Λογοτεχνία

Γλυκερία Γκρέκου “Μια ανάσταση”

…………….

Γλυκερία Γκρέκου

Ο Νάσος, της Κατίνας ο μοναχογιός, το τρίτο παιδί, το στερνοπούλι, έπαθε- κατά πως λένε- μεγάλο έρωτα με την δασκάλα του ταπητουργείου. Ήταν το 1970, όταν κατέφτασε στην ορεινή κώμη απέναντι του Ολύμπου η νέα και όμορφη Βάγια από ένα χωριό της Λάρισας, για να μάθει στα κορίτσια την τέχνη του αργαλειού.

Μέσα Νοέμβρη, τα καζάνια έσταζαν τσίπουρο με γλυκάνισο, ο Νάσος ετοιμαζόταν για αρραβώνα τα Χριστούγεννα. Δυο χρόνια περίμενε η Ελένη αυτή τη στιγμή. Τα ψέματα είχαν τελειώσει, μία των ημερών θα κατέβαιναν στην Ελασσόνα για τις βέρες και τα δέοντα.

Δύο χρόνια καρδιοχτυπούσε, σαν τον ξεπροβοδούσε στο στενό σοκάκι και γευόταν βιαστικά το φιλί του. Ο Νάσος, ένας ψηλός μελαχρινός νέος, υλοτόμος στο επάγγελμα, όταν καβάλαγε το άλογο, σαν τον Άη  Δημήτρη έμοιαζε. Αναστέναζαν τα κορίτσια στο πέρασμά του, σαν οσμίζονταν τον ιδρώτα του, ανακατεμένο με σαπούνι Παπουτσάνη .

«Καλότυχη η Ελένη! Τι της βρήκε; Τσάκνο σκέτο, μάτια δε σηκώνει, ίσα που ακούγεται, καλημέρα καλησπέρα, δυο κουβέντες όλες κι όλες»,  έλεγαν αναμεταξύ τους.

Μα αν πρόσεχε κανείς τα μάτια της – αχ, τα μάτια της – θα έβλεπε πως έσταζαν μέλι.

Αυτά τα μάτια είχε δει ο Νάσος μια μέρα – Πάσχα ήταν- αυτά τα μάτια που σπάνια τα σήκωνε ψηλά.

Αλλά, αλίμονό του! Σαν αντίκρισε την Βάγια με το πιπεράτο βλέμμα-την πρώτη μέρα του ερχομού  της, καθώς έτρεξε να την βοηθήσει να βρει δωμάτιο για να νοικιάσει – ο έξω από δω τρύπωσε στο μυαλό του και όχι μόνο εκεί.  Αδιάφορη δεν έμεινε κι εκείνη, σαν περνούσε – όχι τυχαία- έξω από το ταπητουργείο, άφηνε τις μαθήτριες να παιδεύονται με τους κόμπους και τα νήματα, έβγαινε στην πόρτα κι όλο σκέρτσο και νάζι τού έκλεβε το νου.

Οι κρυφές συναντήσεις δεν άργησαν να μαθευτούν, οι γονείς τού φώναζαν να σταματήσει τα σούρτα φέρτα με τη δασκάλα, σε λίγο καιρό θα είχαν αρραβώνες.

Καθώς τα Χριστούγεννα κόντευαν, εκείνος το είχε πάρει απόφαση. Έστειλε τη μάνα του βράδυ, να μη δει η γειτονιά, και μήνυσε της Ελένης πως αυτός ο αρραβώνας δεν θα γινόταν .

Απόκριες κατέβηκε στη Λάρισα και γνώρισε την οικογένεια της Βάγιας. Το καλοκαίρι, νιόπαντροι έφευγαν για Αυστραλία έπειτα από πρόσκληση του κουνιάδου του. Ήταν εικοσιπέντε χρονών, ένα παλικάρι ίσα με κει με κάτι πλάτες πέτρινες κι ένα χαμόγελο όλο φως.

