Λογοτεχνία

Γλυκερία Γκρέκου: “Μπάλα κουράγιο”

«Αυτή, αυτή τη δερμάτινη, αυτή θέλουμε», είπαν με ένα στόμα τα δύο αγόρια. Με βούτηξαν με λαχτάρα, ο μικρός με πέταξε, χοπ, στον μεγάλο αδερφό.

«Ε, ε! Όχι εδώ μέσα, να πληρώσουμε πρώτα και μετά», είπε η μάνα των αγοριών.

Κάπως έτσι βρέθηκα στα χέρια και στα πόδια των παιδιών, που σαν μπήκαν στο σπίτι , εκεί στη Θεσσαλονίκη, άρχισαν να με παίζουν μεταξύ τους. Το βράδυ, ησύχασα, όταν όλοι κοιμήθηκαν σχετικά νωρίς, μιας και την επόμενη θα ταξιδεύαμε. Με καράβι, σε κάποιο νησί, Λήμνο, νομίζω άκουσα να το λένε.

Στοιβαγμένη μέσα στις αποσκευές ανάσα δεν πήρα, το δέρμα μου ήρθε και τσίτωσε, μα σαν φτάσαμε στο νησί, μόλις τα αγόρια φόρεσαν τα μαγιουδάκια τους, με πήραν μαζί τους και μου έδωσαν να καταλάβω! Σουτ! Σουτάκια! Σουτάρες! Να και ο μπαμπάς, να κι ένα γκολ από τη μαμά.

«Στην παραλία μην την παίρνετε, δεν είναι μπάλα για παραλία!», είπε ο μπαμπάς, μα, ποιο παιδί ακούει! Έτσι βρέθηκα να κάνω κι εγώ τα μπανάκια μου, μετά να ψήνομαι στον ήλιο της Λήμνου, να ξεκουράζομαι σε μια ψάθινη καρέκλα, γεμάτη άμμο, να επιστέφω κουρασμένη στο ενοικιαζόμενο.

Την τρίτη μέρα των διακοπών, είχα αποκτήσει κάποιες γρατζουνιές στο δέρμα μου, μα αυτή είναι η μοίρα και η χαρά της μπάλας. Σαν βγήκαν τα παιδιά από τη θάλασσα, έφαγαν το παγωτό τους, η μάνα φόρεσε αντηλιακό στα μπράτσα και στα μουτράκια τους, εκείνα ξεκίνησαν το παιχνίδι.

«Δεν είναι μπάλα για παραλία, ρε παιδιά», ξανάπε ο πατέρας, μα, ποιο παιδί ακούει!

Τριάντα, Ιουνίου, στην παραλία, Εβγάτη, στη Λήμνο, ξάφνου, έβγαλε κύμα ψηλό, «Φορέστε τα μπλουζάκια σας κι ελάτε να παίξουμε, μακριά από τη θάλασσα, να κοπάσει το κύμα ». Είπαν οι μεγάλοι.

Έτσι εγώ βρέθηκα στο κέντρο της παρέας, από πόδι σε πόδι, από χέρι σε χέρι, πολύ δεν ήθελε και με ένα δυνατό σουτ, βρέθηκα να πετάω ψηλά και μετά να χτυπάω με δύναμη στην επιφάνεια της θάλασσας. Ένα μεγάλο κύμα με πήρε και με σήκωσε.

«Η μπάλαααα! Η μπάλαααα», τσίριξαν τα παιδιά, ο Τρύφωνας και ο Θάνος, ο πατέρας έτρεξε να με πιάσει, έπεσε στο νερό, «Έλα πίσω, βγες, έχει κύματα, άσε τη μπάλααα», ακούστηκε η μάνα.

Έμεινα μόνη, ανέβαινα και κατέβαινα, πλαφ, πλαφ! Έμεινα μόνη, σε μια ανοιχτή θάλασσα, νύχτωσε, τα αστέρια ψηλά στον ουρανό με κοίμισαν. Ξύπνησα μόνη, βρεγμένη ως το κόκκαλο, μαζεύτηκα απ΄την αλμύρα και το νερό.

