Τέλης Σιδηρόπουλος: "Το να αγωνίζεσαι για την παιδική αξιοπρέπεια είναι τρόπος ζωής"

Συνέντευξη στη Δήμητρα Σμυρνή

Πολύ λίγοι άνθρωποι έχουν ταυτιστε τόσο μ’ αυτό που κάνουν, είτε αυτό είναι επάγγελμα, είτε προσφορά στο κοινωνικό σύνολο, όσο ο Τέλης Σιδηρόπουλος. Το όνομά του και η «Πρωτοβουλία για το Παιδί», της οποίας είναι εδώ και μια δεκαετία πρόεδρος, είναι πια ταυτόσημα.

Ο Τέλης Σιδηρόπουλος, διακεκριμένος αρχιτέκτονας της Βέροιας, είναι αποκλειστικά ταγμένος πια στο σκοπό της στήριξης του παιδιού, του ανυπεράσπιστου μέσα σ’ έναν απάνθρωπο κόσμο.

Με περιμένει στο «Κέντρο Θεραπείας Τραύματος», σ’ έναν καινούργιο χώρο της «Πρωτοβουλίας», εντυπωσιακό για την υψηλή αισθητική και λειτουργικότητά του, αλλά περισσότερο εντυπωσιακό για το σκοπό που φτιάχτηκε.

Ιδιαίτερα σεμνός, όταν μιλά για τον εαυτό του, διακατέχεται από έντονο πάθος, όταν μιλά για την «Πρωτοβουλία», κάνοντας πράξη το μακρυγιαννικό «είμαστε εις το εμείς και όχι εις το εγώ»,  καθώς μοιράζεται την επιτυχία του όλου εγχειρήματος με τους συνεργάτες του.

Με λόγο που τον διακρίνει ισορροπία ανάμεσα στη σκέψη και το συναίσθημα, μιλά στη Φαρέτρα για πολλά και ενδιαφέροντα, για όλα όσα ρωτήθηκε, αλλά πάνω απ’ όλα για την αγάπη του για το παιδί, το απροστάτευτο παιδί.

Αρχιτέκτονας του Μετσοβείου, με κρατικές υποτροφίες και έργο σπουδαίων μελετών στην πόλη, είστε ίσως περισσότερο γνωστός ως Πρόεδρος της «Πρωτοβουλίας για το Παιδί», ενός ανθρωπιστικού στόχου που υλοποιήθηκε στη  Βέροια με υποδειγματικό τρόπο, αποτελώντας παράδειγμα και για άλλες πόλεις. Σήμερα, μετά από μια δεκαετία στην «Πρωτοβουλία», πόσο αισθάνεστε αρχιτέκτονας και πόσο ενεργός ή καλύτερα μάχιμος πολίτης στο πλευρό του παιδιού;

Δεν αισθάνομαι και πολύ αρχιτέκτονας. Όσο περνούν τα χρόνια και προχωρά η ζωή της «Πρωτοβουλίας», τόσο λιγότερο αρχιτέκτονας αισθάνομαι. Αυτό οφείλεται και στο ότι πιστεύω ότι μ’ έχει συνεπάρει το έργο στο οποίο συμμετέχω και γιατί δεν πιστεύω ότι ως αρχιτέκτονας έκανα και τίποτα σπουδαίο.

Ίσως θα μπορούσα να έκανα περισσότερα πράγματα, αλλά ο τόπος μας δεν ήταν και πολύ ευεπίφορος στο να κάνεις Αρχιτεκτονική. Η Ημαθία από πλευράς ανάπτυξης προσφέρει δυνατότητες χρήσεων, όπως είναι η κατοικία. Παλιότερα έδινε και μια δυνατότητα βιοτεχνικών χρήσεων κλπ… όχι όμως ειδικών κτιρίων, ξενοδοχείων, δεν έχει τέτοιου είδους ανάπτυξη. Οι δυνατότητες, λοιπόν, ακόμη και για έναν καλό αρχιτέκτονα στην Ημαθία ήταν περιορισμένες. Επιπλέον το επάγγελμα έχει κι άλλους περιορισμούς που είναι περιορισμοί από συμβάσεις, κοινωνικές και οικονομικές, που αν κανείς τις δεχτεί θα συντριβεί, αν δεν τις δεχτεί θα βρεθεί στο περιθώριο. Παράδειγμα εγώ δε θέλησα να κάνω τον αρχιτέκτονα των πολυκατοικιών, δεν έχω κάνει πολυκατοικίες, αυτό από πεποίθηση, οπότε αυτοπεριορίστηκα οικονομικά πάρα πολύ, αλλά απέφυγα να δώσω δείγματα γραφής που από χέρι θα ήταν πάρα πολύ κακά. Έδωσα λοιπόν κάποιες μικρές απαντήσεις για το γιατί αισθάνομαι ένας άνθρωπος που φροντίζει παιδιά που το έχουν ανάγκη παρά αρχιτέκτονας.

