Ιστορία Τοπικά

“Μνήμες μεγάλων πλημμυρών στην πεδιάδα του Αλιάκμονα” / γράφει ο Γιάννης Μοσχόπουλος

Στα αρχέγονα και προϊστορικά χρόνια ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΘΕΡΜΑΙΟΣ ΚΟΛΠΟΣ εισχωρούσε δυτικά έως τα πρώτα ψηλώματα του Βέρμιου και έως την ζώνη της αμμουδερής πεδιάδας (Ημαθίας) δίπλα στα βόρεια Πιέρια όρη. Η πεδιάδα του Αλιάκμονα είναι όλη προσχωσιγενής. Η εκβολή του ποταμού κάποτε  έφτασε απέναντι από αυτήν του Αξιού, ανάμεσά τους δημιουργήθηκε ο ποταμοειδής δίαυλος του Λουδία, η στενωπός του οποίου απέκοψε το δυτικό τμήμα του Θερμαίου κόλπου, το οποίο με την πάροδο των αιώνων μεταβλήθηκε σε λιμνοθάλασσα, σε λίμνη και σε βάλτο. Η ετήσια πλημμύρα του Αλιάκμονα έπνιγε μεν τον κάμπο, αλλά λίπαινε ευεργετικά  τα χωράφια.

Οι ΑΡΧΑΙΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ ανέπτυξαν πολλές πρακτικές από την χρόνια αντιμετώπιση των πλημμυρών, η δε πεδιάδα της περιοχής μας πρέπει να αναπτύχθηκε σημαντικά χάρη στα αντιπλημμυρικά και αρδευτικά έργα που εισήγαγε ο Φίλιππος. Ο έλεγχος των πλημμυρών, εν μέρει επιτυγχανόταν με την αποδεδειγμένη κατασκευή δρόμων σε αναχώματα, που παράλληλα εμπόδιζαν την εξάπλωσή της πλημμύρα σε μέρη που ήθελαν να προστατεύσουν.

Χάρτης Struck

Μία ΤΟΠΙΚΗ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ αποδίδει την ονομασία πολλών χωριών Ρουμλουκιού σε μία μεγάλη πλημμύρα του ποταμού Αλιάκμονα, ο οποίος αποκαλούνταν «λωλός» (= τρελλός) και «απολυτός» (= ελεύθερος να κινείται σε όποια κατεύθυνση ήθελε)  και ειδικότερα: Ο Διαβατός, επειδή μόνο εκεί μπορούσες να τον διαβείς, η Μέση ονομάστηκε έτσι, επειδή το ποτάμι πέρασε από τη μέση του χωριού, η Κουλούρα επειδή τα νερά την περικύκλωναν ή η κοίτη του ποταμού έκανε κύκλο γύρω της ή κοντά της, ο Σταυρός επειδή δύο κλάδοι του διασταυρώνονταν εκεί σε σχήμα σταυρού, η Ξεχασμένη (λησμονημένη) επειδή σε κάποια πλημμύρα του την έπνιξαν τα νερά, αλλά άργησαν πολλά χρόνια να τραβηχτούν από αυτήν, οπότε την ξέχασαν, το Ραψομανίκι  επειδή οι κάτοικοι έσκαψαν καινούργια κοίτη, έκαναν πρόχωμα και «έραψαν» καινούργιο βραχίονα (μανίκι) στο ποτάμι για να τραβηχτούν τα νερά στην αρχική κοίτη,  ο Λουτρός, επειδή εκεί έκαναν μπάνιο στα νερά, το Νησί επειδή περιβαλλόταν από νερά, το Νησέλι, επειδή έμοιαζε με μικρό νησί, το Νησελούδι, επειδή έμοιαζε με μικρότερο νησάκι, η Κορυφή, επειδή εξείχε πολύ από τα νερά, ο Γιδάς, επειδή όταν άρχισαν να τραβιούνται τα νερά αυτός που πρώτος (ή ο Μέγας Αλέξανδρος σύμφωνα με μία άλλη παραλλαγή) είδε αυτή τη γη και φώναξε «γη είδα» (η ονομασία και γραφή «Γηδάς» διατηρήθηκε μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα), το Πλατύ επειδή εκεί ο ποταμός ήταν πολύ φαρδύς ή επειδή, όταν αποσύρθηκαν τα νερά, το έδαφος ήταν ένα μεγάλο πλάτωμα. Είναι πιθανό αυτή η επεξηγηματική ονοματολογία να έχει τη ρίζα της στη λογοπλαστική διάθεση των κατοίκων, αλλά δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς εύκολα την επίδραση των μεγάλων πλημμυρών του Αλιάκμονα, ακόμη και στην ονοματοθεσία των χωριών.

