"Ταφικά έθιμα στους Αρμάνους του Aν. Βερμίου"(2) γράφει ο Γιάννης Τσιαμήτρος

Γιάννης Τσιαμήτρος

     Στο προηγούμενο σημείωμα γράψαμε γενικά για τα ταφικά έθιμα. Στο σημερινό θα επικεντρωθούμε σε αυτά των Αρμάνων του Αν Βερμίου.

Η τεχνολογική ανάπτυξη και οι νέες αστικές συνήθειες απλοποίησαν  τα έθιμα σε όλους τους χώρους της κοινωνικής ζωής των βλαχοφώνων του Αν. Βερμίου. Ωστόσο, οι νέες συνήθειες δεν εισχώρησαν τόσο πολύ στα έθιμα του θανάτου. Αυτό βέβαια ισχύει  περισσότερο σε αυτούς, που ζούνε  στα χωριά  (Μελίκη, Νεόκαστρο, Νησί, Άδεντρο κλπ) και όχι στα αστικά κέντρα (Βέροια, Νάουσα κλπ). Δεν μιλάμε, βέβαια, για τα βλαχοχώρια του Βερμίου γιατί αυτά πλέον είναι παραθεριστικά κέντρα.  Στα χωριά  οι καινοτομίες γύρω από το θάνατο είναι λιγότερες σε σχέση  με άλλα γεγονότα της κοινωνικής ζωής (γάμος, γέννηση κλπ), αν και τώρα τελευταία παρατηρείται μια τάση απλοποίησης των εθίμων του θανάτου ακόμα και στα χωριά.

Ωστόσο, ο φόβος και η αδυναμία των ανθρώπων μπροστά στη  πιο δύσκολη στιγμή της ανθρώπινης ζωής, αλλά και ο κοινωνικός έλεγχος που είναι αμείλικτος σ’ αυτό το θέμα, τους αναγκάζει  ν’αφήνουν σχεδόν άθικτα τα έθιμα, που κληρονόμησαν από τους προγόνους τους, και να τα ακολουθούν σχετικά  πιο πιστά.

Ας μιλήσουμε για τα ταφικά έθιμα των Αρμάνων του Αν. Βερμίου πριν από τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο:

Λένε πως τα προμηνύματα του θανάτου ήταν τα παρακάτω:

Τα μαντρόσκυλα έχουν την δυνατότητα να προμαντεύουν τον θάνατο και ουρλιάζουν ένα μήνα πριν στο μέρος που θα πεθάνει κάποιος από το σπίτι. Στα βλάχικα έλεγε ο κόσμος: «Αούϊ, τσε αούρλ. αξίτσι κ΄.νιλι, πρι κάπλου σ.χίμπ. = πωπώ, τι ουρλιάζουν έτσι τα σκυλιά; Για το κεφάλι του να είναι» (υπονοούσαν θάνατο).

Όταν μαλώνουν τα κοράκια και φωνάζουν, κάποιος από το χωριό θα πεθάνει.

Τον θάνατο τον προμαντεύουν συνήθως οι άνδρες και στην πλάτη του αρνιού.

Αν μια γυναίκα χτενίζεται και ενώ πλέκει τις κοτσίδες της, αφήνει μια τούφα μαλλιά άπλεγα, τότε θα πεθάνει κάποιος από το σπίτι. Γι αυτό οι γυναίκες προσέχουν πάρα πολύ στο χτένισμα.

Τα όνειρα, επίσης, μπορούν να προβλέψουν θάνατο. Όταν δουν ότι βγάζουν δόντια της επάνω σιαγόνας, θα πεθάνει κάποιος από το σόϊ του άνδρα και, όταν είναι της κάτω σειράς, θα είναι από το σόϊ της γυναίκας.  Όταν στον ύπνο βλέπουν ότι βγάζουν δόντια και πονούν πολύ, τότε θα πεθάνουν κάποιος σπιτικός.  Όταν δεν πονούν, τότε θα πεθάνει κάποιος έξω από το σπίτι.

Όταν κάποιος ήταν βαριά άρρωστος από ανίατη αρρώστια και υπέφερε από φριχτούς πόνους, τότε οι συγγενείς του έφερναν από την εκκλησία την εικόνα της Μαύρης Παναγιάς (Μαρία ατσιά λάϊα). Την τοποθετούσαν απέναντι από τον άρρωστο - ανάβοντας και σχετική καντήλα - τη θυμιάτιζαν  πρωί βράδυ, την ώρα που χτυπούσε  το σήμαντρο (τοάκ.). Οι οικείοι έκαναν μετάνοιες και σταυροκοπούνταν μπροστά στην εικόνα. Όταν κάποιος έμπαινε στο σπίτι του αρρώστου, πρώτα έπρεπε να κάνει το σταυρό του στην εικόνα της Μαύρης Παναγίας και μετά να χαιρετήσει τον άρρωστο. Στο άρρωστο έφερναν για δώρο γλυκό του κουταλιού, πορτοκάλια και σούπες.