Η Ελένη έμεινε πίσω άφωνη, ούτε καλημέρα- καλησπέρα πια, αδιάφορη για τη ζωή Σε δυο τρία προξενιά κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και κλείστηκε στο σπιτικό για πάντα. Λέγανε πως, σαν άκουσε για τη διάλυση του αρραβώνα, κατέβηκε στο υπόγειο και έκανε λαμπόγυαλο τα βάζα με το συκαλάκι. Είχε ποτίσει το χωμάτινο δάπεδο σιρόπι, το φτυάρισε ο πατέρας της να φύγει η πίκρα εκείνης της μέρας.

Κι ακόμα έλεγαν πως την πήγαν στην κλινική του Κατσίγρα, στη Λάρισα, δυο φορές, αλλά ποιο το όφελος; Εκείνη είχε μείνει μια σκιά και μόνο στο σπίτι κυκλοφορούσε.

Στην άλλη άκρη της γης, ο Νάσος δούλευε μέρα νύχτα. Ακουγόταν από τους χωριανούς πως το μαγαζί του ήταν χρυσορυχείο. Έστελνε πού και πού δολάρια στις αδερφές του, το πατρικό είχε γεμίσει τασάκια και φοντανιέρες στο σχήμα της Αυστραλίας και πετσέτες και τραπεζομάντιλα με κεντημένα καγκουρό.

Τον Ιούλιο του 1978 εμφανίστηκε στο χωριό με τη γυναίκα του και τον μονάκριβο γιο του. Είχε λάβει τα μαντάτα για τον πατέρα του, μα δεν τον πρόλαβε ζωντανό.

Μες στη στεναχώρια, χάρηκε η μάνα, τον αγκάλιασε, μια τεράστια αγκαλιά ήταν ο Νάσος. Παρηγορήθηκε που τον είδε όμορφο και δυνατό.  Θηρίο της φάνηκε! Ένα θηρίο με ματιά σκεφτική. «Στενοχωρήθηκε το παιδί μου που δεν πρόλαβε τον γονιό του». Αυτό έβαλε με το νου της και ησύχασε κάπως.

Τα χρόνια περνούσαν έτσι κι αλλιώς. Μια μέρα, καθώς η Ελένη έπινε τον απογευματινό καφέ με δυο γειτόνισσες και τη μάνα της, τις άκουσε να λένε πως ο Νάσος της Κατίνας είχε χάσει λεφτά και περιουσία, πως δεν ήταν καλά, πως για όλα αυτά ευθυνόταν η γυναίκα του. Και σαν δεν μιλούσαν μάνα και κόρη, συνέχισαν με μάγουλα αναψοκοκκινισμένα λέγοντας πως ο Νάσος είχε πιάσει τη γυναίκα του στο κρεβάτι με τον καλύτερό του φίλο.

Η Ελένη μάζεψε τα φλιτζάνια του καφέ κι αμίλητη πήγε στο κουζινάκι να τα πλύνει. Την έπιασε ταραχή μεγάλη, έσπασε ένα πιατάκι, έσκυψε να μαζέψει τα κομμάτια και πεσμένη στα γόνατα έκλαψε για πρώτη φορά από τη μέρα του χωρισμού. Με ένα κλάμα σαν γοερό μουγκρητό, που νότισε τα μανίκια της και μαλάκωσε την στεγνή ψυχή της.

Η αλήθεια ήταν πως τα  μαντάτα για την κατάσταση του Νάσου δεν απείχαν πολύ από την πραγματικότητα. Οι συμπατριώτες έγραφαν  πως έχασε το νου του, πως το παιδί δεν ήταν δικό του, πως η γυναίκα του είχε ξαναφτιάξει τη ζωή της.