Ας ξεκινήσουμε όμως απ’ αυτόν τον πρώτο ρόλο του αρχιτέκτονα -έστω κι αν τον βάζετε σε δεύτερη μοίρα- γιατί και οι επιστημονικές σας μελέτες και δημοσιεύσεις αλλά και τα έργα που έχετε αναλάβει αποτελούν ένα μεγάλο και ισχυρότατο βιογραφικό, που εκπλήσσει. Πότε και πώς αποφασίζετε να επιλέξετε την Αρχιτεκτονική, έναν κλάδο που συνδυάζει την Επιστήμη με την Τέχνη σε θαυμαστή αναλογία;   

Πραγματικά, η Αρχιτεκτονική είναι πρωτίστως Τέχνη και βέβαια και Επιστήμη. Επιστήμη είναι στο τεχνικό της μέρος, όσον αφορά στη γνώση των υλικών, των δυνατοτήτων της Τεχνολογίας κλπ. Πάνω απ΄ όλα όμως είναι Τέχνη. Άλλωστε το είπε και ο Μιχελής, ο μεγάλος δάσκαλος, στο βιβλίο του «Η Αρχιτεκτονική ως Τέχνη».

Εγώ θυμάμαι τον εαυτό μου από πολύ μικρό παιδί να έχω ως βασικό παιχνίδι μου τις κατασκευές, κατασκευές από ξύλα και λάσπη των σπιτιών που διαμέναμε, γιατί νοικιάσαμε πολλά σπίτια μέχρι να καταλήξουμε στο δικό μας. Μου άρεσε, λοιπόν, πάρα πολύ να κατασκευάζω ομοιώματα από κτίσματα, τα οποία σιγά-σιγά τα εξέλιξα κατασκευάζοντας μικρές πόλεις από λάσπη και ξύλο. Ήταν ένα περίεργο φαινόμενο  που είχαν επισημάνει οι μεγάλοι, οι οποίοι και με ενθάρρυναν. Έτσι, δημιουργήθηκε μέσα μου η σκέψη, σαν κάτι πολύ φυσιολογικό, ότι κάποια στιγμή θα κατασκευάσω κτίρια. Νομίζω πως ποτέ δεν μπήκα στο δίλημμα τι πρέπει να διαλέξω. Ήρθε τελείως μόνο του.

Ας πάμε στο συνδικαλιστή Σιδηρόπουλο. Υπήρξατε Πρόεδρος του Συλλόγου Μηχανικών Ημαθίας 1984-88 και Πρόεδρος των Αρχιτεκτόνων 1999-2003. Βοήθησε αυτή η συνδικαλιστική εμπειρία στον τομέα της οργάνωσης, όταν αργότερα «χτίσατε» την «Πρωτοβουλία για το Παιδί»; Και επιπρόσθετα, έχοντας αυτήν την οχτάχρονη συνδικαλιστική εμπειρία, πώς βλέπετε σήμερα το συνδικαλισμό;

Συνδικαλισμός! Αυτό με το οποίο ασχολήθηκα εγώ δε θα το έλεγα ακριβώς συνδικαλισμό. Και δεν αναφέρομαι στο ότι η λέξη είναι άκρως συκοφαντημένη και φέρει μεγάλα αρνητικά φορτία.

Νομίζω ότι ασχολήθηκα με την επαγγελματική οργάνωση του χώρου, ο οποίος μαστιζόταν από αντιποίηση του επαγγέλματος, από ανθρώπους οι οποίοι ήταν ξένοι προς αυτό. Δηλαδή επρόκειτο για μια κατάσταση πανελλαδικά πρωτόγονη. Και ήταν ξένοι και ουσιαστικά και τυπικά.

Εκείνη την εποχή, πριν φτάσουμε στη σημερινή ισοπέδωση, μας ενοχλούσε πάρα πολύ το ότι υπογράφανε αρχιτεκτονικές μελέτες άνθρωποι οι οποίοι είχαν βγάλει μία σχολή ΤΕΙ, ας πούμε. Κι επειδή αυτό δε γινότανε σ’  ευρωπαϊκή κλίμακα, μας ενοχλούσε πάρα πολύ. Κεντρικά επίσης ο χώρος των μηχανικών και αργότερα των αρχιτεκτόνων δεν καλύφθηκε στο χώρο των δικαιωμάτων και των συνθηκών άσκησης του επαγγέλματος από τα μεγάλα πανελλήνια όργανά μας, που ήταν το Τεχνικό Επιμελητήριο, ο ΣΑΔΑΣ, (Πανελλήνιος Σύλλογος Αρχιτεκτόνων), οπότε και τοπικά θα έπρεπε να δούμε κάτι.

Υπηρέτησα, λοιπόν, αυτόν τον σκοπό, ως πρόεδρος του Συλλόγου Μηχανικών, για κάποια χρόνια. Ίσως δεν πετύχαμε πολλά, νομίζω όμως πως τουλάχιστον πετύχαμε την αξιοπρέπεια του κλάδου. Στη συνέχεια έγινε κατανοητό ότι τα προβλήματα των αρχιτεκτόνων είναι ιδιάζοντα και πως θα έπρεπε να τα επιλύσουμε με τη δημιουργία ενός φορέα για τους αρχιτέκτονες. Οπότε ιδρύθηκε ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Ν. Ημαθίας, ο ΣΑΝΗ. Υπήρξα ο πρώτος του Πρόεδρος και έκανα δύο θητείες.

