Όλυμπος: Η Ορειβατική Ομάδα Βέροιας "Τοτός" στον Αγ. Αντώνη από Πριόνια και Μαυρόλογγο

Περιγραφή:  Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος

Φωτογραφίες:  Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος, Αθανάσιος Συργιάννης, Αντώνιος Τολιόπουλος

Κυριακή 04-11-2018.

Έξω απόλυτο σκοτάδι. Ο ουρανός γεμάτος αστέρια. Μία ακόμη Κυριακάτικη μέρα ξεκινούσε. Ξεκινούσαμε και εμείς, τα μέλη της ορειβατικής ομάδας Βέροιας «Τοτός», για το ραντεβού μας με την φθινοπωρινή Φύση. Τα ρολόγια δείχνανε 05.40΄ π.μ.

Ήταν η ώρα που αναχωρούσαμε για την κυριακάτικη καθιερωμένη δραστηριότητά μας στις πολύχρωμες, αυτή τη φορά, πλαγιές ορεινών όγκων και να προσπαθήσουμε, δοκιμάζοντας τα όριά μας,  να τους κατακτήσουμε.

Το πρόγραμμα της ορειβατικής μας εξόρμησης ήταν: «Ανάβαση στην κορυφή ‘‘Αγ. Αντώνιος’’ (υψ. 2.815 μ.) ξεκινώντας από τα ‘‘Πριόνια’’ Ολύμπου (υψ. 1.100 μ.) και περνώντας μέσα από τον ‘‘Μαυρόλογγο’’».

Φεύγοντας από την Βέροια, η πόλη ακόμη… κοιμόταν… και ο νυχτερινός φωτισμός χρωμάτιζε με το δικό του ξεχωριστό τρόπο τα όμορφα καλντερίμια της παλιάς πόλης, καθώς και τους έρημους, από κίνηση, δρόμους της (φωτ. 1).

Προορισμός μας το Λιτόχωρο. Φτάνοντας στην κωμόπολη της Πιερίας, που «φωλιάζει» στους πρόποδες του βουνού των θεών, άρχισε να ξημερώνει. Αρχίσαμε να ανηφορίζουμε τον ασφαλτόδρομο με τα πολλά στροφηλίκια του, που οδηγούσε στα «Πριόνια» Ολύμπου.

Περνούσαμε μέσα από πυκνά δάση οξιάς, που με το πρώτο φώς της μέρας άρχιζαν να χρωματίζονται. Ο ήλιος με τα χρώματά του και η Φύση με τη φαντασία της… «ζωγράφιζαν», δημιουργώντας ένα απερίγραπτο φθινοπωρινό σκηνικό, ένα φανταστικό έργο τέχνης.

Πολυχρωμία παντού και τα πεσμένα φύλλα κάλυπταν, σαν ένα σκουρόχρωμο καφετί χαλί με κίτρινες βουλίτσες, τις άκρες του ασφαλτόδρομου. Χρειαστήκαμε 17 χιλιόμετρα οδικής πορείας, περνώντας μέσα από  δάση εναλλασσόμενης βλάστησης, για να φτάσουμε στα 1.100 μέτρα υψόμετρο. Στη θέση «Πριόνια» τα ρολόγια μας δείχνανε 07.30΄ π.μ.

Στο parking, τα αυτοκίνητα των επισκεπτών-ορειβατών λιγοστά και η ανθρώπινη παρουσία απούσα. Μόνο εμείς, οι 7 της ομάδας, και τα 2-3 χαριτωμένα τετράποδα που μας «υποδέχτηκαν» στο ψυχρούτσικο, εκείνη την ώρα, τοπίο κουνώντας την ουρά τους και έχοντας παιχνιδιάρικη διάθεση (φωτ. 2).

Αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την πολύωρη και κοπιώδη ανάβαση. Στα σακίδιά μας τα πιο απαραίτητα και πολλά νερά. Ενεργοποιήσαμε τα GPS για την καταγραφή της πορείας, καθώς και των απαραίτητων για μας στοιχείων. Στη συνέχεια, συντονίσαμε και τους ασυρμάτους επικοινωνίας.

Αφού ετοιμαστήκαμε, ξεκινήσαμε για την ορειβατική μας δραστηριότητα. Μαζί μας και ο Αντώνης Λ., που ερχόταν για πρώτη φορά με την ομάδα να δοκιμάσει τις δικές του αντοχές (φωτ. 3).