Ο περιηγητής STRUCK έγραψε (περί το 1907), ότι «[…] Πρίν από τρείς αιώνες [δηλ. περί το 1600;], κατά την παράδοση, ο Αλιάκμονας μετέβαλε όλη την περιοχή που διασχίζει σε μια λίμνη […]».

Επίσκοπος Καμπανίας ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΠΑΠΑΦΙΛΗΣ (1749-1795). «[…] Ο γαρ Αλιάκμων ποταμός γιγαντιαίον ποιήσας το σκίρτημα ερύματα πολλά κατά τους τάφρους απετέλεσε και υπέρ τα δέκα χωρία κατέπνιξε δια την πλήμμης αυτού, ου μόνον τα σπαρτά απολεσθέντα φαίνονται αλλά και εκκλησίας κατέχωσεν, ημείς δε οι πρώην ηπειρώται, γεγόναμεν νησιώται του Καψοχωρίου απερριμένου και τεσσάρων χωρίων ως εν νήσω κειμένων, των οδοιποριών πανταχόθεν κεκλεισμένων, σκάφοι δε ποταμηγοί εν πολλοίς μέρεσι δια την ανάγκην ταίς χρείαις υπηρέτων […]». Πιθανολογείται ότι τότε πρέπει να κατέρρευσε ο βεβαιωμένος από το 1747 ναός του Αγίου Αθανασίου του Γιδά, καθώς και ο μνημονευόμενος με την μηνοχρονολογία «ΔΕΚΕΒ(ΡΙΟΥ) 1756» προηγούμενος ναός του Αγίου Δημητρίου Ξεχασμένης.

Γάλλος πρόξενος Θεσσαλονίκης ESPRIT-MARIE-COUSINERY (1773-1793)

«[…] Σε μικρή απόσταση, περάσαμε δύο βραχίονες του μικρού αυτού ποταμού, του οποίου η κοίτη στις εκβολές του είναι μίγμα άμμου και λάσπης, που οι Τούρκοι ονομάζουν μπατάκ, δηλαδή μέρος όπου βυθίζεται κανείς – πράγμα τόσο αληθές, ώστε το άλογο και ο καβαλάρης εξαφανίζονται, όταν δεν είναι εν γνώσει του κινδύνου αυτού. […] Ο δρόμος μας μας οδηγούσε προς τον Αλιάκμονα […] Στρατοπεδεύσαμε στις όχθες του, σε ένα σημείο όπου κατασκεύασαν μακρά αναχώματα, για να συγκρατήσουν τον ποταμό αυτό. Το μέτρο αυτό ήταν αναγκαίο. Διότι όταν τα αναχώματα έσπασαν προ τριακονταετίας [δηλ. περί το 1760 ;] η περιοχή που κατέκλυσε σε έκταση τεσσάρων τετραγωνικών λευγών παρέμεινε επί δέκα χρόνια περίπου στην ίδια κατάσταση. Οι αγάδες ιδιοκτήτες των μερών που πλημμύρισαν συνεργάσθηκαν, κατέβαλαν όλοι χρήματα, αποκατέστησαν το ανάχωμα με τους χωρικούς τους και εντός ενός μόνο θέρους, ο ποταμός επανέλαβε τον ρού του και έπαψε να χύνεται στο Λουδία, ο οποίος τον είχε δεχθεί ως επί το πλείστον. Επειδή το νερό κρατήθηκε στα κοιλώματα του εδάφους και σχημάτισε εκτάσεις, η αλιεία υπήρξε σημαντική και μάλιστα για αρκετό χρονικό διάστημα […]».