Ο ετοιμοθάνατος ήθελε όλοι οι συγγενείς του να είναι δίπλα του και αν κάποιος δικός του απουσίαζε, δεν ξεψύχαγε μέχρι να τον δει. Τις τελευταίες στιγμές της ζωής του ο ετοιμοθάνατος έδινε την ευχή του στα παιδιά και στα εγγόνια του, όπως και σε όλους τους συγγενείς του, για μια παντοτινή κι ευτυχισμένη ζωή (σμπ.νέτς, σ’αλιγκίτς σχιτς αγαπ.σίτς, σλι ρτάσμι = να ζήσετε να ασπρίσετε και να είστε αγαπημένοι, και συγχωρέστε με). Ακόμη, αν είχε μαλώσει με κάποιον, τον καλούσε να τον δει  για να συγχωρεθούν και να πεθάνει έτσι ήσυχος.

Απαραίτητη για τον ετοιμοθάνατο ήταν η ‘μεταλαβιά’. Πίστευαν πως με αυτό τον τρόπο ο νεκρός θα συγχωρεθεί από τις αμαρτίες του. Αν κάποιος πέθαινε ‘αμετάλαβος’, πίστευαν ότι η ψυχή του περιπλανιέται και δεν ησυχάζει (Νικουμνηκάτ μουρί  = ακοινώνητος πέθανε). Όταν πήγαινε ο παπάς με την ‘θεία κοινωνία’ να μεταλάβει τον άρρωστο - μελλοθάνατο, ήταν ασκεπής, δεν μιλούσε καθόλου (ήταν μούτος) στο δρόμο. Όσοι έβλεπαν τον διερχόμενο παπά, έκαναν το σταυρό τους, επίσης αμίλητοι. Μπροστά από τον παπά προηγούνταν ένα αγόρι, που στο δεξί του χέρι κρατούσε ξύλινο σκαλιστό σταυρό και στο αριστερό του χέρι είχε αναμμένο φανάρι.  Ο παπάς κοινωνούνε τον άρρωστο και μετά μιλούσε.

Τα παλαιότερα χρόνια αρκετοί πέθαιναν χωρίς να κοινωνήσουν, γιατί ήταν στα μαντριά και δεν υπήρχε παπάς. Λένε πως όσοι πέθαιναν σε στρούγκες, τους σούβλιζαν με ένα καμένο σίδερο στην κοιλιά για να μην βρυκολακιάσουν.

Για όσους χαροπάλευαν για μέρες, λένε πως ήταν αμαρτωλός, άκουγε τα βογγητά αυτών που αδίκησε ή είχε την κατάρα των γονιών του (αβιά μούλτι αμαρτίι, νου λισιά σούφιτλου = είχε πολλές αμαρτίες, δεν έβγαινε η ψυχή του).

Όταν πλησίαζε η στιγμή να ‘βγει η ψυχή’ του ετοιμοθάνατου, γινόταν μεγάλη ησυχία στο σπίτι, για να μη φοβηθεί ο νεκρός και γυρίσει η ψυχή του και τραβήξει περισσότερη  ‘τυράνια’(σνου τουάρν. μόρτουλ σι τράτζι κάμα μούλτου = να μη γυρίσει ο νεκρός και τραβήξει περισσότερα).  Όταν ο ετοιμοθάνατος ήταν νέος και είχε ανησυχίες  στις τελευταίες του στιγμές, λέγανε ότι ‘παλεύει με το Χάρο’.

Μόλις ξεψυχούσε ο ετοιμοθάνατος (ασκ.πέ = γλύτωσε με τον θάνατο), το πρώτιστο μεταθανάτιο μέλημα ήταν ένας αγαπημένος οικείος να κλείσει τα μάτια του πεθαμένου, όπως και το στόμα. Κατόπιν οι πενθούντες ειδοποιούσαν όλους τους στενούς συγγενείς και οι πιο θαρραλέες και ηλικιωμένες γυναίκες αναλάμβαναν  το πλύσιμο, το ξύρισμα, το ντύσιμο και το σαβάνωμα του νεκρού. Το νερό  με το οποίο έπλεναν το νεκρό, το έχυναν προσεκτικά έξω από το σπίτι του, στον τοίχο για να μη το πατήσουν οι ζωντανοί με τα πόδια τους. Οι άντρες έπρεπε να ανοίξουν το λάκκο (γκρουάπ.) και να καρφώσουν το νεκροκρέβατο.