Παντού απόλυτη ησυχία, μόνο οι δικές μας φωνές ακούγονταν. Μπήκαμε στο Ευρωπαϊκό μονοπάτι «Ε4» της κλασικής διαδρομής και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε. Βαδίζαμε πάνω σε μονοπάτι που η Φύση «έστρωσε» με… χαλί…από πολύχρωμα φύλλα «καλωσορίζοντάς» μας, με τον τρόπο αυτό, στο φθινοπωρινό βασίλειό της (φωτ. 4).

Η πορεία ανηφορική. Το μονοπάτι ποικιλόμορφο, καλά δουλεμένο και με πολύ καλή σήμανση. Είναι περπατημένο από εκατομμύρια πόδια επισκεπτών-ορειβατών και έχει περάσματα μέσα από περιοχές εναλλασσόμενης βλάστησης.

Η πλούσια χλωρίδα, η οργιώδης βλάστηση, τα πανύψηλα δένδρα οξυάς, μαυρόπευκου και έλατου μας άφηναν άφωνους στο αντίκρισμά τους (φωτ. από 5 έως και 13).

Χρειαστήκαμε 40 λεπτά ανηφορικής πορείας, περνώντας μέσα απο ένα μαγευτικό τοπίο, για να βρεθούμε στα 1.300 μέτρα υψόμετρο, στη θέση δηλαδή «Πηγαδούλι» με το κιόσκι. Νερό από την πετρόχτιστη βρύση δεν έτρεχε.

Μία ολιγόλεπτη στάση. Ομαδική πρωϊνή φωτογραφία και ξεκινήσαμε για τη συνέχεια (φωτ. 14, 15).

Σε λιγότερα από 5 λεπτά πορείας, από το σημείο με το κιόσκι, συναντήσαμε το μονοπάτι, στα αριστερά μας, που οδηγούσε μέσα στο ρέμα «Μαυρόλογγο» και στη συνέχειά του: ή στο «Λιβαδάκι» ή τον «Καλόγερο».

Στις κίτρινες πινακίδες αφήσαμε το «Ε4» και κάναμε αριστερά, μπαίνοντας στο μονοπάτι που τα παλιά χρόνια χρησίμευε σαν πέρασμα κτηνοτρόφων. Κατηφορίζοντας την πλαγιά μπαίναμε  όλο και περισσότερο μέσα στο ρέμα.

Ακολουθούσαμε τα κόκκινα σημάδια σε λευκό πλαίσιο. Το τοπίο απερίγραπτα μαγευτικό, με πυκνή βλάστηση εναλλασσόμενης χλωρίδας. Οξιές, τμήματα με λογής-λογής δένδρα, θάμνους, πυξάρια κ.α. Τα συναισθήματα ανάμεικτα. Οι εικόνες αμέτρητες, φανταστικές.

Από ένα άνοιγμα, μέσα στο «Μαυρόλογγο», μπορέσαμε να δούμε τμήμα της κορυφογραμμής του βουνού των θεών (φωτ. από 16 έως και 21).

Κάποια στιγμή αρχίσαμε να ανηφορίζουμε την απέναντι πλαγιά του ρέματος. Από το σημείο εκείνο άρχιζε το πιο απαιτητικό κομμάτι της διαδρομής. Τα φυλλοβόλα δένδρα άρχισαν να δίνουν χώρο στο μαυρόπευκο και το έλατο. Ανηφορίζοντας περάσαμε και από μια περιοχή ολότελα σκαμμένη από αγριογούρουνα που την είχαν, όπως φαίνεται, επισκεφτεί (φωτ. από 22 έως και 26).

Συνεχίζαμε. Χρειαστήκαμε 50 λεπτά πορείας, από τη θέση «Πηγαδούλι», για να φτάσουμε σε ξέφωτο που βρίσκεται στα 1.720 περίπου μέτρα υψόμετρο. Ήταν το μόνο ανοικτό σημείο με φανταστική θέα.

Ολιγόλεπτη στάση. Μπάρες δημητριακών, φρούτα και γεμιστά μπισκότα το menu μας στο ξέφωτο, που από τα αριστερά του, όπως ανεβαίνουμε, έχει το «Ρέμα Μελτζανι» και στα δεξιά του κείνο του «Μαυρόλογγου».

Ο Τοτός, ο 80χρονος αρχηγός μας, μέσα στην τρελή χαρά (φωτ. 27).

Στο σημείο διακλαδίζονται μονοπάτια με διαφορετικούς το καθένα προορισμούς.

