Έθιμα γέννησης βλαχόφωνων Ανατολικού Βερμίου (3) γράφει ο Γιάννης Τσιαμήτρος

Οικογένεια Πεντεφούντα Βέροια 1930, αρχ ΛΣΒΒ

Γιάννης Τσιαμήτρος

Στα δυο προηγούμενα σημειώματα γράψαμε γενικά στοιχεία για τη γέννηση, κατόπιν ειδικά για την εγκυμοσύνη, τον τοκετό και  λίγα πράγματα για τη λοχεία. Σήμερα ολοκληρώνουμε τη λοχεία και τελειώνουμε την εργασία με τη βάπτιση.

Για  40 μέρες η λεχώνα δεν έβγαινε από το σπίτι και, όταν σουρούπωνε, θυμιάτιζαν το δωμάτιο της, δεν δάνειζαν τίποτα και  δεν άφηναν κανένα να μπει μέσα γιατί το είχαν για κακό και  γιατί κόβονταν το γάλα της. Για να μη ματιάζεται  φορούσε ένα μαντήλι, στο οποίο κομπόδεναν ένα κομμάτι λεμοναριά, σκόρδο, κάρβουνο, σπυρί, θυμίαμα, καρφί κ.α. Γενικά ήταν απεριποίητη για να μη ‘τραβάει’ το μάτι. Για να κατεβάσει γάλα, της έδιναν κρασί, λαχανόπιτες, καβουρντισμένα καρύδια,  ωμό κρεμμύδι, λαδερά φαγητά, σούπες, άσπρο και πηχτό ρύζι κ.α.  Δεν έτρωγε λαγό για να μη λαγοκοιμάται και τρομάζει το παιδί της, ούτε χοιρινό και  ούτε κοκκινοπίπερο για να μη ‘κοκκινίζουν’ τα μάτια του παιδιού. Μέχρι  η λεχώνα να κατεβάσει γάλα,  έδιναν στο μωρό χαμομήλι.

Οικογένεια Μήτρη Τσιαμήτρου , Ξηρολίβαδο 1920, αρχ ΛΣΒΒ

Η ασαράντιστη γυναίκα δεν κοιταζόταν στο καθρέφτη γιατί  ισκιωνόταν, δεν έκανε να δει λείψανο γιατί το παιδί θα γινόταν κιτρινιάρικο και δεν έπρεπε να την δει ο ήλιος  βασιλεύοντας γιατί το παιδί της  θα βασίλευε (πέθαινε) γρήγορα.

Το πρώτο της γάλα (κουλιάστρ.) το μάζευαν, έσβηναν μέσα τρία κάρβουνα και μετά τα τοποθετούσαν στο εικόνισμα. Αν κόβονταν το γάλα της, έπαιρναν τα ίδια κάρβουνα και τα έριχναν στη φωτιά ν’ανάψουν πάλι για να ξανάρθει το γάλα. Αν η λεχώνα δεν είχε πολύ γάλα, καλούσαν τη βυζάχτρα, μια γυναίκα που είχε μικρό παιδί και πολύ γάλα για να βυζάξει το νεογέννητο. Οι βλάχες θήλαζαν για πολύ καιρό τα μωρά τους. Η ‘αποκοπή’ του παιδιού από το μητρικό γάλα γινόταν με αλάτι ή άλλες πικρές ουσίες (κινίνο κλπ), με τις οποίες άλειφαν το στήθος έτσι ώστε το παιδί δεν ήθελε να θηλάσει άλλο.

Έπλεναν το μωρό με αλατόνερο για σαράντα μέρες. Το πρώτο πλύσιμο του, όπως είπαμε,  γινότανε συνήθως στις τρεις μέρες. Επίσης μέχρι τις σαράντα μέρες  έδεναν το κεφάλι του μωρού μ’ένα μαύρο μαντήλι για να μη ματιάζεται αφενός, και αφετέρου  να γίνουν τα αυτιά του όρθια και το κεφάλι στρογγυλό. Ύστερα από τα σαράντα το φορούσαν σκουφάκι με φλουρί για να είναι γερό και να γίνει πλούσιο και του έβαζαν ξερό σκόρδο για το ‘μάτι’. Οι γονείς καρφίτσωναν επίσης φυλαχτό με μια παραμάνα στο φανελάκι του μωρού αριστερά στο μέρος της καρδιάς ή το κρεμούσαν από το λαιμό στο κάτω από το αριστερό χέρι. Το παιδί κρατούσε το φυλαχτό μέχρι τα εφηβικά του χρόνια. Για τα αγόρια, όταν πήγαιναν στο στρατό έφτιαχναν καινούργιο φυλαχτό.

Δεν έκοβαν  ούτε τα νύχια ούτε τα μαλλιά του μωρού πριν χρονίσει για να μη βγει κλέφτης (σνου ιάσ. φούρ.). Αν το νεογέννητο έκλαιγε πολύ, του ‘έριχναν τη κλάψα’. Δηλαδή τα μεσάνυχτα η γιαγιά (ή η μητέρα) άναβε τρία δαδιά και, κρατώντας στο ένα χέρι τα δαδιά και στο άλλο το μωρό, άνοιγε ένα από τα παράθυρα του σπιτιού. Ετσι έριχνε την κλάψα του μωρού σε άλλο σπίτι,  κουνώντας  με αποτροπή τα τρία δαδιά και λέγοντας τρεις φορές: «κάπρ.  λα τίνι , σ’νιέλου λα ιό =  το κατσίκι  σε σένα, κι το αρνί σε μένα». Αυτό γιατί το κατσίκι είναι ανάποδο, ενώ το αρνί είναι ήμερο.

Όταν η λεχώνα σαράντιζε, καθάριζαν το δωμάτιό της κι έπλεναν τα στρωσίδια της στο ποτάμι. Το απόγευμα η πεθερά με το παιδί στην αγκαλιά και η νύφη της πίσω της πηγαίνανε στην εκκλησία για να πάρουν την ευχή. Αν το παιδί ήταν αγόρι, τότε ο παπάς το έβαζε στο Άγιο Βήμα και το περιέφερε κυκλικά. Αν ήταν όμως κορίτσι,  δεν το έβαζαν στο Άγιο Βήμα.

Στο σπίτι του Νίκα, Σέλι 1953, αρχ ΛΣΒΒ

Βάπτιση (π.τιτζάρεα)

Από την ημέρα που θα γεννιόταν το παιδί και μέχρι που θα το βαπτίζανε, αν ήταν αγόρι, το έλεγαν μπέμπη, αν ήταν κορίτσι το έλεγαν μπέμπα.  Όσο το παιδί ήταν αβάπτιστο δεν το πηγαίνανε στην εκκλησία.  Σε φυσιολογικές συνθήκες βάπτιζαν το παιδί  στην εκκλησία (μετά τα σαράντα μέχρι  και  στους έξη μήνες).  Εάν το μωρό έκλαιγε πολύ ή είχε πονάκια,  το βάπτιζαν  στο σπίτι  πολύ νωρίς (πριν τα σαράντα) γιατί  πίστευαν ότι το λάδι του παπά θα του έκοβε το κλάμα.  Σε τέτοιες περιπτώσεις οι γονείς βιάζονταν να το  βαπτίσουν, ούτως ώστε, αν συνέβαινε τίποτε και πέθανε, να είναι βαπτισμένος χριστιανός. Επίσης το ‘βάπτιζαν στον αέρα’ εάν υπήρχε  ετοιμοθάνατος στο σπίτι. Στα πολύ παλιά χρόνια βάπτιζαν τα παιδιά στις τρεις μέρες.

Βλάχοι απο το Δίστρατο ,1934, αρχ ΛΣΒΒ

Όταν όλα ήταν φυσιολογικά, η βάπτιση γινόταν στην εκκλησία. Την παραμονή της βάπτισης προσκαλούσαν τον  νουνό (νούνλου) με τη νουνά με δυο συγγενικά παιδιά (ένα αγόρι κι ένα  κορίτσι) με  κουλούρα, κρασί και κάλτσες. Ο νουνός, που ήταν συνήθως ο κουμπάρος των γονιών του μωρού, προμηθεύονταν ότι ήταν απαραίτητο (δοχεία με νερό, σαλιαρίστρα,, λαμπάδα με φιόγκο, σταυρουδάκι, κούκο, λαδόπανο κλπ) για τη βάπτιση και πήγαινε στην εκκλησία πιο μπροστά. Αυτός  έντυνε το παιδί με πολύ απλά ρουχαλάκια. Το παιδί το έφερνε η γιαγιά του (από τη μεριά του πατέρα του) και εκεί  βρίσκονταν  όλοι οι στενοί συγγενείς του, εκτός από τους γονείς του (για να τους πάρουν σιχαρίκια). Κατά τη βάπτιση η μια από τις γιαγιές κρατούσε το παιδί στην αγκαλιά και η άλλη το νερό.

Στη διάρκεια της βάπτισης, τη στιγμή κατά την οποία ο νουνός  έλεγε το όνομα, τα παιδιά της σχολικής ηλικίας,  που προσμένανε να το ακούσουν με ανυπομονησία, έσπευδαν τρέχοντας  να το αναγγείλουν στους γονείς του μωρού  για να πάρουν το φιλοδώρημά τους. Το πρώτο παιδί που θα πήγαινε έπαιρνε το  περισσότερο φιλοδώρημα (κίνητρο). Μετά τα παιδιά γύριζαν πίσω στην εκκλησία για να πάρουν κέρασμα και από το νουνό.

Ο νουνός  μόνο  είχε το δικαίωμα να  δώσει το όνομα στο παιδί. Τον θεωρούσαν δε σεβαστό πρόσωπο και τον τιμούσαν πάρα πολύ. Υπήρχαν, όμως,  φορές που γινότανε συνεννόηση με τους γονείς του παιδιού. Συνήθως τα παιδιά έπαιρναν  το όνομα των παππούδων και των γιαγιάδων. Δεν έδιναν  δυο ονόματα στο παιδί.

Τα περισσότερα  βαπτιστικά ονόματα ήταν  χριστιανικά ονόματα.  Δεν έλειπαν, όμως, και να δίνουν ονόματα αρχαίων ιστορικών (Σωκράτης, Βιργίλης κλπ), φυτωνύμια (Δάφνη κλπ), ηθικών αξιών (Αγνή) κλπ. Οι  Βλάχοι είχαν τεράστια ποικιλία των χαϊδευτικών ονομάτων επάνω στο  κύριο βαπτιστικό όνομα. Για παράδειγμα, για το όνομα Γεώργιος είχαν τα: Γούλας, Γιώργης, Γιωργούσιας, Γάκης κ.α., για το  Δέσποινα τα: Δέσπα, Πέπα, Δισπούλα κ.α.  για το Δημήτριος τα: Τάκης, Τάκος, Μήτρης, Μήτσιους κ.α.   και ούτω καθεξής.

Σαρμανίτσα

Μετά τη βάπτιση ο νουνός έπαιρνε το παιδί στην αγκαλιά του  και το πήγαινε στο σπίτι, όπου το παρέδινε στη μάνα του, ευχόμενος να ζήσει. Η μάνα έκανε τρεις μετάνοιες στο νουνό (δείγμα σεβασμού) και παραλάμβανε το παιδί. Οι γονείς του μωρού  δώριζαν στον νουνό  συνήθως ένα πουκάμισο. Αν ο νουνός είχε και γονείς, τότε δώριζαν και σε αυτούς από ένα ζευγάρι κάλτσες. Μετά ακολουθούσε τραπέζι, ανάλογο με τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας.

Πρέπει να τονιστεί ότι ο νουνός και η νουνά (εφόσον ο νουνός ήταν παντρεμένος), ήταν οι πνευματικοί πατέρες του παιδιού (το μάθαιναν  τρόπους καλής συμπεριφοράς, τραγουδάκια, χορούς, παιχνιδάκια, προσευχές  κλπ).

 (Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ημερήσια Βέροιας στις 26-9-2015)

Την ερχόμενη Κυριακή  10 Δεκεμβρίου  θα δημοσιευθεί  ΟΛΟΚΛΗΡΗ η εργασία.

Συντάκτης

Γιάννης Τσιαμήτρος
Γιάννης Τσιαμήτρος 66 posts

Φιλοσοφική ΑΠΘ – Χοροδιδάσκαλος - Συγγραφέας

0 Comments

Δεν υπάρχουν σχόλια!

You can be first to comment this post!

Ειδήσεις με Διάρκεια