Πρέπει να σημειωθεί ότι στο σπίτι παλιότερα τον νεκρό δεν τον τοποθετούσανε πάνω σε ψηλό στήριγμα, αλλά κάτω στο πάτωμα, ενώ  οι συγγενείς του κάθονταν στα γόνατα και τον πενθούσαν. Αργότερα άρχιζαν να τον τοποθετούν πάνω σε κρεβάτι ή τραπέζι. Το πρόσωπο του το έστρεφαν προς την ανατολή και τον έβγαζαν έξω με τα πόδια, για να μη ‘πάρει’ κι άλλον μαζί του.

Οι γυναίκες, όσο ο νεκρός ήταν ακόμη ζεστός, με ένα μαντήλι έδεναν το κεφάλι και το πηγούνι  για να μη μείνει ανοιχτό το στόμα. Έκαναν, επίσης, ένα  μικρό σταυρό από κερί στο μέτωπό του. Του φορούσαν καινούργια ρούχα, που τα φύλαγε ο ίδιος για αυτή την ώρα (στράνιλι ντιτ μουάρτι = ρούχα  για το θάνατο). Τα ρούχα που φορούσε ο νεκρός, όταν ξεψύχησε, τα πετούσαν ή τα καίγανε.

Μετά του σταύρωναν τα χέρια, τα έδεναν στο ύψος της κοιλιάς και  έδεναν επίσης τις άκρες των ποδιών με άσπρες κορδελίτσες. Στα χέρια τοποθετούσαν μια εικόνα, ενώ στα πόδια στερέωναν μια αναμμένη λαμπάδα. Πίστευαν ότι ο νεκρός θα ‘λιώσει’, όπως η λαμπάδα.

Έβαζαν  δίπλα του το μπαστούνι του, την γκλίτσα του, το καπέλο του ή οτιδήποτε άλλο προσωπικό του αντικείμενο. Έβαζαν ακόμα θυμίαμα στο στόμα, στις μύτες και στα αυτιά για να βρεθεί θυμιασμένος στον άλλον κόσμο και  να μπορέσει να περάσει στον παράδεισο.

Στα πόδια του τοποθετούσαν καντηλάκι με λάδι που έκαιγε συνεχώς, για να έχει φως και η ψυχή να φύγει πιο εύκολα. Δίπλα από το καντήλι υπήρχε ένα ταβάς με αλεύρι, όπου έβαζαν τα κεριά. Το αλεύρι αυτό κατόπιν το ζύμωναν στις 3 ημέρες και το έφτιαχναν πρόσφορο (λειτουργιά) για την εκκλησία. Επίσης, μέχρι τη στιγμή που ο νεκρός ήταν στο σπίτι, δεν σκούπιζαν. Το έκαναν, αφού τον σηκώσουν, για να πάρει ότι υπήρχε μαζί του.

Όταν ο νεκρός ήταν έτοιμος, όλοι οι γνωστοί και συγγενείς έρχονταν με λουλούδια και κεριά για να τον ασπαστούν. Πολλοί έφερναν και δώρα, μαντήλια με καραμέλες, μπισκότα, καρύδια κλπ για να ‘πάει χαιρετίσματα ο νεκρός στους δικούς τους πεθαμένους’. Ο βαφτισιμιός του πεθαμένου έβαζε  μια πετσέτα. Οι σπιτικοί έριχναν επίσης περισσότερο κέρματα ‘για να πληρώσει για να πάει στον παράδεισο’!  Όλα αυτά τα έβαζαν εκεί κοντά στο νεκρό.

Μόλις σουρούπωνε, σκέπαζαν το πρόσωπο του νεκρού και οι πιο στενοί συγγενείς του τον ξενυχτούσαν. Σκέπαζαν ακόμα και τους καθρέφτες του σπιτιού. Πρόσεχαν να μη περάσει καμιά γάτα ή κανένας σκύλος από το δωμάτιο του νεκρού, γιατί το είχανε για κακό σημάδι.

Οι γυναίκες  μοιρολογούσαν την ημέρα, αλλά το βράδυ, αφού  σκέπαζαν το πρόσωπο του νεκρού, σταματούσαν το μοιρολόι και τον ξενυχτούσαν. Το πρωί συνέχιζαν το μοιρολόι μετά το ξεσκέπασμα του προσώπου. Υπήρχαν ειδικές μοιρολογίστρες, που  ήξεραν πολλά μοιρολόγια και στα βλάχικα και στα ελληνικά. Στα μοιρολόγια  παίνευαν τα προτερήματα και τη ζωή του νεκρού και αποσιωπούσαν τα ελαττώματά του. Τα μοιρολόγια ήταν μακρόσυρτα θρηνητικά τραγούδια και πολλές φορές οι μοιρολογίστρες αυτοσχεδίαζαν ανάλογα με το νεκρό και τα έκαναν πιο αληθινά και  πολύ συγκινητικά.