Φωτογραφίες. Ρίξαμε μια τελευταία ματιά στο γύρω τοπίο. «Εφοδιαστήκαμε» με κουράγιο και πείσμα για τη συνέχεια, ξαναφορτωθήκαμε τα σακίδιά μας και ξεκινήσαμε για πιο ψηλά. Ανηφορίσαμε την πλαγιά μέχρι το σημείο που το μονοπάτι χωρίζεται στα δύο.

Φτάνοντας στο σημείο, ακολουθήσαμε εκείνο, στα δεξιά, που οδηγούσε στην κορυφή «Καλόγερος». Το άλλο οδηγούσε στα 2.100 μέτρα υψόμετρο, στη θέση «Λιβαδάκι» με το μικρό πέτρινο καταφύγιο ανάγκης. Ξαναμπαίναμε στο πυκνό πευκόδασος (φωτ. 28, 29).

Η πορεία μας «ζιγκ-ζαγκ», στο πιο απαιτητικό κομμάτι της διαδρομής, με το μονοπάτι να περνά από δασωμένη πλαγιά του ρέματος «Μαυρόλογγος» με πολύ μεγάλη κλίση, που σε πολλά τμήματά της να γίνεται απότομη .

«Κινητήρια δύναμή» μας η…επιμονή και «καύσιμη ύλη» η…αντοχή μας. Όλο ανηφόρα, χωρίς κανένα οριζόντιο κομμάτι Εμείς συνεχίζαμε. Ακολουθούσαμε τα κόκκινα σημάδια. Τα βήματα αργά και οι ανάσες βαθιές.

Παντού η σιωπή του δάσους. Σιωπούσαμε και εμείς για να εξοικονομήσουμε δυνάμεις. Ανεβαίνοντας περάσαμε μέσα από δάση πανύψηλων πεύκων και στη συνέχεια από ελατοδάση. Κάποια γιγάντια ρόμπολα προσπαθούσαν με το γιγάντιο μέγεθός τους να φανούν και να εντυπωσιάσουν.

Εικόνες διαφορετικές. Το κάθε κομμάτι της διαδρομής με τη μαγεία του, με τη δική του ιδιαίτερη και ξεχωριστή ομορφιά (φωτ. από 30 έως και 34).

Κοντεύαμε στα 2.080 μέτρα υψόμετρο, στο σημείο δηλαδή που το μονοπάτι χωρίζεται στα δύο. Το αριστερά,  το πιο ανηφορικό, που οδηγούσε στην κορυφή «Καλόγερος» και το κατηφορικό, που οδηγούσε στη θέση «Σταυροιτιές» και στη συνέχειά του στο «Ε4».

Εκεί, συναντά κανείς την ένδειξη «ΚΑ» (=«Καλόγερος») με κόκκινα γράμματα στο κορμό ενός μαυρόπευκου και λίγο πιο πάνω ένα κόκκινο βέλος σε βράχο. Εμείς ακολουθήσαμε το δεύτερο, εκείνο που περνούσε από οριζόντια τμήματα της διαδρομής ή άλλα με πιο ήπιες κλίσεις (φωτ. 35, 36).

Το δάσος όσο προχωρούσαμε αραίωνε. Πλησιάζαμε στην Αλπική ζώνη με τα ορεινά χορτολίβαδα. Το σκηνικό άρχιζε, βήμα-βήμα, να ξεδιπλώνει γύρω μας και να μας χαρίζει όλο το μεγαλείο του ορεινού όγκου. Από τα δεξιά μας οι ψηλότερες κορυφές του Ολύμπου.

Ταξιδεύοντας το βλέμμα μας, από τα αριστερά προς τα δεξιά, αντικρίζαμε: «Σκολιό» (υψ. 2.904 μ.), «Σκάλα», «Μύτικας» (υψ. 2.917 μ.), τμήμα του «Στεφάνι» (υψ. 2.907 μ.), «Πρ. Ηλίας» (υψ. 2.787 μ.). Διακρίναμε, επίσης, τα καταφύγια: «Γ. Αποστολίδης», «Χρ. Κάκαλος».

Χαμηλά βλέπαμε: το ρέμα «Μαυρόλογγος» και κάπου στη μέση, διακρίναμε το «ζιγκ-ζαγκ» του μονοπατιού «Ε4», που περνά δίπλα από το ελικοδρόμιο κοντεύοντας στο καταφύγιο «Σπ. Αγαπητός».