Ταξίδευα μερόνυχτα, μακριά από ανθρώπους, μόνο τα ψάρια έβλεπα  στο βυθό. Και δυο δελφίνια στο βάθος. Ένιωθα μόνη μέχρι τη στιγμή που φάνηκε κάτι να με πλησιάζει. Λες, να ήταν ο πατέρας των αγοριών που με έψαχνε; Άκουγα μια ανάσα δυνατή, μετά ξέπνοη, ξανά δυνατή. Δυο χέρια τεντώθηκαν και με άρπαξαν με λαχτάρα. Όχι, δεν ήταν ο πατέρας, ένα ξένο παλικάρι ήταν, με μάτια κόκκινα, με χείλη ξερά, με την απόγνωση στο βλέμμα. Και λαχτάρα για ζωή. Οι παλάμες του με κράτησαν με δύναμη και τρυφεράδα μαζί.

«Μια μπάλα, μια μπάλα! Είναι αλήθεια ή όνειρο ζω, από πού βρέθηκες τούτη την ώρα, σε αυτή τη θάλασσα; Καλώς σε βρήκα, είμαι ο Ιβάν», Ψιθύρισε ο νέος άντρας.

Έτσι βρήκα παρέα στα κύματα, παρέα μαζί του και κάθε φορά που κουραζόταν από την υπεράνθρωπη προσπάθεια, να κρατηθεί η ανάσα του πάνω από το νερό, ακουμπούσε την ψυχή του πάνω μου, πάνω σε μια ταπεινή μπάλα και μου μιλούσε με μια φωνή που μόνο εκείνος άκουγε και μου έλεγε πως, από μικρός, εκεί στα Σκόπια, είχε μεγάλη αγάπη στο σόι μου, πως έλιωσε πολλά παπούτσια κλοτσώντας δεκάδες μπάλες.

Και ύστερα μου έλεγε για τη μάνα του που τον φίλησε, προκαταβολικά. Σε λίγες μέρες θα έκλεινε τα τριάντα, θα γιόρταζε τα γενέθλιά του, μακριά από την πατρίδα του, «’Εχει ωραίες θάλασσες η Χαλκιδική, αν σωθούμε, θα δεις», μου έλεγε, ο Ιβάν.

Και ύστερα, με κλάμα βουβό, διπλά και τριπλά αλμυρό, κοιτούσε τον ουρανό, παραδομένος, σε μια ξένη, θαλάσσια αγκαλιά, κιότευε, ‘’πάει’’, έλεγε, ‘’αυτό ήταν’’.

Και μου έλεγε για τη μάνα που θα σπαράζει, τον πατέρα που θα χτυπιέται, τον αδερφό που θα έμενε μόνος. Και ύστερα μου μιλούσε για τους φίλους του, που μαζί έκαναν αυτό το ταξίδι, για τη μέρα που βούτηξαν στα γαλάζια νερά, για το ξαφνικό κύμα που σηκώθηκε. Και πάλι σταματούσε, ανάσαινε γρήγορα, ‘’ οι φίλοι, τι απόγιναν οι φίλοι;’’

Και ύστερα έκλαιγε με κλάμα βουβό και αλμυρό, και ένιωθα την καρδιά του να χτυπάει μέσα από τις φλέβες των χεριών του. Και εγώ του φώναζα να μην το βάζει κάτω, να κρατηθεί πάνω μου, θυμάσαι του έλεγα τον ‘’ Ναυαγό;’’ Μια μπάλα του έσωσε το νου και το κορμί, μην εγκαταλείπεις!’’, έτσι του έλεγα στο βρεγμένο αυτί του, στην παγωμένη ψυχή του. Και εκείνος, ο Ιβάν, με άκουσε, στιγμή δεν με άφησε από τα χέρια του, δεκαεννιά ώρες, μαζί, γίναμε ένα, γέμισε και η δική μου ζωή από αναμνήσεις, από αγωνία, από αγάπη κι ελπίδα! Δεκαεννιά ώρες, ένας αιώνας μου φάνηκε. Δεκαεννιά ώρες, μια ολόκληρη ζωή, στα χέρια μου. Και όταν είδαμε στεριά κι ένα πλεούμενο, αναθάρρησε η ψυχή μας. Και όταν τα χέρια των ανθρώπων μας ανέβασαν στη βάρκα, γείραμε αποκαμωμένοι, ξέπνοοι αλλά ζωντανοί. Κι εγώ, μια ταπεινή μπάλα, ένιωσα το πιο πολύτιμο, γενέθλιο δώρο για τον Ιβάν.