Σύμφωνα με πληροφορίες που συνέλεξε ο περιηγητής STRUCK από κατοίκους της πεδιάδας «[…] Τα προχώματα που κατασκεύασαν οι κάτοικοι οδήγησαν το ποτάμι πίσω στην κοίτη του, αλλά στην αρχή του προηγούμενου αιώνα (δηλαδή το 1800) ξεχείλισαν πάλι οι χείμαρροι πάνω στα λιβάδια. Η πλημμύρα διήρκεσε γεμάτα δέκα χρόνια. Οι αγροί ανάμεσα στον Αλιάκμονα και στο Λουδία μετατράπηκαν σε έλη και λίμνες, όπου ψάρευαν. Πάνω από τον Τσινάρ-Φούρνο καταστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος από ένα δασάκι, στην Παλιόχωρα, Κορυφή και Τρίκαλα γκρεμίστηκαν 200 σπίτια, σταύλοι και αχυρώνες, ενώ άντρες γυναίκες και παιδιά και ολόκληρα κοπάδια χάθηκαν. Μόνο όταν έγινε αισθητή στους Τούρκους κατακτητές η συνεχής μείωση της παραγωγής και η αδιάκοπη μετοίκηση του πληθυσμού, κατασκευάστηκε γύρω στα 1830 ένα κυρίως πρόχωμα, τέτοιο που στα κυριώτερα σημεία τουλάχιστον γύριζε τον ποταμό στην παλιά του κοίτη. Από τον Πρόδρομο όμως μέχρι το Αλάμπορο ο Αλιάκμονας εγκατέλειψε την παλιά του κοίτη οριστικά. Τράβηξε προς βορρά […]».

Περιηγητής Μ. DELACOULONCHE (1885)

«[…] Οι τοπικές παραδόσεις μιλούν για χωριά αφανισμένα από τα νερά στα βόρεια και δυτικά. Δύο ώρες πάνω από το μοναστήρι  Νησί, όταν το νερό στο έλος είναι χαμηλό βλέπουμε στο βάθος μεγάλες πλάκες από μάρμαρο, χοντρές πέτρες […] Όλα αυτά τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι η λίμνη έχει μεγαλώσει χωρίς αμφιβολία, μετά από μια μεγάλη πλημμύρα, φαινόμενο που μαστίζει συχνά την περιοχή […]. Σήμερα [1885] ο Αξιός και ο Λουδίας κυλούν μαζί πολύ κοντά σ’ αυτούς τους δύο τόπους πριν να πέσουν στην θάλασσα. Σε άλλους καιρούς ο Λουδίας και ο Αλιάκμονας ενώνονταν στη γέφυρα ή τουλάχιστον στην περιοχή της γέφυρας του Κλειδίου. […] Σε όλα τα χρόνια αυτά τα ποτάμια έτειναν να απλωθούν ώστε να πλησιάσει το ένα στο άλλο. Σήμερα απέχουν δύο ώρες οι εκβολές του Αξιού-Λουδία και του Αλιάκμονα. Μετά την εκτροπή τους προς τα νοτιοδυτικά προς την ακτή της αρχαίας Πιερίας, ο Αλιάκμονας φαίνεται να θέλει να έρθει πίσω, πιο ανατολικά, προς την πρώτη του κοίτη. Το 1800 τα αναχώματα έσπασαν και η χώρα έμεινε πλημμυρισμένη για δέκα χρόνια και τα νερά διέφυγαν εν μέρει από τον Λουδία. Αυτή είναι η πιο άστατη και η πιο αμφίβολη κοίτη από τα τρία ποτάμια, έχει όλη την ορμή και όλες τις ιδιοτροπίες ενός χειμάρρου. Επίσης σ’ αυτές τις περιοχές τον [Αλιάκμονα] αποκαλούν τρελοπόταμο, Λολο-πόταμο, Δελη-πόταμο […]».

Βοϊδάμαξα σε ποτάμι

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΥΡΟΠΟΥΛΟΣ του Δημητρίου και της Δάφνης, γεννήθηκε το 1917 στο Γιδά. Ηχογράφηση αχρονολόγητη.

«[…] Πλημμύρ’σιν [ο Γιδάς] το 1931, βγήκι του πουτάμι, έσπασι το ποτάμι ιδώ πέρα, που ήταν το νικροταφείο το Καψοχωρ’νό, παρακεί που ήταν το δάσος του Νησελίου κάπου ικεί έσπασι, και γιόμωσε όλο το Ρουμλούκι εδώ πέρα νιρό. Ιμείς θυμάμι μέσα απ’ τό δρόμο το δικό μας πιρνούσαν ψάρια, ναι, Μιγάλη Παρασκιβή. Είχιν ινωθεί μι το Βάλτο […]».