Κοιτάζοντας πίσω μας: ο κάμπος του Λιτόχωρου καλυμμένος από τα κατάλευκα σύννεφα και λίγο πιο πέρα, στο βάθος…πάνω από τα σύννεφα…, ο Θερμαϊκός Κόλπος.

Στα αριστερά μας, η πετρώδης πλαγιά της πλευράς του «Καλόγερου» (φωτ. από 37 έως και 41).

Όσο ανηφορίζαμε, τα δένδρα λιγόστευαν παραχωρώντας τη θέση τους στα χορτολίβαδα της Αλπικής ζώνης, που άρχιζαν να «ξεδιπλώνονται» μπροστά και γύρω μας.

Περπατούσαμε πάνω από τα…σύννεφα. Ομορφιά, απερίγραπτες εικόνες (φωτ.  42, 43, 44).

Στα 2.180 μέτρα υψόμετρο αποφασίσαμε να κάνουμε μια ολιγόλεπτη στάση, πριν την τελευταία κοπιαστική ανάβαση προς την κορυφή του προορισμού μας. Το τοπίο γυμνό από δένδρα, αλλά γεμάτο από κορυφές και υψώματα (φωτ. από 45 έως και 49).

Αφού ξεκουραστήκαμε, ξαναφορτωθήκαμε τα σακίδιά μας και ξεκινήσαμε. Περπατούσαμε πάνω στο χαμηλό χορταράκι, ακολουθώντας τους πέτρινους «κούκους» της σήμανσης του μονοπατιού (φωτ. 50).

Άρχισε να φαίνεται η κορυφή «Αγ. Αντώνιος», καθώς και η πλαγιά που θα ανηφορίζαμε μέχρι τα 2.815 μέτρα υψόμετρο.

Ο ήλιος από πάνω μας να καίει και εμείς να συνεχίζουμε. Είχαμε, ακόμη, αποθέματα αντοχής για την τελευταία απαιτητική ανάβαση ( φωτ. 51, 52).

Και αυτή τη φορά, είχαμε την τύχη να συναντήσουμε αγριοκάτσικα του Ολύμπου, που έβοσκαν σε ομάδες, σαν μετακινούμενες σκουρόχρωμες καφετί κουκίδες, στα ορεινά χορτολίβαδα του βουνού των θεών (φωτ. 53).

Συνεχίζαμε.

Στα 2.600 μέτρα υψόμετρο αρχίσαμε να ανηφορίζουμε την πλαγιά με μεγάλη κλίση, ακολουθώντας τα πράσινα σημάδια και τους πέτρινους «κούκους» του μονοπατιού που οδηγούσε προς την κορυφή (φωτ. 54, 55).

Φτάσαμε στην κορυφή. Ήμασταν στον «Αγ. Αντώνιο».

Χρειαστήκαμε 5 ώρες και 15 λεπτά ανηφορικής και πολύ απαιτητικής πορείας για να φτάσουμε, από τα «Πριόνια», στα 2.815 μέτρα υψόμετρο (φωτ. 56, 57, 58, 59).

Ο χαρακτηριστικός Μετεωρολογικός Σταθμός στεκόταν εκεί, εγκαταλειμμένος,  με τα σημάδια τόσο του φθοροποιού χρόνου, όσο και των δυσμενών καιρικών συνθηκών που επικρατούν στο σημείο.

Δεν «παρέλειψαν», και κάποιοι ανεγκέφαλοι, να «αφήσουν» τα δικά τους σημάδια επισκεπτόμενοι την κορυφή. Κρίμα.

Το ευχάριστο είναι ότι, στο εσωτερικό του έχει κατάλληλα διαμορφωθεί ένας χώρος για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν καταφύγιο ανάγκης όταν αυτό χρειαστεί (φωτ. 60)

Από ψηλά βλέπαμε όλες σχεδόν τις κορυφές του ορεινού όγκου και χαμηλά, το ολόλευκο…βαμβάκι…, τα σύννεφα, που κάλυπταν τον κάμπο της Ελασσόνας από τη μια και τον κάμπο του Λιτόχωρου από την άλλη.

Αφού ανακαλύψαμε ένα απάνεμο σημείο, καθίσαμε να κολατσίσουμε απολαμβάνοντας την γύρω θέα. Έφτασε η ώρα για αναχώρηση. Ο δυνατός αέρας δεν επέτρεπε για περισσότερη παραμονή. Φωτογραφίες, τελευταία ματιά και επιστροφή.

