάει ο άνθρωπος, το να πάει καλά η κοινότητα, είναι μια ανάγκη που δεν έχει ούτε χριστιανικό μανδύα, ούτε αρχαιοελληνικό, ούτε βουδιστικό, είναι μια πανανθρώπινη ανάγκη.

Επομένως αυτή η συγκρότηση του θιάσου με πρωταγωνιστές, δευτεραγωνιστές, και προπαντός με την αμφίδρομη σχέση του με το κοινό και τα σπίτια που επισκέπτεται είναι πολύ σημαντική.

Μπαίνει ο Καλόγερος μέσα με τον Αναστενάρη, σταυρώνει τις εικόνες, κι οι νοικοκυρές προσφέρουν κρασί, ρακί κι όλα τα καλούδια, τα οποία φρόντισαν την περασμένη χρονιά, όπως το κρέας από το γουρούνι, ή τα τουρσιά, να έχουν.

Αυτή η συγκρότηση του θιάσου θυμίζει το ανάλογο έθιμο της Νέδουσας στη Μεσσηνία, στην πίσω μεριά του Ταΰγετου, που μαζί με το έθιμο των τράγων στην ίδια περιοχή, αποτελούν από τα πιο σημαντικά έθιμα της Ελλάδας, που η καταγωγή τους βέβαια ανιχνεύεται στην Αρχαιότητα.

Τα έθιμα αυτά που έχουν μία αυτονομία, (Ρουγκάτσια, Αναστενάρια, Καλόγερος), δεν χρειάζονται μουσικά δάνεια, προκειμένου να εμπλουτίσουν το δρώμενο. Θα πουν για παράδειγμα το τελετουργικό τραγούδι, όταν ντύνεται ο Καλόγερος, «απάνω βάζει κόκκινα, κάτω άσπρα χιονάτα, και μεσ’ στη μέση της καρδιάς την Παναγιά Γραμμένη». Ή βάζει στο κεφάλι του την κολοκύθα, στα πόδια τα τσαρούχια και στη μέση του τα κουδούνια, για να ξυπνήσουν τη φύση και υποτίθεται τα νεκρά πνεύματα της ευγονίας που κοιμούνται εξαιτίας του χειμώνα.

Η μέρα αυτή έχει μια διάθεση ανατροπής, ανατροπής της φύσης. Η φύσης βέβαια κρατάει το δρόμο της  και έρχεται ο άνθρωπος μ’ αυτά τα μαγικά, τα επιτελεστικά που κάνει, να φέρει την ανατροπή. Μας ενδιαφέρει αυτή η ανατροπή να γίνει σ’ όλη την κοινότητα, όχι απλά σ’ ένα σπίτι μόνο, γιατί η συμμετοχή πρέπει να είναι και είναι πάνδημη.

 

 

Έτσι, λοιπόν, σε κάποιους τόπους, όπως η Μελίκη, το έθιμο διατηρεί τον παγανιστικό, μαγικοθρησκευτικό, λαϊκό και πάνδημο χαρακτήρα του.

Το έθιμο, βέβαια, είναι καθαρά κωστηλίδικο, θρακιώτικο. Συμμετέχουν ντόπιοι Μελικιώτες, γιατί έχουμε πια ομογενοποιηθεί, έχουμε γίνει ένα πράγμα, με τη διαφορά όμως ότι το έθιμο δεν βγαίνει έξω από την κοινότητα των Κωστηλήδων.

Παρόλα αυτά όμως συνηθίζονταν παλιότερα και ένα πέρασμα από τους κεντρικούς δρόμους, γιατί τα χωράφια μας είναι συναύλακα, τα μνήματα κοινά, η εκκλησία που παντρευόμαστε, που βαφτιζόμαστε είναι ίδια. Υπάρχει πια μια ομοαίματη σχέση από τα εκατόν τόσα χρόνια παρουσίας των Θρακιωτών εδώ. Πάραυτα, επειδή είναι μεγάλο χωριό και δεν φτάνουν τρεις μέρες για να το γυρίσεις, ο θίασος γυρνάει μόνο στα θρακιώτικα τα σπίτια.»

far

Φωτογραφίες: faretra.info

banner-article

Ροη ειδήσεων