ΕΛΙΣΣΑΒΕΤ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, το γένος Απόστολου και Ευαγγελίας Παπαδοπούλου, γεννήθηκε το 1945 στην Καψόχωρα. Ηχογράφηση 26.3.2011.

«[…] Ο Αλιάκμονας δεν είχε «όχτο» στο Καψοχώρι, οπότε, όταν είχε «φουσκωσιά» το ποτάμι και κατέβαζε πολύ νερό, πλημμύριζε και το χωριό γίνονταν «γκιόλι» (: λίμνη). Τότε όλοι οι Καψοχωρινοί έκοβαν «ραγάζι» (ψαθόχορτο) και «κουτσίτο» (λεπτό καλάμι)  κι έφτιαχναν ψάθες και τοιχοψάθια. Έστρωναν κάτω στο πάτωμα των σπιτιών καλαμποκιές κι από πάνω έστρωναν τις ψάθες για να μπορέσουν να κοιμηθούν σε ύψος ανώτερο της στάθμης των νερών, αλλά πάλι το νερό «βύζαινε» από κάτω και τους μούσκευε […]».

ΤΣΑΓΚΑΡΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ του Αποστόλου και της Λουλούδας, γεννήθηκε το 1903 στο Γκριζιάλι. Ηχογράφηση στην Αγκαθιά 12.8.1997.

«[…] Βγήκι του ποτάμ’ το ‘35, δεν έμεινιε τίπουτα. Το νιρό ήρθιν ξαφνικά. Απ’ τα δείπνα, πτα λιέμι, ήρθι το νιρό, βράδυ, έβριχιν. […] Πουλύ νιρό, ααα […] Το ‘32 ιγώ ήρθα [είχα ανεβεί στην Αγκαθιά]. Δεν έκαμεν το ‘32, το ‘35 έκαμεν μεγάλη πλημμύρα. [Το ‘32 ήρθαμε εδώ πάν ιπειδή] μας σήκουσαν από εκεί λόγω πλημμύρας. Ιπειδής του χωριό μας [τo Γκριζάλι] πλημμύριζε κάθι χρόνο και για να μην ίντο μέσα ζ’πλημμύρα, μας σήκουσαν, μας ίφιραν ιδώ. […] Αυνοί [που ήταν κάτ’] [στο Γκριζάλι] τράβηξαν, να ιυχαριστούν που ήταν ένα σπίτι διώροφου του Γιοβανόπουλου του Αντώνη Παλιοχωρνός, λέγεται παρατσούκλι. Αφού είδαν νερό, παν. Πρώτα δεν ήρθιν απότομα, ήρθι λιγότερο νερό, κατάλαβαν παν. Όσα πρόβατα ήταν ικεί όλα πνίχ’καν, δεν έμεινι τίπουτα. Τα γιλάδια γλίτουσαν. Ανέβηκαν ψηλά στ’ς αχυρώνις στ’άχυρα γλίτουσαν, άλλ’ τα πρόβατα δεν έμειναν. Ένας μόνον πρόλαβιν, τα είχιν άκρη του πουτάμ’  κι είδι που γέμισε του πουτάμ’ είχε χειρίσ’ και ήταν τ’ ανάχωμα, την άκρη του πουτάμι ήταν ανάχουμα. Πότε έκουψαν του ποτάμ’ έκαμαν ανάχωμα και στο ένα μέρος και στ’ άλλο. Και κεί τα είχε τα πρόβατα, γλίτουσι, αυτός τα γλίτουσι. […]

