Γράμματα & Τέχνες

Ο Νίκος Ξανθόπουλος και η αθωότητα μιας εποχής…

Δεκαετία του ’60. Οι ελληνικές ταινίες σπάνε τα ταμεία. Ουρές στους κινηματογράφους. Την Κυριακή, που οι μεροκαματιάρηδες έβγαζαν την οικογένεια έξω, την πήγαιναν σινεμά.

Οι πιο εύποροι την πήγαιναν στο εξοχικό κέντρο λίγο πιο πέρα από την Πλατεία της Ελιάς. “Παράσεισος” λεγόταν, όνομα και πράγμα, αφού είχες όλον τον κάμπο της Βέροιας μπροστά σου, να απλώνεται το μάτι.

Στη γειτονιά μας, Γράμμου, Κονίτσης και Τρεμπεσίνας, δέσποζε ο θερινός κινηματογράφος REX. Κι εμείς, πιτσιρίκια, αφήναμε το παιχνίδι που κρατούσε μέχρι να βραδιάσει, με τη φέτα στο χέρι, λάδι και ρίγανη ή  πασπαλισμένη με βρεγμένη ζάχαρη και στηνόμασταν απέναντι από τον θερινό βλέποντας παράνομα, όσο επέτρεπαν τα πανιά που έβαζε ο ιδιοκτήτης στα πλάγια ή το ύψος των κάγκελων στα οποία σκαρφαλώναμε, για να δούμε.

Και άρχιζε η μαγεία…

Πέρα από τις ινδικές ταινίες με τη διάσημη Ναργκίς, οι ταινίες του Νίκου Ξανθόπουλου, δίπλα συνήθως στην Μάρθα Βούρτση, ήταν οι αγαπημένες μας.

Αυτός, το “παιδί του λαού” δεν ονομάστηκε έτσι τυχαία. Κι από κάποιους μπορεί να λεγόταν κοροϊδευτικά, ο κόσμος, ο λαός, όμως, ένιωθε πως τον εκπροσωπούσε.

Γεννημένος στις φτωχογειτονιές της Νέας Ιωνίας, γιος τσαγκάρη και εργάτριας στις εκεί φάμπρικες, είχε ζήσει στο πετσί του την προσφυγιά της ποντιακής φυλής, και τη δυσκολία της επιβίωσης στην καινούρια πατρίδα. Μ’ έναν πατέρα αντιστασιακό, που έλειπε συχνά -σίγουρα του “φιλοξενούσαν” τα ξερονήσια –  ο Νίκος Ξανθόπουλος, αν και είχε αποφοιτήσει από τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, έγινε διάσημος με τον κινηματογράφο.

Γιατί;

Γιατί ο κόσμος είχε ανάγκη να υιοθετήσει το πρότυπο ενός ανθρώπου λαϊκού, βασανισμένου, που η αδικία τον χτυπά αλύπητα αλλά αυτός, έντιμος, εργατικός, προχωρεί, αγωνίζεται και στο τέλος νικά! Μέχρι που χειροκροτούσαν οι περισσότεροι, όταν υπήρχε το επιθυμητό happy end!

Οι εποχές ήταν δύσκολες, οι ανισότητες βαθιές.Ο Εμφύλιος ήταν μια πολύ κοντινή ανάμνηση, τα “Ιουλιανά” είχαν ξεσηκώσει τον κόσμο. Χρειαζόταν ένας λαϊκός ήρωας και στο πανί. Κι αυτός ήταν ο Νίκος Ξανθόπουλος!

Ταινίες πανομοιότυπες, δακρύβρεχτες, απλοϊκές, όμως τόσο αθώες! Τίτλοι:

Αγάπησα και πόνεσα, Πληγωμένες καρδιές, Για την αγάπη του παιδιού μου, Είναι μεγάλος ο καημός, Ζωή γεμάτη πόνο, Καρδιά μου πάψε να πονάς, Περιφρόνα με γλυκιά μου… και, και…

Περάσαμε στο Πανεπιστήμιο. Ξαφνικά η γειτονιά και η Βέροια έγιναν σφραγίδα που δεν τη θέλαμε. Φοιτητές σημαίνει… διανόηση! Άλλα ερεθίσματα, άλλες προσεγγίσεις. Ο κινηματογράφος του Μπερτολούτσι, του  Παζολίνι… Ο Ξανθόπουλος έγινε μακρινή ανάμνηση. Ντρεπόμασταν και να το πούμε πως παιδιά βλέπαμε τέτοιες “φτηνιάρικες” ταινίες…

Τα χρόνια πέρασαν και μαζί τους πέρασε και η εποχή του Νίκου Ξανθόπουλου, μαζί με το ασπρόμαυρο σέλιλόιντ. Έκλεισε και το REX.  Κατεδαφίστηκε και στη θέση του έγιναν τα ΚΤΕΛ της πόλης  με τη στοά τους.

Μαζί τους έφυγε για πάντα και μια εποχή, που ήταν αθώα. Όχι μόνο γιατί τότε ήμασταν παιδιά, αλλά γιατί ήταν όλοι οι άνθρωποι πιο αθώοι. Γιατί ήλπιζαν, ονειρεύονταν, αγωνίζονταν…

Εποχή που τα παιδιά παίζαμε στις αλάνες, οι μανάδες μας ξέραν τα βάσανα της διπλανής οικογένειας και την παρηγορούσαν κι ο Νίκος Ξανθόπουλος κι η Μάρθα Βούρτση, οι τόσο παρεξηγημένοι, με τις ταινίες τους την αποτύπωσαν ανεξίτηλα…

Σήμερα ο Νίκος Ξανθόπουλος έφυγε από τη ζωή. Στη μνήμη του και στα παιδικά μας χρόνια αφιερώνονται αυτές οι λίγες γραμμές…

……………

[…] Κι επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά. […]

“Απ’ τες εννιά” Κ.Π. Καβάφης