Ένα  συνηθισμένο και χαρακτηριστικό από τους οικείους του νεκρού μοιρολόι στα βλάχικα  είναι το εξής:

«Πάπλου τζ΄.τσι  τρας ν. φούγκ., σλάϊλι φιτσιόρλι νου λα λάσ. Σιέτζ αφέντη νίγκ. ιάστι σεάρ., σμ΄.ν. ταχ.νά  βα φούτζ».

Μετάφραση: «Ο παππούς είπε να φύγει και τα καημένα παιδιά  δεν τον αφήνουν.  Κάτσε αφέντη ακόμα αυτό το βράδυ και φεύγεις αύριο το πρωί».

Σε αυτό το μοιρολόι έκαναν αναφορά σε όλους τους συγγενείς. Δηλαδή, εκτός από φιτσιόρλι (παιδιά), έλεγαν και ‘μάμα’(μάνα)  και φράτς (αδέλφια) και μβιάστι (νύφες) κλπ.

Στα ελληνικά αναφέρουμε το εξής :

« -Μάνα μου μη με διώχνεις!  -Δε σε διώχνω αγόρι μου, φεύγεις μοναχός».

Όλες οι γυναίκες μαυροφορούσαν και κάλυπταν το κεφάλι με μαύρο μαντήλι. Οι άντρες (πατέρας, θείοι, αδέλφια, ανεψιοί, μέχρι και πρώτα ξαδέλφια) φορούσαν σκούρα ρούχα, ήταν αξύριστοι, φορούσαν πένθος στο αριστερό χέρι (και στο πέτο του σακακιού) ή μαύρη γραβάτα, τουλάχιστον μέχρι τις σαράντα μέρες.

Ο παπάς έρχονταν την καθορισμένη ώρα και οι άντρες έσπαγαν ένα πιάτο ή ένα ποτήρι ή φλιτζάνι για να δείξουν τη λύπη τους και  να ‘εξαφανίσουν το νεκρικό μίασμα’. Όταν παίρνανε τον πεθαμένο οι γυναίκες έβαζαν  τα στρωσίδια (τις σάσμες) ανάποδα στο πάτωμα  και κάρφωναν με ένα μεγάλο καρφί το μέρος, όπου αυτός ήταν. Βέβαια, όλοι οι συγγενείς και φίλοι σταματούσαν την εργασία τους και με τα καλά τους ρούχα ακολουθούσαν το νεκρό μέχρι τη τελευταία του κατοικία, ενώ στην εκκλησία όλοι έδιναν τον τελευταίο ασπασμό. Τέσσερις ή έξη  άντρες κουβαλούσαν το νεκροκρέβατο στους ώμους τους.

Ο νεκρός με συνοδεία, αποτελούμενη από τον παπά, τον ψάλτη, τα εξαπτέρυγα, τα φανάρια, τους συγγενείς, τους φίλους και τους συγχωριανούς οδηγούνταν στην εκκλησία. Μόνο οι νιόπαντρες νύφες και τα παιδιά μέχρι την εφηβεία δεν συμμετείχαν στις νεκρώσιμες πομπές.

Η ταφή του νεκρού θεωρείται από την απώτατη αρχαιότητα ένας απαράβατος ηθικός νόμος. Όσοι μένουν άταφοι περιπλανώνται πάνω στη γη, χωρίς ελπίδα να μεταβεί η ψυχή τους στον Άδη για ανάπαυση και συνέχιση της εκεί ζωής. Η ταφή γίνεται πριν τη δύση του ήλιου και παίρνει ευρύτερη κοινωνική σημασία με την ηθική συμπαράσταση στην οικογένεια του νεκρού. Πριν ενταφιάσουν το νεκρό, ο παπάς λύνει τα χέρια και τα πόδια του, για να μπορεί να κινείται ελεύθερα η ψυχή του στον Κάτω Κόσμο. Την ώρα που κατεβάζουν το φέρετρο στο λάκκο, ο παπάς ρίχνει κρασί και κόλυβα και όλοι μαζί από τρεις ‘χεριές’ χώμα. Επίσης, σπάζουν τη στάμνα που περιείχε το κρασί και το αφήνανε πάνω στο χώμα. Το σπάσιμο αυτό έχει εκφοβιστική σημασία για το Χάρο, ώστε να μην ξανάρθει.