Ανέφκιν  απάν ικεί και του νιρό, ίφιριν ένα φίδ’ μιγάλου, πάει στο παράθυρου, φοβήθ’κεν ι άνθρουπος πολύ […]. Απ’τι κείνου του σκιάξ’μο πόκαμιν, απ’ του φίδ’. Ήρθιν αξιουματικός ι αστυνόμος από τη Μελίκ’, Φραγκάκης ή Παραδάκης, ένα όνομα τέθιο, Κρητικοί αυτό απού κεί. Ήρθεν ιδώ. Πάει στουν κάποιο Θωμά Παπαδόπουλο, εκεί πήγε. Αυτός ήταν οικουγένεια ι  Θωμάς απάν είχι σπίτ’ διώροφο, γλίτωσαν αφνοί, πήραν μια βάρκα απού τ’Μεθών’ και ανέφκιν ι αστυνόμος απάν’ και ι Θουμάς αυτός μέσα στου νιρό πάν εκεί. Δύο μπάμπες ήταν απάν στο σχολείο κι έπιφτι το σχολείο κι απάν, ντίπ απάν όξω μεριά από τ’πόρτα είχιν ένα στέκι. Ικεί σταμάτ’σαν, ικεί γλίτουσαν αυτές. Κι πάν τ’ς πήραν με τβάρκα αυτές. Δεν ήταν άλλοι στου σχουλείο, αυτές οι δυό οι γ’ναίκις. Ήταν κιλιά [:κελιά] ικεί τότιν του σχουλείο, είχι κιλιά κάμαρες και κά’νταν γιρόντισσες μαναχές κι κάνταν καθεμιά είχε μια κάμαρη ικεί τ’ς έδ’ναν η πιτρουπή. Λοιπόν, αυτές δυό ήταν, αφού είδαν το νιρό ανέφκαν ψ’λά στου σχουλειό. Διόρουφου του σκουλειό, δεν ήταν μι πέτρα του σχολειό ήταν μι τσίτια, χίρ’σι να πέφτει σια μπρουστά έπιφτε, α σια μπροστά κι απάν μπροστά ‘πό τ’πόρτα είχιν ένα με σανίδια φτιαγμένα από κάτ’ στηριγμένα με ντιρέκια καλά και κεί γλίτουσαν αυτές. Θα πνίγ’νταν. Πάν τ’ς πήραν μι τβάρκα ι αστυνόμος, μι τουν αξάδιρφο τ’ μάλλον τον είχαν τον Θουμά ι Παπαδόπουλος.

Η εκκλησία ιέπεσε τότι, τα τοιχώματα. Πολύ νερό, ααα. Κριβατίνις, παπόρια π’τα λέγαν, που έβανάμι σάμι, έκουβάμι διμάτια μιγάλα, μι έξι κλιμές. Ήφιριν απ’ τη Κ’λούρα κριβατίνις πέρασαν, κοτόπουλα αψ’λά, μιγάλο κακό έγινι. Κοτόπουλα, γιόμουσαν τα δάση δώ μέσα κοτόπουλα. Τάπιαναν οι θ’κοί μας ύστιρα. Απάν στ’ς κριβατίνις ήταν. […] [Ιμείς [η σύζυγός του] γλίτουσάμι ειχάμι κάτ’ π’τα  μπρόστεια του κάρου αμάξι, κριβατίνα, ικεί απάν γλιτουσάμι. Τα πρόβατα απού ένα ένα έπνιγεν στ’πουιάτα, δεν έμεινι τίπουτα, ειχάμι πουλλά πρόβατα, κάπου ικατό, πουλύ ζημιά έκανι.] […]».

Πλημμύρα Καρασμάκ 1916

ΖΟΥΛΟΥΜΗΣ Βασίλειος του Ιωάννη και της Μαρίας, γεννήθηκε στο Γκριζάλι το 1910, κάτοικος Αγκαθιάς.

«[…] [Στο χωριό Γκριζιάλι] έκαναν δυό ζώνις ιντέκι τόλιγάμι, τράφοι χαντάκια μεγάλα, ψηλά πολύ το έκαναν [έσκαβαν για να κάνουν χαντάκι και με το χώμα που έβγαζαν έκαναν ανάχωμα στο μέρος που ήθελαν να προστατέψουν], μι προσωπική εργασία. Τ’ς μάζιβαν τ’ς  χουργιανούς, τρία πέντι χιλιόμετρα πόσο πιάνει, να μην παέν τα νιρά π’του πουτάμι, «ιντέκι». […] Αν σπάσει  ο πρώτους [να κρατήσει το δεύτερο ανάχωμα], για όφελος δικό τ’ς δηλαδή, για να μην μπεί το νιρό μέσα. Αλλά ιπειδής ήταν ανοιχτά τα μέρη τότι ερχόνταν από την Κουλούρα, τα χουργιά εκείνα Ξιχασμένη, τραβούσαν στα Γιαννιτσά το Βάλτου τα νιρά εκείνα, πάηναν σιγά σιγά δεν έκανιν πολύ καταστροφή. Αλλά ιμείς άλλη παραγουγή εξόν από καλαμπούκι δεν ήταν τίπουτας, πλημμύριζιν.

