Ποίηση

Οδυσσέας Ελύτης “Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας”

Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
μ’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αφτί
μοιάζει μπαξές που του ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά
μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
μοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
μόλις είπανε γεια παιδιά! τα ματοτσίνορα
κ’ η απορία μαρμάρωσε…

Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
χωρίς άλλα κεριά
κείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη∙
άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα,
στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
κι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια
μικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας,
μικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!

Ήταν γενναίο παιδί∙
με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το μπιστόλι του
με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
…βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
δεν έκλαψαν –
γιατί να κλάψουν;
Ήταν γενναίο παιδί!

………………


(απόσπασμα, από «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», εκδόσεις Ίκαρος)