Μετά τη ταφή, όλοι γυρνούσαν στο σπίτι του νεκρού για να συλλυπηθούν τους δικούς του και να φάνε για τη ψυχή του. Έπλεναν τα χέρια τους και όλοι κερνιόντουσαν λουκούμι και κονιάκ ή ούζο (άντρες). Στη συνέχεια έστρωναν τα τραπέζια και σέρβιραν φασόλια, ελιές, ρύζι, και κόκκινο κρασί. (τρι π.ριγουρίι = για παρηγοριά). Μετά την ταφή ο παπάς πήγαινε στο σπίτι και διάβαζε αγιασμό. Επίσης ασβέστωναν  το δωμάτιο του νεκρού και κάθε Σάββατο μέχρι τις σαράντα μέρες δεν έκαναν μπάνιο. Σε αυτό το δωμάτιο θα έκαιγε άσβηστο καντήλι, επίσης, για σαράντα ημέρες και όλες αυτές τις μέρες η οικογένειά του θα έδινε πρόσφορο (λιτουργίι) στην εκκλησία και άναμμα για τη σωτηρία της ψυχής του πεθαμένου. Τα πρόσφορα του πρώτου σαρανταημέρου ήταν κάπως μικρότερου μεγέθους και μοιράζονταν ανά δέκα κάθε Σάββατο.

Το νεκρό το διάβαζαν στις τρεις, στις εννιά, στις σαράντα μέρες, στους έξη μήνες και στο χρόνο. Στις τρεις και στις εννιά πήγαιναν στην εκκλησία μόνο οι γυναίκες μ’ένα πιάτο κόλλυβα. Μνημόσυνα, επίσης, έκαναν στη γιορτή του νεκρού και  κατά τα λεγόμενα «Ψυχοσάββατα», δηλ. τις Απόκριες και τη Μεγάλη Σαρακοστή.

Στις  σαράντα ημέρες (μνημόσυνο) ετοίμαζαν πάλι κόλλυβα για να μοιράσουν σε όλο τον κόσμο. Τότε δεν υπήρχαν οι σημερινές τοιχοκολλημένες προσκλήσεις για τα μνημόσυνα. Έτσι η πρόσκληση γινότανε από σπίτι σε σπίτι από τη μεριά του νεκρού. Εβραζαν σιτάρι στο καζάνι (κόλλυβα) και το έβαζαν σε πανέρια, χτυπούσαν τα σπίτια, και μόλις οι καλεσμένοι κατέβαιναν, έβαζαν κόλλυβα σ’ένα πιάτο με ένα κουτάλι, προσκαλώντας τους έτσι για το μνημόσυνο των σαράντα ημερών. Αργότερα έφτιαχναν για αυτή τη δουλειά μικρά σιμιτάκια. σε πανέρια. Μετά την τελετουργία του μνημόσυνου στην εκκλησία, οι κοντινοί συγγενείς έτρωγαν στο σπίτι του νεκρού και μάλιστα κρέας, συνήθως γιαχνί με πατάτες σε καζάνι, αφού μέχρι τότε δεν έτρωγαν γιατί πίστευαν ότι δεν ήταν σωστό (δεν ‘έκανε’).

Ανάλογα με την ηλικία του νεκρού ήταν και το πένθος.  Όλο το σόϊ πενθούσε ανάλογα με τη συγγένεια.  Οι περισσότερο κοντινοί συγγενείς πενθούσαν για ένα χρόνο, ενώ οι χήρες πενθούσαν για όλη τους την υπόλοιπη  ζωή. Δεν πήγαιναν στην εκκλησία, ούτε στο σεργιάνι, και για πέντε χρόνια από την ημέρα του θανάτου δεν έβγαιναν από το σπίτι.

Οι μάνες που έχουν χάσει μικρά παιδιά ή και παλικάρια στον πόλεμο την Μεγάλη Πέμπτη μοίραζαν για μνημόσυνο - στα παιδιά που κοινωνούσαν στην εκκλησία - κουλούρια και κόκκινο αυγό (κουλάτσι σι αρόσου όου).

Η ανακομιδή (η εκταφή των οστών του νεκρού και μεταφορά σε άλλο τάφο-αγορασμένο ή σε οστεοφυλάκιο) γινόταν στα  πέντε με έξη χρόνια από το θάνατο. Τότε ξεκάρφωναν το μνήμα (μουρμίντι) και έσπαγαν  την καντήλα, που άναβαν κάθε μέρα οι συγγενείς του πεθαμένου. Αν έβρισκαν το νεκρό άλιωτο, τον έβαζαν σε άλλο μέρος για να ‘χωνέψει’, όπου σε σαράντα μέρες πίστευαν ότι θα  έλιωνε.