Το Γκριζάλι έφυγε από εκεί που ήταν επειδής έκαναν το κυρίως ανάχωμα εκεί να ασφαλίσουν τα χωριά πέρα μεριά του Γιδά αυτά τα χωριά όλα κι έκοψαν ίσια δώ απ’το Μυλοβό τη Μεγάλ’ τη Γέφυρα και έκαμαν τ’γραμμή ίσα στην Αγία Κυριακή βγαίνει. Το ανάχωμα ήταν στ’ν άλλη μεριά π’το πουτάμι. Το χωριό σηκώθκει και έφυγε από εκεί γιατί ήτανε πλημμύρα. Κι το ‘35 μόλις έκαμαν το ανάχωμα και εκείνο τελείωσε επειδή έγινε μια πλημμύρα και ημείς ήρθαμε στο χωριό αυτό το ‘32, οι μισοί όμως. Αλνοί ήθιλαν κόμα εκεί να καθήσουν κι πρόκαμι το ‘35 το μεγάλο το νερό κι μαζεύφκαν όλο το χωριό σι δύο σπίτια. Στου Παλιοχωρνού τ’Γιοβανόπουλου κι τ’Θουμά τ’Γιώτα και πνίχ’καν και ζώα εκεί αλλά οι άνθρωποι γλίτωσαν. Τότε ήρθε ι αστυνόμος εκεί από το Μελίκ’, Φραγκάκης, στη Μελίκ’ γαμπρός πάει στον Αντωνόπουλο και πάει πήρι τ’ς βάρκις απ’το Μυλοβό που ήξιραν από άλλη κόμα απου δώ η βάρκα έπλιξεν και παν πήραν μια έγκυος. Αλλά σι μια μέρα δυο έπεσαν τα νιρά. Εκεί γίν’κε το ανάχωμα, ήρθι κι ο στρατός, έβαλαν τσουβάλια να το ενισχύσουν να μην σπάσ’ και περάσ’ στα άλλα τα χωριά […]».

Στον κάμπο τα σπίτια των χωρικών ήταν συνήθως ισόγεια και η ΤΟΠΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ήταν προσαρμοσμένη στην αντιμετώπιση των συχνών πλημμυρών. Η εξώπορτα αλλά και τα τυχόν περισσότερα του ενός ενδιάμεσα δωμάτια του σπιτιού είχαν ανεβασμένο το κατωκάσι της πόρτας περί τα είκοσι πέντε εκατοστά (όπως είναι στις πόρτες των  καραβιών), ώστε σε περίπτωση πλημμυρών να μην εισέρχεται αμέσως το νερό μέσα, προκειμένου να έχουν χρόνο, για να σώσουν ανθρώπους, ζώα και τα κινητά υπάρχοντά τους. Όλος ο σπιτότοπος περιβαλλόταν από σκαμμένη τάφρο (τράφο) και ανάχωμα (από το εξαγόμενο χώμα) για προστασία από τις πλημμύρες του Αλιάκμονα, της λίμνης Γιαννιτσών ή του Καρά Ασμάκ. Άφηναν άσκαφτη μία δίοδο για τη διάβαση των ανθρώπων, των κάρων και των ζώων, αλλά σε περίπτωση πλημμύρας (π.χ. όταν οι Γιδιώτες άκουγαν την Καψοχωρινή καμπάνα) έσκαβαν και τον δρόμο, τον έκλειναν κι αυτόν με χωμάτινο ανάχωμα, περιμένοντας να αντέξει τη δύναμη του νερού που ερχόταν, για να γλιτώσουν οι ίδιοι και τα ζώα τους από τον πνιγμό και να συνεχίσουν τη ζωή τους χωρίς απώλειες.-

Αλεξάνδρεια, 9.9.2023 ΓΙΑΝΝΗΣ Δ. ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ   mosio@otenet.gr

banner-article

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας