Άρθρα Κοινωνία Κόσμος Περιβάλλον

“Μια Βιετναμέζα κι ένας μαυρόγυπας” / γράφει ο Παντελής Μπουκάλας

Το βλέμμα της Νταό και οι σπαραχτικοί λυγμοί της εξέθεσαν δημόσια την κυπριακή κυβέρνηση, «στα μάτια των Ευρωπαίων» καταπώς συνηθίζουμε να λέμε, εικάζοντας αναιτίως ότι στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ακμάζει το πνεύμα της φιλοξενίας και της αλληλεγγύης
 

Ναι. Το ένα βλέμμα, το ένα κλάμα, είναι μιας σχιστομάτισσας. Μιας Βιετναμέζας. Της Ντάο. Χήρα, πολεμάει να αναθρέψει τα τέσσερα παιδιά της στη Λεμεσό, όπου ζει τα τελευταία οχτώ χρόνια. Πώς βρέθηκε στην Κύπρο, που πιθανότατα δεν γνώριζε την ύπαρξη και το όνομά της και σίγουρα δεν την είχε ονειρευτεί ποτέ; Η ανάγκη δεν σε ρωτάει. Σε κλωτσάει στο πουθενά κι όταν κάποια στιγμή προσεδαφίζεσαι, βιάζεις τον εαυτό σου να πιστέψει πως όλα πια θα πάνε καλύτερα, γιατί τίποτε δεν μπορεί να πάει χειρότερα. Χειρότερο από τον ξεριζωμό δεν υπάρχει, κι αυτό οι σημερινοί Κύπριοι το ξέρουν βαθύτερα από τους σημερινούς Ελλαδίτες. Το 1922 είναι πολύ μακριά πια, αιώνας ολόκληρος. Το 1974 καν μισός. Η μνήμη δεν έχει φυράνει ακόμα. Ή μήπως όλα συμβαίνουν πια πολύ ταχύτερα, όλα έρχονται πολύ πιο γρήγορα, ακόμα και η λησμονιά;

Τις τελευταίες μέρες η Κύπρος έζησε ντροπιαστικές στιγμές. Το παραδέχτηκε και ο νέος πρόεδρός της, ο κ. Νίκος Χριστοδουλίδης, και κάμποσα μέλη της κυβέρνησής του. Ναι, ως προς αυτό τουλάχιστον δεν έμοιασαν στους κυβερνήτες της Ελλάδας, που καμία διάθεση δεν έδειξαν να δηλώσουν ντροπιασμένοι μετά τις ρατσιστικές βαρβαρότητες εναντίον μεταναστών και προσφύγων στη Θράκη. Κατά τα λοιπά, στη Λευκωσία και στην Αθήνα αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο την παγίως ευνοϊκότατη για τους ακροδεξιούς αδράνεια της Αστυνομίας: αδιαφορώντας.

Πρώτα στη Χλώρακα της Πάφου, στις 28 Αυγούστου, κι έπειτα στη Λεμεσό, την 1η Σεπτεμβρίου, παλικαράδες ντυμένοι στα μαύρα, με πλακάτ που διατυμπάνιζαν αγγλιστί πως «οι πρόσφυγες είναι ανεπιθύμητοι», οπλισμένοι με λοστούς, καδρόνια και μολότοφ, επιτέθηκαν σε μετανάστες, οργανωμένοι στρατιωτικά, αλά Χρυσή Αυγή, που τυγχάνει άλλωστε πρότυπό τους. Τους ξυλοκόπησαν άγρια. Εισέβαλαν στα μαγαζιά τους (μαγέρικα, ψιλικατζίδικα, κουρεία), τα σμπαράλιασαν και τα λεηλάτησαν. Για να αποδείξουν με τον σκαιότερο πιθανό τρόπο πως «η Κύπρος είναι ελληνική», όπως βροντοφώναζαν, ενστερνίστηκαν τις άθλιες ρατσιστικές μεθόδους των χρυσαυγιτών, οι οποίοι, από βαθύτατη ελληνοψυχία κινούμενοι, είχαν αντιγράψει ενθουσιωδώς τις μεθόδους των Γερμανών ναζιστών κατά των Εβραίων, κατά των «μολυσμένων και μολυσματικών άλλων» γενικώς. Η μαύρη εργασία, και το μαύρο χρήμα επίσης, είναι πράγματα λίαν επιθυμητά, όχι απλώς ανεκτά. Οι μαύροι άνθρωποι όχι. Και στο βλέμμα ενός λευκού, ενός κυρίαρχου, θρήσκου λευκού, μαύροι, κατάμαυροι, είναι όλοι οι μη λευκοί.

Χειρότερο από τον ξε- ριζωμό δεν υπάρχει, κι αυτό οι σημερινοί Κύπριοι το ξέρουν βαθύτερα από τους Ελλαδίτες.

Η Βιετναμέζα Νταό βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να έχει στ’ όνομά της κοτζάμ μπακαλικάκι. Στη Μεγαλόνησο οι συμπατριώτες της είναι περίπου είκοσι χιλιάδες. Νόμιμοι όλοι τους, όσο ξέρω, όπως και οι υπόλοιποι μετανάστες από έθνη της ασιατικής Ανατολής. Για τους νεόπλουτους μάλιστα του νησιού, το να δηλώνουν και να φέρονται σαν «ιδιοκτήτες δούλας» από την Ανατολή είναι σχεδόν υποχρεωτικό, αν θέλουν ν’ αβγατίσουν το κοινωνικό τους κύρος. Μια «δούλα» για τα παιδιά, άλλη για το σκυλί, μπορεί και μια τρίτη για τους γέρους – κατά το βαλάντιο του καθενός. Ενα πικρό σχόλιο της Ανθής Ερμογένους, πέρυσι τέτοιον καιρό (26.8.2022), στην ιστοσελίδα limassoltoday, με τίτλο «Οι κυράτσες της Κύπρου κι η Βιετναμέζα τους», έχει κάμποσα να πει σ’ εμάς εδώ τους καλαμαράδες.

Το Διαδίκτυο είναι και για καλά πράγματα. Το βλέμμα της Νταό και οι σπαραχτικοί λυγμοί της εξέθεσαν δημόσια την κυπριακή κυβέρνηση, «στα μάτια των Ευρωπαίων» καταπώς συνηθίζουμε να λέμε, εικάζοντας αναιτίως ότι στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ακμάζει το πνεύμα της φιλοξενίας και της αλληλεγγύης. Την υποχρέωσαν λοιπόν να δηλώσει ότι θα συντρέξει οικονομικά τη ρατσιστόπληκτη μετανάστρια. Κυρίως όμως η δημοσιότητα προκάλεσε μια διεθνή ερανική κινητοποίηση και έβγαλε στους δρόμους, σε αντιρατσιστικές διαδηλώσεις, τους Κύπριους που ντράπηκαν στ’ αλήθεια για το «κρυστάλλινο» πογκρόμ στην Πάφο και τη Λεμεσό.

Το δεύτερο βλέμμα-πληγή, που μάλλον το υποθέτουμε παρά το διακρίνουμε, ήταν πουλιού, όχι ανθρώπου. Ενός νεαρού μαυρόγυπα. Τα μαύρα πουλιά, κατά την παράδοση, κι όχι μονάχα την ελληνική, είναι πουλιά της δυστυχίας. Ομως στα συγκλονιστικά πλάνα που κατέγραψε και δημοσίευσε ο Χρήστος Καλόγερος, είναι δυστυχισμένος ο μαυρόγυπας. Το πουλί στέκεται περίπου στη μέση ενός δρόμου της Δαδιάς και με όσο μυαλουδάκι το προίκισε η φύση, προσπαθεί να καταλάβει πού χάθηκε η φωλιά του, το σπίτι του. Το ίδιο προσπαθούμε να καταλάβουμε κι εμείς, με το πολύ πιο ανεπτυγμένο μυαλό μας. Να καταλάβουμε δηλαδή γιατί επιτράπηκε να γίνει κάρβουνο το κόσμημα. Γιατί το δάσος της Δαδιάς καιγόταν επί δυόμισι εβδομάδες, χωρίς να αξιώσει η Ελλάδα την άμεση και μαζική πανευρωπαϊκή συνδρομή. Με τον πρωθυπουργό μάλιστα να στραγγίζει το κύπελλο της αυτοαθωωτικής υπεροψίας και να δηλώνει στη Βουλή πλήρως ικανοποιημένος από τις αντιπυρικές επιδόσεις του κράτους του, και στη Θράκη ειδικά και πανελλαδικά. Και με τους υφισταμένους του να ανακαλύπτουν εμπρηστικό μεταναστευτικό δάκτυλο, σιγοντάροντας έτσι τους τάχα υπερελληνόψυχους προσφυγοφάγους και ξενηλάτες.

Το δάσος της Δαδιάς ήταν το σπίτι του ξεριζωμένου πια μαυρόγυπα αλλά και δικό μας. Των Θρακιωτών, των Ελλήνων, των Βαλκάνιων, της ανθρωπότητας. «Οπου υπήρχε δάσος, θα ξαναγίνει δάσος», ακούμε ξανά το ψεύτικο τροπάριο. Λες κι ένα δάσος σαν της Δαδιάς, ή της Πάρνηθας, ανασταίνεται σε πέντε-δέκα χρόνια ή σε μια-δυο γενιές. Ο μαυρόγυπας έχασε το σπίτι του δίχως να φταίει. Το δικό μας μπάζει πια από παντού. Κι άλλος από εμάς δεν φταίει.

 kathimerini.gr

banner-article

Ροη ειδήσεων