Μια μέρα, Απρίλης του 1983 ήταν, κατέφτασε ο Νάσος στο χωριό. Δεν είχε κλείσει ακόμα τα σαράντα, μα ήταν λες και κουβαλούσε έναν γέρο στο κορμί του. Γκρίζα μαλλιά, πρόσωπο στεγνό, στόμα που οι γραμμές στην άκρη είχαν πάρει τον κατήφορο.   Πού είχαν χαθεί αυτές οι πλάτες που νόμιζες πως θα σηκώσουν τη γη πάνω τους; Μα, το πιο στενάχωρο, αυτό που έκανε τη μάνα να μην αναγνωρίζει το παιδί της, ήταν η ματιά του. Μια ματιά φευγάτη, άδεια, ούτε πίκρα, ούτε χαρά. Μια ματιά που κοιτούσε λες και δεν έβλεπε τίποτα.

Κάθε πρωί, κάθε απόγευμα καθόταν στην ίδια καρέκλα του καφενείου « Όλυμπος », ρουφούσε τον καφέ του κι όταν τον ρωτούσαν κάτι, δεν απαντούσε, μόνο κουνούσε το κεφάλι.

Αυτό το κεφάλι είδε η Ελένη το βράδυ της Ανάστασης. Όσο κι αν είχε αλλάξει, αυτή θα τον αναγνώριζε από την μυρουδιά του και μόνο.

Τον προσπέρασε, στάθηκε μπροστά του, σήκωσε τα μάτια της, Έπεσε σιωπή.

« Χριστός Ανέστη!», είπε μόνο. Εκείνος φάνηκε να μην κατάλαβε ποια ήταν. Τρεμόπαιξαν τα βλέφαρά του, κούνησε το κεφάλι του.

Στην επιστροφή για το σπίτι  άλλαξε δρόμο. Τα βήματά του τον πήγαν σε ένα σοκάκι ξεχασμένο από χρόνια. Στο μισοσκόταδο ακούμπησε την πλάτη στον τοίχο, η ναρκωμένη σκέψη του έγινε ακρίδα.

Να η Ελένη, η ήρεμη ματιά της, το βιαστικό φιλί, ο αρραβώνας που δεν έγινε, η τρέλα σαν έβλεπε τη Βάγια, η Αυστραλία, το γεμάτο ρεστοράν του, η μέρα που γύρισε ξαφνικά στο σπίτι και τους είδε, το μυαλό που γύρισε ανάποδα, ο γιατρός, τα χάπια, η Ελένη τούτο το βράδυ, μια σκιά μελωμένη.

« Στιούμπιντ! Στιούμπιντ! » είπε και κοπάνισε το χέρι στο κεφάλι του.

Την άλλη μέρα, ανήμερα του Πάσχα, εκείνη ντύθηκε με τα καλά της. Τα αφόρετα χρόνια. Που είχαν ποτιστεί από τη μυρουδιά της ναφθαλίνης.

« Τι κάνεις, πού θα πας; » Είπε η μάνα της ανήσυχη.  Δεν της απάντησε, τύλιξε  μια πλεξούδα τσουρέκι, βγήκε στο δρόμο, έφτασε στη γειτονιά του, δεν λογάριασε κανέναν στη διαδρομή. Χτύπησε την πόρτα, της άνοιξε εκείνος. Τον προσπέρασε,   μπήκε στη σάλα,  ακολούθησε αυτός με βήμα αργό. Με τα δάχτυλά της παραμέρισε ένα γκρίζο τσουλούφι στην άκρη. Τον κοιτούσε κατάματα. Έπιασε τα χέρια του. Δεν μιλούσε κανείς, σήκωσε τις παλάμες της πιο ψηλά, τα μπράτσα του ήταν αδύναμα, σαν ζυμάρι τα ένιωσε, τα μάτια του είχαν μαύρους κύκλους, Τον ταρακούνησε. Ύστερα με την ανάστροφη του χεριού της χάιδεψε το μάγουλό του, ένιωσε τη σύσπαση του προσώπου του, Η ματιά, στιγμιαία, ζωντάνεψε. Τα κρεμασμένα χέρια του ανασηκώθηκαν μια ιδέα, εκείνη τα έσφιξε ακόμα πιο πολύ.

« Είμαι εδώ. Δεν έφυγα ποτέ»

Ήταν σίγουρη πως αργά ή γρήγορα η αρκούδα θα έρχονταν κοντά στο μέλι.