Μερικοί λένε πως στα παλιά χρόνια έφερναν στον παπά σαράντα λειτουργιές, ένα μπουκάλι κρασί, ένα μπουκάλι λάδι και τρεις λαμπάδες κι εκείνος για σαράντα μέρες διάβαζε ευχές για να λιώσει ο νεκρός.

Εάν έβγαζαν το νεκρό από τον τάφο για δεύτερη φορά και διαπίστωναν πάλι ότι  δεν έχει διαλυθεί τον έβαζαν σε νέο φέρετρο, που το τοποθετούσαν στα σταυροδρόμια για να το δει όλος ο κόσμος και να πει: «Ντουμνιτζέλου σ. λου λιάρτ. κ. ντι ρ΄.ου σι ντι μπλ.στιμ.΄ρι  νου ντα λόκλου ντι  ν΄.σ. = Ο Θεός να τον συγχωρέσει  γιατί  από τις  κακίες και τις βλασφημίες δεν κολλάει το χώμα επάνω του».

Όταν ένα παιδί γεννηθεί νεκρό, τότε το τοποθετούν πάνω από το τραπέζι ή την τάβλα του σπιτιού και την άλλη μέρα, τα χαράματα, το παίρνουν δυο γυναίκες και το θάβουν έξω από το νεκροταφείο, βάζοντας το στο στόμα του ένα ασημένιο νόμισμα.

Στο σημείο αυτό αξίζει τον κόπο  να παραθέσω ένα άρθρο, που δημοσίευσα στην εφημερίδα ‘ΛΑΟΣ’ της Βέροιας στις 21.05.2010, για  τα έθιμα για το θάνατο από τους ελληνόβλαχους της Παλαιομάνινας. Σαν πηγή χρησιμοποίησα το βιβλίο του συγγραφέα Δημήτρη  Στεργίου με τίτλο: «Τα Βλάχικα έθιμα της Παλαιομάνινας με Αρχαιοελληνικές ρίζες»,  εκδόσεις Παπαδήμα Αθήνα 2001:

Επί ευκαιρίας του Ψυχοσάββατου της Πεντηκοστής θα αναφερθούμε στο βιβλίο «Τα βλάχικα έθιμα της Παλαιομάνινας  Αιτωλοακαρνανίας με αρχαιοελληνικές ρίζες»  του Δημήτρη Στεργίου, όπου καταγράφονται τα κυριότερα έθιμα στο θάνατο (και όχι μόνο) των κατοίκων της Παλαιομάνινας Αιτωλοακαρνανίας, τα οποία όπως αποκαλύπτεται, έχουν βαθιές αρχαιοελληνικές ρίζες και οι οποίες εκτείνονται μέχρι τη μυκηναϊκή και ομηρική εποχή!

Ο συγγραφέας, με την έντονη παρουσίαση σκηνών και ριζών από το βλάχικο γάμο, τη γέννηση, το θάνατο, τις δοξασίες και τα άλλα έθιμα καθώς και ενός ενδεικτικού λεξιλογίου με πάμπολλες μυκηναϊκές, ομηρικές, και άλλες αρχαιοελληνικές και βυζαντινές λέξεις, πιστεύει και προσπαθεί να καταδείξει την αναμφισβήτητη ελληνική πολιτιστική πραγματικότητα και τη με αδιάσειστα στοιχεία επιστημονική αλήθεια για τους Ελληνόβλαχους ή Αρμάνους (Ρωμιοί): ότι, δηλαδή, είναι Έλληνες  αυτόχθονες, που, μετά την καθιέρωση της Λατινικής γλώσσας στην επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, έγιναν, για λόγους επαγγελματικούς, δίγλωσσοι   (μιλούσαν, χωρίς ποτέ να την γράφουν, και την κοινή λατινική).

Έτσι, με το βιβλίο αυτό, του οποίου οι επισημάνσεις για τις μυκηναϊκές, ομηρικές, και αρχαιοελληνικές, γενικώς, ρίζες, δεν μπορούν να θεωρηθούν όλες ως συμπωματικές, ραπίζεται για μιαν ακόμα φορά η σχετική ανθελληνική προπαγάνδα. Από την άποψη αυτή, όλα τα λαογραφικά στοιχεία, που παρουσιάζονται στο βιβλίο αυτό, αποτελούν άρρηκτα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού, της αρχαιοελληνικής παράδοσης και του μακραίωνα  Ελληνισμού, τον οποίο διέσωσαν με τα έθιμά τους, τα τραγούδια τους, τις θυσίες τους και τις ευεργεσίες τους όλοι οι Έλληνες και, φυσικά, και οι Ελληνόβλαχοι.