Ακολουθούσαμε τους πέτρινους «κούκους» και τα πράσινα σημάδια του μονοπατιού που οδηγούσε προ τις «Σταυροϊτιές» (φωτ. 61, 62, 63, 64).

Η διαδρομή μας κατηφορική. Αρχικά ομαλή, χωρίς καμιά ιδιαίτερη δυσκολία.

Φτάνοντας, όμως, στα 2.600 περίπου μέτρα υψόμετρο, το μονοπάτι άρχιζε να περνά δίπλα ακριβώς από μια απότομη βραχώδη πλαγιά με το σαθρό πέτρωμα, που «έκρυβε» κινδύνους ανεπιθύμητου τραυματισμού (φωτ. 65).

Το πέρασμά μας από το σημείο εκείνο προσεκτικό. Η σήμανση του μονοπατιού: λευκό και κόκκινο στους βράχους. Περνούσαμε δίπλα από γκρεμούς και απότομες πλαγιές. Κοιτάζοντας χαμηλά, το χάος (φωτ. 66, 67, 68).

Φτάνοντας στη βάση του απότομου βράχου μπήκαμε σε μονοπάτι χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία στο πέρασμά του. Κοντεύαμε στο σημείο διασταύρωσης μονοπατιών,. Στις «Σταυροϊτιές» υπάρχουν κατατοπιστικές κίτρινες πινακίδες και ξύλινος πίνακας με τον χάρτη της περιοχής (φωτ. 69, 70).

Συνεχίσαμε.

Περπατούσαμε πλέον το Ευρωπαϊκό μονοπάτι «Ε4». Μέχρι το καταφύγιο «Σπ. Αγαπητός» αντικρίσαμε όμορφες εικόνες. (φωτ. από 71 έως και 74).

Φτάσαμε στο κλειστό, αυτή την εποχή, καταφύγιο «Σπ. Αγαπητός».

Χρειαστήκαμε 1 ώρα και 40 λεπτά κατηφορικής πορείας, από την κορυφή «Αγ. Αντώνιος». Κόσμος λιγοστός στα 2.100 μέτρα υψόμετρο. Εμείς και άλλοι 7 (φωτ. 75).

Καθίσαμε να ξαποστάσουμε, πριν την τελευταία κατηφορική πορεία μέχρι τα «Πριόνια». Τα 20΄ λεπτά ήταν αρκετά να «ξαναγεμίσουν» οι…μπαταρίες μας. Φορτωθήκαμε τα σακίδιά μας και ξεκινήσαμε.

Η διαδρομή μέχρι τα «Πριόνια» γνωστή. Το τοπίο φθινοπωρινό και η πολυχρωμία έκανε τη διαφορά (φωτ. από 76 έως και 81).

Φτάσαμε στα «Πριόνια». Το μαγαζάκι λειτουργούσε. Είχε κάποιους που απολάμβαναν τη ζεστασιά του και τα ζεστά μεζεκλίκια της ώρας.

Άρχισε σιγά-σιγά να σουρουπώνει. Αρχίσαμε και εμείς να ετοιμαζόμαστε για την επιστροφή μας στη Βέροια. Στο σημείο αυτό έφτανε στο τέλος της άλλη μία προγραμματισμένη κυριακάτικη δραστηριότητά μας.

Φύγαμε από τα «Πριόνια» Ολύμπου με αμέτρητες εικόνες που έχουν «αιχμαλωτιστεί» σε μια γωνιά του μυαλού μας και θα μας συντροφεύουν, σαν όμορφες αναμνήσεις, για χρόνια.

Απολογισμός :

Διαδρομή: «Πριόνια» Ολύμπου (υψ. 1.100 μ.)–«Ε4»-«Ρέμα Μαυρόλογγος»-ξέφωτο- μονοπάτι για «Κολόγερο»- κορυφή «Αγ. Αντώνιος» (υψ. 2.815 μ.)-«Σταυροϊτιές»-«Ε4»- Καταφύγιο «Σπ. Αγαπητός»-«Ε4»-«Πριόνια»

Υψομετρική  διαφορά : 2.150 μέτρα (με τα ανεβοκατεβάσματα). Απόσταση:  23 χλμ.

Χρόνος : 9 ώρες και 50 λεπτά ( συνολικός χρόνος )

Συντάκτης

Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος
Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος 67 posts

Γεωπόνος - Ορειβάτης - Φυσιολάτρης

0 Comments

Δεν υπάρχουν σχόλια!

You can be first to comment this post!

Ειδήσεις με Διάρκεια