Στην Παλαιομάνινα έπλεναν το νεκρό με νερό και κρασί, το σαβάνωναν με ένα λευκό σεντόνι κατάσαρκα, του έκλειναν τα μάτια, του σταύρωναν τα χέρια, έβαζαν τριαντάφυλλο στο στόμα και τον  τοποθετούσαν κάτω στο πάτωμα με το κεφάλι προς τη δύση. Αν ήταν ανύπαντρος του φορούσαν στεφάνι. Το νεκρό το σκέπαζαν και προσπαθούσαν να μην το δρασκελίσει γάτα, να μη σερβίρουν νερό και να μη περάσει κανείς από πάνω του.

Του έφερναν λουλούδια και γλυκά (πίτα ντι νιέρι = πίτα με μέλι, ένα είδος μπακλαβά με στριμμένα φύλλα) για να πάει χαιρετίσματα στους άλλους πεθαμένους. Από την ώρα που πέθαινε κάποιος μέχρι τον ενταφιασμό του, η μάνα και η αδελφή του είχαν τα  μαλλιά τους ξέπλεκα, ως δείγμα μεγάλης λύπης. Κατά την τελετή του ενταφιασμού η μάνα του νεκρού κάθονταν πάνω σ’ένα λιθάρι. Φορούσαν μαύρα και ένα μαντήλι μαύρο, σα ζώνη, στο μέτωπο.

Όταν «σήκωναν» το νεκρό, σε αυτό το μέρος έμπηγαν ένα μεγάλο καρφί (κάρφωναν το χάρο), ενώ κρατούσαν τη ζώνη του και την κρεμούσαν ψηλά. Οι νοικοκυρές έριχναν νερό πίσω του από τους δρόμους από όπου περνούσε το φέρετρο.

Το έθιμο επέβαλλε να πλένουν τα χέρια τους οι νεκροθάφτες με αδιάκοπο νερό (να μη σταματούσε καθόλου κατά τη διάρκεια του πλυσίματος). Αυτό σήμαινε ότι δεν  πρέπει να σταματήσει ο χάρος στο δρόμο. Τα χέρια τα έπλεναν ακόμη και μετά την επιστροφή στο σπίτι τους και όσοι ακολουθούσαν την κηδεία.

Κατά την διάρκεια της παραμονής του νεκρού στο σπίτι, ακούγονταν γοεροί θρήνοι από μοιρολογίστρες, που αυτοσχεδίαζαν και που αναφέρονταν στο νεκρό, την εμφάνισή του, την κορμοστασιά του και τα κατορθώματά του στη ζωή.

Ο θρήνος, όπως και το τραγούδι ήταν πολυφωνικό (Αρβανιτόβλαχοι), με πάντα μια γυναίκα ή ένα άντρα κορυφαίο που άρχιζε τα λόγια του θρήνου ή του τραγουδιού, ενώ στη συνέχεια, στίχο-στίχο, επαναλάμβαναν οι άλλοι.

Μετά την ταφή, οι συγγενείς του νεκρού πήγαιναν στους θλιμμένους κρέας, κρασί, ψωμί για παρηγοριά. Όταν τα σφάγια ήταν ολόκληρα, τα πήγαιναν χωρίς τα κεφάλια τους. Το τραπέζι (μνημόσυνο κ.λ.π.) ήταν πάντα πλούσιο, ανάλογα με την ηλικία του νεκρού. Όσο νέος ήταν, τόσο πλουσιότερο τραπέζι έστρωναν.

Πίστευαν ότι η ψυχή του νεκρού πλανιέται επί 40 ημέρες στα μέρη, όπου δραστηριοποιούνταν ή είχε περάσει, όταν ήταν ζωντανός. Ακόμη πίστευαν ότι το σώμα λιώνει, αν το τσιμπήσει φίδι.  Όταν δεν έλιωνε το σώμα του νεκρού πίστευαν ότι ήταν αφορισμένος. Γι’αυτό έβραζαν νερό και ζεματούσαν τον τάφο επί 3 Σάββατα, διότι πίστευαν ότι την ημέρα αυτή είναι στον τάφο ο νεκρός.

Όλα αυτά μας θυμίζουν πολλές σκηνές, ή πολλές πληροφορίες για τον θάνατο στην Αρχαία Ελλάδα. Πρώτο μέλημα και στην αρχαιότητα ήταν να πλυθεί και να αρωματιστεί ο νεκρός με μύρα και να σκεπαστεί με ένα άσπρο σεντόνι. Πλάι στο νεκρό τοποθετούνταν οι αοιδοί (δηλαδή οι μοιρολογίστρες), οι γονείς του νεκρού, οι φίλοι, οι πιστοί, οι γυναίκες των συγγενών, οι οποίες τραγουδούσαν διαδοχικά το πένθιμο τραγούδι, το τελετουργικό θρήνο, στον οποίο οι παρευρισκόμενοι ανταπαντούσαν με θρήνους και σπαραγμούς. Στο θρήνο αυτό έλεγαν, όπως και οι Αρμάνοι, οτιδήποτε από τη ζωή και τη δραστηριότητα του νεκρού που θα προκαλούσε μεγαλύτερο πόνο και σπαραγμό, ο οποίος εκδηλώνονταν με χτυπήματα στο στήθος και με τράβηγμα ξέπλεκων μαλλιών.

Οι παρακάτω πληροφορίες για το θάνατο στην αρχαία Ελλάδα εντοπίζονται  και σε βλάχικες τελετές και δοξασίες θανάτου:

- Στα κλασικά χρόνια έντυναν το νεκρό με καθαρά σάβανα (σεντόνια), σύμφωνα με ένα νόμο του Σόλωνα, δεν έπρεπε να είναι περισσότερα από τρία.

Στο στόμα του νεκρού έβαζαν ένα οβολό, τα πορθμεία του χάρου.

- Οι συγγενείς ήταν ντυμένοι με σκούρα ρούχα, συνήθως μαύρα, κι οι γυναίκες είχαν ξέπλεκα τα μαλλιά τους σε ένδειξη πένθους (σε μερικές περιπτώσεις τα έκοβαν κιόλας).

- Ένα αγγείο, το «αρδάνιο», βρίσκονταν μπροστά στην πόρτα του σπιτιού με νερό που είχαν πάρει από τους γείτονες. Με αυτό το νερό ραντίζονταν και όσοι έβγαιναν από το σπίτι του νεκρού για να προλάβουν το μίασμα του θανάτου.

- Μετά την ταφή επέστρεφαν στο σπίτι για να πλυθούν, να εξαγνιστούν και να παραθέσουν νεκρικό συμπόσιο. Αυτό γινόταν γιατί θεωρούσαν ότι η ψυχή του νεκρού παρευρίσκεται και για το λόγο αυτό έλεγαν μόνο επαινετικά λόγια για τον πεθαμένο. Συμπόσια και θυσίες ακολουθούσαν την 3η, την 9η και την 30η ημέρα από το θάνατο καθώς και ύστερα από τη συμπλήρωση ενός έτους.

- Του νεκρού έκλειναν τα μάτια και το στόμα (οι αρμάνοι το έσφιγγαν με μαντήλι από το σαγόνι έως το κεφάλι) και κάλυπταν το πρόσωπο με πανί. Αυτό το έκανε ή η σύζυγος, ο αδερφός, η αδερφή ή ο γιος.

- Οι γυναίκες έπλεναν το νεκρό με ζεστό νερό.

- Τοποθετούσαν το νεκρό με τα πόδια προς τη πόρτα, σημάδι ότι δεν θα ξαναγύριζε πια.

- Οι φίλοι του σπιτιού δεν θα ξεχνούσαν να πλύνουν τα χέρια τους με τρεχούμενο νερό, γιατί, μπαίνοντας σε ένα σπίτι που το επισκέφθηκε ο θάνατος, έχει μολυνθεί.

- Στο νεκρό έδιναν, πέρα από όσα χρησιμοποιούσε στη ζωή του, και μια πίτα με μέλι για να ημερέψει τον άγριο Κέρβερο.

- Τα επιτάφια συμπόσια για τους  νεκρούς ήταν πλούσια (άφθονο περίδειπνο το χαρακτηρίζει ο Όμηρος στην Ιλιάδα ψ 29-34). Δεν είναι εκπληκτικές οι ομοιότητες;   Και πώς να μην είναι αφού έχουν κοινές ρίζες!!.

(Δημοσιεύθηκε στις 10 & 17.10.2015 στην εφημερίδα ‘Ημερήσια’ της Βέροιας.)

 Ολόκληρο το κείμενο θα αναρτηθεί την ερχόμενη Κυριακή  4 Φεβρουαρίου

Συντάκτης

Γιάννης Τσιαμήτρος
Γιάννης Τσιαμήτρος 73 posts

Φιλοσοφική ΑΠΘ – Χοροδιδάσκαλος - Συγγραφέας

0 Comments

Δεν υπάρχουν σχόλια!

You can be first to comment this post!

Ειδήσεις με Διάρκεια