Παντού στον κόσμο οι αρχιτέκτονες έχουν δικά τους συλλογικά όργανα, γιατί έχουν τις ιδιαιτερότητές τους. Μόνο στην Ελλάδα μπορεί να υπογράψει κανείς αρχιτεκτονική μελέτη, άσχετα με την ειδικότητά του, αλλά και το αντίθετο, και ο αρχιτέκτονας μπορεί να υπογράψει στατικές μελέτες, χωρίς να έχει γνώσεις τόσο σπουδαίες! Ήταν ασύντακτος ο χώρος και εξακολουθεί να είναι ασύντακτος.

Μέσα από τον ΣΑΝΗ νομίζω πως εκείνα τα χρόνια καταφέραμε να κάνουμε αισθητή την παρουσία μας, να παρέμβουμε σε μερικά θέματα που έχουνε να κάνουνε με τη ρύθμιση του αστικού χώρου για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος. Σήμερα δε συμβαίνει κάτι τέτοιο, δε βλέπουμε παρεμβάσεις. Τουλάχιστον εκείνη την εποχή το κάναμε, παρεμβαίναμε πάντα σε θέματα που είχαν να κάνουν με τον αστικό σχεδιασμό, με παρεμβάσεις στην πόλη, και κάναμε ένα πολύ σημαντικό συνέδριο το 2000 για το Ιστορικό Κέντρο της  Βέροιας, στο οποίο συμμετείχαν καθηγητές Πανεπιστημίου από την Αθήνα, πολλοί σημαντικοί άνθρωποι του χώρου, ήταν ένα συνέδριο που έκανε αίσθηση και που κατέληξε να εκδώσει και τα πρακτικά του.

Οπότε, ναι, οι προσλαμβάνουσες από τη συμμετοχή μου στο συνδικαλισμό, ήταν πολύτιμες ως προς την οργανωτική εμπειρία. Βέβαια, μη φανταστείτε έναν συνδικαλισμό μέσα από τον οποίο τρέχουμε πίσω από ξερά και υποβολιμαία αιτήματα των συναδέλφων κάνοντας τον «πατέρα»… Πάντα ήμουν αρνητικός σε κάτι τέτοιο. Ήταν ένας επιστημονικός σύλλογος που προέβαλλε επιστημονικά θέματα.

Όσο για την άποψή μου για το σημερινό συνδικαλισμό πρέπει να πω αρχικά ότι από πολύ μικρός διέπομαι από μια -δε θα φοβηθώ τη λέξη- ιδεοληψία, η οποία λέει πως πρέπει να ενώνουμε τους ανθρώπους για κάποιο κοινό σκοπό.

Σήμερα ο συνδικαλισμός μάς οδήγησε ως ένας βασικός παράγοντας, μαζί με άλλους, στην κρίση που ζούμε. Ο εθνικολαϊκισμός, ο οποίος μαστίζει τη χώρα και έχει γιγαντώσει, χρησιμοποίησε ως έναν από τους πυλώνες του το συνδικαλισμό, αφού προηγουμένως τον διέβρωσε. Αυτό που ζούμε στην Ελλάδα δεν είναι συνδικαλισμός, δεν είναι υγιής! Είναι η περιχαράκωση του «χωραφιού» του κάθε επαγγελματικού χώρου απέναντι σ’ έναν άλλο. Δεν υπάρχει τίποτα κοινωνικό και συλλογικό και δεν υπάρχει καθόλου αίσθημα συλλογικής ευθύνης. Ο συνδικαλισμός εξυπηρέτησε τις πολιτικές καταστάσεις και το πελατειακό σύστημα, με τα γνωστά αποτελέσματα.

Προσφέροντας ως αρχιτέκτονας την επιστημονική και καλλιτεχνική σας ματιά σε έργα που σας ανέθεσε παλιότερα ο Δήμος της Βέροιας, σίγουρα είχατε μια συγκροτημένη άποψη για το αρχιτεκτονικό και πολεοδομικό τοπίο της πόλης. Πώς, λοιπόν, είδατε το θέμα των τελευταίων αναπλάσεων, που τις αντιμετώπισαν αρνητικά οι πολίτες και ακόμα συζητιούνται ως αποτυχημένες;

Η Βέροια είναι μια άτυχη πόλη ως προς το συγκεκριμένο θέμα. Δεν είναι συνηθισμένο οι τοπικοί άρχοντες να διεξάγουν πανελλήνιους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς, προκειμένου το αποτέλεσμά τους να υλοποιείται και να γίνεται έργο. Συνήθως καταφεύγουν σε απευθείας αναθέσεις μελετών. Αυτό, ακόμη και στην περίπτωση που έχεις απέναντί σου έναν εγνωσμένης αξίας μελετητή, έχει τα ρίσκα του. Απόδειξη η Πλατεία Ωρολογίου. Επώνυμοι μελετητές, πανεπιστημιακοί, με κύρος! Το αποτέλεσμα το βλέπουμε!

Η διασφάλιση, λοιπόν, της ποιότητας της παρέμβασης στο χώρο γίνεται μονάχα μέσα από αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και όχι πάντα επιτυχείς. Το αποτέλεσμα που βλέπουμε στο Μοναστηράκι από αρχιτεκτονικό διαγωνισμό προέκυψε! Ωστόσο, το τεκμήριο είναι η Δημοκρατία, αυτό είναι το καλύτερο, μη υπάρχοντος καλυτέρου. Επομένως κι εδώ η καλύτερη διαδικασία είναι οι αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί, που κι αυτοί εμπεριέχουν κινδύνους. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα τώρα; Ήταν ότι η πόλη δεν απέκτησε πολλά αρχιτεκτονικά έργα που να την χαρακτηρίζουν, αυτά που λέμε τοπόσημα.

Τα τοπόσημα της πόλης προέρχονται από την αρχιτεκτονική κληρονομιά της από το παρελθόν, κι αυτό παρά το γεγονός ότι πάρα πολλά σημαντικά κληροδοτήματα καταστραφήκανε, όπως το αρχοντικό του Σιορ Μανωλάκη, που ήταν εξαιρετικό δείγμα αρχιτεκτονικής γραφής και άλλα πολλά. Μείνανε ελάχιστα αρχοντικά και κτίρια συνοδείας περισσότερο. Δείγματα, λοιπόν, αυτής της αρχιτεκτονικής, που να αξίζουν τον κόπο και να κινούν το ενδιαφέρον των επισκεπτών να τα δουν, έχουμε πάρα πολύ λίγα, δυστυχώς.

Ας περάσουμε στο θέμα της «Πρωτοβουλίας για το Παιδί», με την οποία έχετε κυριολεκτικά ταυτιστεί, εδώ και χρόνια, ως πρόεδρός της. Πότε και πώς ξεκινάει η ιδέα της σύστασης αυτού του συλλόγου, που αποτελεί υπόδειγμα οργάνωσης και προσφοράς στο παιδί;

Σωστά χαρακτηρίσατε την «Πρωτοβουλία» σύλλογο. Θελήσαμε από πεποίθηση να είναι σύλλογος, γιατί όνειρο των ιδρυτών ήταν η δημιουργία ενός δημοκρατικού οργάνου, που να ασχοληθεί με την παιδική προστασία, και όχι μια παρέα ανθρώπων που θα αποτελούσαν μια μη κερδοσκοπική οργάνωση, η οποία θα ήταν ισόβια. Θέλαμε έναν σύλλογο που εκλέγει διοίκηση, κάνει αρχαιρεσίες, λογοδοτεί κλπ…

Πώς ξεκίνησε… Παρακολουθούσαμε ανήμποροι, ενεοί και αγανακτισμένοι να εξελίσσεται στην πόλη μας το δράμα της υπόθεσης Άλεξ, χωρίς η ηγεσία της πόλης, οι ταγοί, εκλεγμένοι και μη, να μπορέσουν από τη μία μεριά να βοηθήσουν τη μάνα να βρει κάποια άκρη με το θέμα, κι από την άλλη να ελέγξουν τον ηθικό τρόμο που έπεσε πάνω στην πόλη και τις ανεξέλεγκτες καταστάσεις που προέκυψαν μετά, τον κίτρινο τύπο που ενέσκηψε ως επιδρομέας, αυτά που γραφτήκανε χωρίς καμία βάση, και τα οποία πληγώνανε άδικα την πόλη. Αλλά κυρίως εξελισσότανε ένα μεγάλο δράμα.

Οι πολίτες θέλανε να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και δεν μπορούσαν να το κάνουν, γιατί η ηγεσία είχε εξαφανιστεί. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις σπεύδουν κάποιοι να καλύψουν το κενό. Ήρθαν εδώ απίθανοι άνθρωποι να υπερασπιστούνε τη μητέρα του Άλεξ, ενώ οι ίδιοι ήταν βεβαρυμένοι με σοβαρές κατηγορίες ή προέκυψαν πρόθυμοι δικηγόροι να υπερασπιστούν τη μεριά των θυτών, και μάλιστα κορυφαίοι από την Αθήνα! Τεράστια σπέκουλα! Το θέμα πήρε ανεξέλεγκτη δημοσιότητα και άρχισε ένας φαύλος κύκλος. Όλοι θελαν κάτι να αποκομίσουν, την πλήρωσε όμως η πόλη και το αποτέλεσμα ήτανε μηδέν. Περιεπλάκη η υπόθεση  παρά βοηθήθηκε.

Ένα βράδυ, λοιπόν, που ήμασταν μαζεμένοι συμμαθητές, πίνοντας ένα τσιπουράκι στον Προμηθέα, είπαμε το τετριμμένο του Λάο Τσε «κι αν όχι τώρα, πότε;», πότε θ’ αντιμετωπίσουμε αυτήν την ηθική κρίση; Πρέπει τώρα.

Είπαμε ότι ο καθένας μας κάπου είναι ενταγμένος, κάτι εκπροσωπεί. Αν είναι επιστήμονας είναι ενταγμένος στον επιστημονικό του φορέα, αθλητής στο σύλλογό του, καθηγητής στην ΕΛΜΕ κλπ. Ας μαζευτούμε, λοιπόν, με τις ιδιότητες των φορέων στους οποίους ανήκουμε, κι ας κάνουμε μία πλατιά εκπροσώπηση, να κάνουμε μια άτυπη ομάδα ανθρώπων, η οποία όμως θα έχει μια πολύ πλατιά εκπροσώπηση. Την ονομάσαμε «Πρωτοβουλία των φορέων της Βέροιας».

Βάλαμε χρήματα όλοι οι φορείς για να ξεκινήσουμε, δίνοντας στην τοπική κοινωνία τη δυνατότητα να εκφραστεί στις 31 Αυγούστου του 2006. Είχανε περάσει κάποιοι μήνες από το χαμό του παιδιού, όταν κάναμε τη συγκέντρωση στην πλατεία Ωρολογίου, δίνοντας τη δυνατότητα στον κόσμο μιας βουβής πορείας 3000 πολιτών με αναμμένους δαυλούς μέχρι την Ελιά, για να εκφράσουμε και τη συμπαράσταση αλλά και την αγανάκτησή μας. Το πετύχαμε!

Από κει και πέρα παρακολουθήσαμε την εξέλιξη της υπόθεσης, ένας στενότερος πυρήνας ανθρώπων, βοηθώντας τη μητέρα, οπότε είχαμε και τη δυνατότητα να καταλάβουμε λίγο πολύ τι είχε συμβεί.

Κατάλαβα προσωπικά, επειδή είχα τη δυνατότητα να γνωρίζω τα της δικογραφίας, τις απόψεις των ψυχιάτρων κλπ, ότι ήταν ένα ακραίο μπούλιγκ της εποχής, χωρίς να ξέρουμε τότε τη λέξη.

Τα παιδιά που συμμετείχαν ήταν βαριά παραμελημένα, κακοποιημένα κάποια απ’ αυτά. Δηλαδή, επρόκειτο για ασύνταχτες, μη λειτουργούσες οικογένειες, τιμωρητικές καταστάσεις μέσα στην οικογένεια, βία.

Αποτέλεσμα τα παιδιά αυτά να μένουν πίσω στο σχολείο, άρα να περιθωριοποιούνται σαν μαύρα πρόβατα και στο σχολείο και στην κοινωνία. Φυσικό να φτιάξουν μια ομάδα μέσα από την οποία είχαν λόγο ύπαρξης και να κάνουν παραβατικές πράξεις, που ήταν το συνεκτικό στοιχείο της ομάδας.

Το εκπληκτικό ήταν ότι η πόλη, είτε ως σχολική κοινότητα, είτε ως επιμελητεία ανηλίκων είτε ως αστυνομία, είτε ως γειτονιά, αυτά τα φαινόμενα τα είδε και τα ανέχθηκε. Για να μη σας πω ότι κάποιοι τα φοβήθηκαν αυτά τα παιδιά.

Είπαμε, λοιπόν, ότι τέτοιες καταστάσεις έπρεπε να τις χτυπήσουμε στη ρίζα τους, για να μην αναπαράγεται αυτός ο κύκλος της βίας. Έπρεπε να παρέμβουμε μέσα στην οικογένεια και να δουλέψουμε με τα παιδιά θύματα, τα οποία θα γίνουν θύτες, αν δεν παρέμβουμε ριζικά στη ζωή τους.

Εκείνη την εποχή δεν το είχαμε σχηματοποιήσει καθαρά, γιατί βαδίζαμε σε tera incognita,  αλλά καταλάβαμε ότι έπρεπε να περάσουμε από το ανοργάνωτο και το άτυπο στο οργανωμένο και στο θεσμικό, προλαβαίνοντας τους χρόνους, γιατί μετά από μια τραγωδία στην Ελλάδα κινητοποιείται ο κόσμος αλλά όλο αυτό ξεθυμαίνει. Είπαμε, λοιπόν, ότι εδώ κινητοποιήθηκε κόσμος, οι συνθήκες είναι ευνοϊκές και δεν πρέπει να χαθεί αυτή η ευκαιρία.

Περάσαμε έτσι στο θεσμικό και οργανωμένο και ιδρύσαμε την «Πρωτοβουλία για το Παιδί», το Γενάρη του 2008, δύο χρόνια μετά την υπόθεση Άλεξ.

Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε στην πορεία από την ίδρυση του φορέα μέχρι την καθιέρωσή του;

Από κει και πέρα πέρασαν δύο δύσκολα χρόνια, πέτρινα χρόνια, όπου χωρίς πόρους και επαρκή προσανατολισμό παλεύαμε.

Βέβαια, όταν κανείς θέλει να κάνει ένα άλμα προς τα εμπρός, πρέπει να απαντήσει σ’ ένα δίλημμα. Πρέπει να βρω τα χρήματα για να κάνω την πρόσληψη κάποιων ανθρώπων αποκτώντας οντότητα, ή πρέπει να το κάνω χωρίς τα χρήματα, τα οποία θα μου έρθουν από το έργο, όταν επιτευχθεί με την κίνηση αυτή;

Εμείς αποφασίσαμε να μπούμε στο χορό και να χορέψουμε. Το έργο θα βασιζόταν κυρίως στους εθελοντές, οι οποίοι σαφώς και δεν αρκούσαν σε καμία περίπτωση. Αυτό το ήξερα κι από τις νουθεσίες του Κώστα του Γιαννόπουλου, του «Χαμόγελου του Παιδιού», ο οποίος μου έλεγε  ότι πρέπει να βασιστούμε πρωτίστως στους επαγγελματίες και λιγότερο στους εθελοντές, γιατί οι εθελοντές είναι ασταθείς, η χώρα δεν έχει μεγάλη παράδοση εθελοντισμού και στις ιδιαίτερες παρεμβάσεις οι οποίες απαιτούνται πρέπει να υπάρχουν ειδικοί επιστήμονες.

Δεν είχαμε λεφτά αλλά τολμήσαμε και επιχειρήσαμε να κάνουμε την πρόσληψη δύο-τριών ανθρώπων, οι οποίοι ήταν ειδικοί, χωρίς όμως εμπειρία. Ήταν νέοι άνθρωποι, τους οποίους εμπιστευτήκαμε, κάτι που στη χώρα πιστεύω πως δε συνηθίζεται.

Όχι απλά δεν μας απογοήτευσαν αλλά είχαν ένα τεράστιο πάθος γι αυτό που ανέλαβαν, χωρίς να τηρούν ωράρια, κάτι μεταξύ επαγγελματία και εθελοντή. Αυτά τα παιδιά εκτόξευσαν την «Πρωτοβουλία», η οποία είχε μια στρατηγική, αλλά τη στρατηγική αυτή την υπηρέτησαν παιδιά παθιασμένα, πάρα πολύ σπουδαίας ποιότητας ως άνθρωποι.

Αυτά τα παιδιά, όταν ανοίξαμε το «Κέντρο Ημέρας», δύο χρόνια μετά την ίδρυση, και το πράγμα άρχισε να αποκτά σάρκα και οστά, πέρασαν δια πυρός και σιδήρου μέσα απ’ τα πραγματικά περιστατικά, και στην ουσία βγάλανε ένα δεύτερο Πανεπιστήμιο μέσα σε δύο-τρία χρόνια. Τώρα εξακολουθούν να είναι νέοι, έχουν πάρει κάποια χρόνια επάνω τους, αλλά έχουν αποκτήσει μια μοναδική εμπειρία πάνω στο έργο. Και κάτι ακόμη, κανείς δε φεύγει και δε θέλει να φύγει από την «Πρωτοβουλία», αν δεν υπάρχει ισχυρός λόγος.

Από τότε προστίθενται στο χώρο μας άνθρωποι και κάθε φορά που κάνουμε ένα άνοιγμα, το οποίο έχει και οικονομικό κόστος, παρουσιάζεται ως δια μαγείας ένας τρόπος να τα… κουτσοκαταφέρνουμε!

Αυτήν τη στιγμή στην «Πρωτοβουλία» εργάζονται με τον άλφα ή τον βήτα τρόπο, με συμβάσεις αορίστου ή ορισμένου χρόνου ή ορισμένου έργου, δεκαπέντε άνθρωποι, οι περισσότεροι νέοι άνθρωποι, κι αυτοί είναι που δίνουν τον τόνο του πάθους στην ολόπλευρη ενασχόληση με το αντικείμενο.

Ήμασταν τυχεροί στο θέμα της επιλογής και της διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού, που είναι πολύ σπουδαίος παράγοντας στην επίτευξη του έργου.

Με ποιους τρόπους προσφέρει η «Πρωτοβουλία» τη στήριξη στο παιδί, όταν αντιμετωπίζει τον κίνδυνο;

Αρχικά ας δούμε τι σημαίνει ο όρος «παιδί σε κίνδυνο». Όταν προσδιορίσεις ότι ένα παιδί βρίσκεται σε κίνδυνο, πρέπει να το κάνεις με πάρα πολύ μεγάλη προσοχή και με συναίσθηση μεγάλης ευθύνης. Άρα, πρέπει να προσδιορίσεις τον ίδιο τον κίνδυνο, για να κάνεις και την ανάλογη παρέμβαση.

Οι κραυγαλέες περιπτώσεις είναι παιδιών που ζούνε σ’ ένα οικογενειακό περιβάλλον, όπου ενδημεί η βία. Δηλαδή το παιδί τρώει ξύλο ή μπαινοβγαίνουν στο σπίτι άνθρωποι χωρίς σύστημα αξιών. Υπάρχουν όμως και κίνδυνοι που δεν είναι άμεσα ψηλαφητοί. Μπορεί σ’ ένα σπίτι να υπάρχει πολύ μεγάλη ψυχολογική κακοποίηση του παιδιού. Κι αυτό το παιδί είναι σε κίνδυνο, γιατί κινδυνεύει η ψυχική του ακεραιότητα και ακυρώνονται τα δικαιώματα τα οποία έχει σαν παιδί, τα οποία περιγράφονται στη «Χάρτα των Δικαιωμάτων του Παιδιού» από τη UNICEF, όπως το κυρίαρχο, να μεγαλώνει το παιδί με αξιοπρέπεια.

Όταν το παιδί κινδυνεύει, θα πρέπει να γίνεται αντιληπτό από κάθε συνάνθρωπο, οι ενδείξεις για κάτι τέτοιο πρέπει να γίνουν κοινό κτήμα. Όταν στο σχολείο ένα παιδί είναι πολύ επιθετικό, ή αντίθετα είναι πάρα πολύ μοναχικό και μελαγχολικό, αυτό δείχνει ότι μέσα στην οικογένεια κάτι δεν πάει καλά.

Αυτό το παιδί θα πρέπει να προσεγγιστεί από τους σχολικούς λειτουργούς, πράγμα που είναι μέσα στις υποχρεώσεις τους, και μετά από κάποια προκαταρκτική έρευνα, αν οι φόβοι επαληθευτούν, θα πρέπει ως περιστατικό να διοχετευθεί εκεί που ανήκει.

Τα περιστατικά έρχονται σε μας από το ευρύ οικογενειακό περιβάλλον, συγγενείς, γείτονες, σχολείο, και όσο προχωρούν τα χρόνια η ευαισθητοποίηση μεγαλώνει, η γνώση μεγαλώνει, και μπορούμε να πούμε ότι τώρα είμαστε σε αρκετά ικανοποιητικό επίπεδο. Δε βλέπουμε για παράδειγμα ακραίες περιπτώσεις γειτόνων, οι οποίοι βλέπουν, ακούνε κακοποίηση παιδιών δίπλα τους και από φόβο ή αδιαφορία δε θα το πούνε. Επίσης και στα σχολεία υπάρχει μεγάλη πρόοδος.

Ποιες είναι, λοιπόν, οι φάσεις αντιμετώπισης ενός περιστατικού;

Το παιδί έρχεται με συναίνεση του γονιού του ή του κηδεμόνα του και θα το πάμε στο «Κέντρο Ημερήσιας Φροντίδας», εδώ στη Βέροια.

Το «Κέντρο» έχει σαν σκοπό του να προσφέρει στο παιδί συνθήκες ασφάλειας, να το εμψυχώσει, να το κάνει να αντιληφθεί ότι έχει κάποιους ανθρώπους δίπλα του, παρά το γεγονός ότι θα επιστρέφει στο δυσμενές οικογενειακό περιβάλλον. Ασφαλώς θα το βοηθήσουμε σε μερικά χρειώδη και στοιχειώδη, όπως είναι το καλύτερο φαγητό, η καλύτερη ατομική υγιεινή – πολλά παιδιά στο σπίτι δεν τρώνε καλά ή δεν πλένονται-  θα έρθουνε σε μας, θα φάνε δύο φορές, θα πάρουν το πρωινό τους για να το έχουνε, θα πλυθούνε, θα εμψυχωθούνε και θ΄ αρχίσουν ν’ αναπτύσσουν κάποιες δεξιότητες σε μας, μέσα από τη δημιουργική απασχόληση που τους προσφέρουμε. Ειδικά με τη μαθησιακή υποστήριξη αρχίζει να μικραίνει η απόσταση που τα χωρίζει από τα άλλα παιδιά.

Κυρίως όμως θα βοηθηθούν ψυχολογικά, με επιστημονικό τρόπο, είτε με ομαδικές συνεδρίες, ή με ατομική ψυχοθεραπεία. Μετά από ένα διάστημα 4-5 μηνών αποκαθίσταται μία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ φροντιστών και παιδιών. Το παιδί στην αρχή είναι  πολύ επιφυλακτικό έως καχύποπτο, αναρωτιέται «για ποιο λόγο αυτοί οι άνθρωποι ασχολούνται μαζί μου, έχουν κάποιο κακό σκοπό;» γιατί έτσι έχει μάθει να σκέφτεται το παιδί. Όταν λοιπόν αποκατασταθεί η σχέση εμπιστοσύνης, τότε το παιδί θα σου πει τι συμβαίνει. Κι αν αυτό είναι διαχειρίσιμο μέσα στο «Κέντρο», έχει καλώς, συνεχίζουμε το πρόγραμμα. Αν όμως είναι ανομολόγητο, τρομερό, τότε θα πρέπει να το διερευνήσεις, να το τεκμηριώσεις, να συντάξεις μια έκθεση -που είναι μία φοβερή στιγμή για την «Πρωτοβουλία», μεγάλης ευθύνης- όπου θα πεις ότι αυτό το παιδί πρέπει να απομακρυνθεί από το οικογενειακό περιβάλλον. Αυτή είναι μια πρόταση προς τους αρμόδιους, οι οποίοι οφείλουν μετά να αποφασίσουν. Αν αποφασίσουν ότι όντως πρέπει, τότε το παιδί μπορεί να έρθει στο «Σπίτι της Βεργίνας».

Βέβαια, πολλές φορές στο «Κέντρο» συμβαίνει, όταν φτάσουμε σ’ αυτήν τη φάση της εμπιστοσύνης, το παιδί να αρχίσει να αποστασιοποιείται από την κρατούσα κατάσταση του σπιτιού, όπου το άσπρο έχει γίνει μαύρο, όπου δεν υπάρχει σύστημα αξιών, όπου αμείβεται όταν δεν πρέπει και τιμωρείται όταν δεν πρέπει και τα ‘χει μπερδέψει. Όταν, λοιπόν, το παιδί τα τακτοποιήσει λίγο στο μυαλό του, αρχίζει και έχει αξιώσεις μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον κι αυτό θυμώνει πάρα πολύ τους γονείς. Αν δε οι γονείς έχουνε λόγο να φοβούνται για το τι μπορεί να αποκαλυφθεί, τότε μπορεί να αποσύρουν το παιδί. Αν αποσυρθεί το παιδί χωρίς να αντιδράσουμε, τότε μπορεί το παιδί να χαθεί. Και μάλιστα να επιστρέψει στο κακοποιητικό περιβάλλον έχοντας προβεί σε αποκαλύψεις, άρα καταλαβαίνετε τι μπορεί να υποστεί! Εμείς, λοιπόν, τότε παρεμβαίνουμε, κι εδώ υπάρχει και μια πανελλήνια πρώτη! Έχουμε πετύχει στο παρελθόν για πρώτη φορά να εκδοθεί εισαγγελική διάταξη, που να υποχρεώνει γονιό να φέρει παιδιά στην ημερήσια φροντίδα, υπό τη ρήτρα ότι αν το παιδί δεν πηγαίνει στο «Κέντρο» θα αφαιρεθεί η επιμέλεια από το γονιό. Τα περιστατικά τα διεκδικούμε μέχρι το τέλος.

Στο «Σπίτι της Βεργίνας» μπορούν να έρθουν δικά μας παιδιά για μόνιμη πια φιλοξενία, αλλά και από οποιοδήποτε σημείο της χώρας. Παίρνεις το παιδί, το φιλοξενείς, το ταΐζεις, το πλένεις, σε συνθήκες αγάπης όλ’ αυτά, αλλά αρκεί; Όχι!

Εκείνο το οποίο επιβάλλεται είναι να τακτοποιηθεί ο ψυχικός του κόσμος. Πρέπει να αναλογιστούμε ότι μιλάμε για παιδιά από τα οποία πολλά έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση και μερικά απ’ αυτά είναι πολυθυματοποιημένα, δηλαδή έχουν υποστεί και σεξουαλική και σωματική και ψυχολογική κακοποίηση. Η χειρότερη περίπτωση είναι η μακροχρόνια σεξουαλική κακοποίηση και η τρισχειρότερη είναι η μακροχρόνια από άτομο του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος. Και εδώ δεν αναφερόμαστε μόνο στον πατέρα, Είχαμε περίπτωση στη Θεσσαλονίκη που συμμετείχε στη σεξουαλική κακοποίηση του παιδιού μητέρα, που έφαγε 40 χρόνια φυλακή και 47 έφαγε ο σύντροφός της!

Επομένως, η τρίτη βαθμίδα  παιδικής φροντίδας είναι η θεραπεία τραύματος. Είναι μια χρονοβόρα διαδικασία που θέλει πάρα πολλά χρόνια, τουλάχιστον 6-7. Οι ειδικοί, παιδοψυχίατρος, ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, ειδικοί παιδαγωγοί κλπ, συνυπάρχουν στο «Κέντρο Τραύματος», εδώ, στο χώρο που που κουβεντιάζουμε αυτήν τη στιγμή, συνεργαζόμενοι με ειδικούς συνεργάτες, εργοθεραπευτή και λογοθεραπευτή. Ασχολούνται με το παιδί εντατικά. Άλλα παιδιά έχουν υστέρηση στην κοινωνικοποίηση και στην ανάπτυξή τους, και στη σωματική λόγω της κακοποίησης. Δυσκολεύονται και να μιλήσουν καλά, λόγω της ψυχολογικής κακοποίησης.

Άρα, το κακό που γίνεται από έναν παλιάνθρωπο επιδιορθώνεται από πάρα πολλούς ανθρώπους πάρα πολύ δύσκολα, και θέλει πάρα πολύ χρόνο.

Είστε κατά γενική ομολογία η ψυχή του εγχειρήματος. Όμως είναι ολοφάνερο πως είστε ο άνθρωπος του «εμείς» και όχι του «εγώ». Ποιος είναι, λοιπόν, ο ρόλος των εθελοντών της «Πρωτοβουλίας» και ποια η σχέση σας μαζί τους;

Ο τομέας των εθελοντών είναι ένας ιδιαίτερος τομέας. Στον τομέα αυτό δε μπορούμε να πούμε ότι είμαστε πάρα πολύ ικανοποιημένοι, γιατί η διαχείριση των εθελοντών είναι μια πολύ ειδική δουλειά. Η προσέλευση τους είναι μεγάλη, ιδιαίτερα στη Βέροια, και μάλιστα  οι περισσότεροι είναι νέοι άνθρωποι. Στη Βεργίνα είναι λιγότεροι. Μην ξεχνάμε όμως ότι σε περίοδο κρίσης ο κόσμος υπολογίζει ακόμη και τη βενζίνα.

Στη Βέροια έχουμε πολλούς νέους, όπως σας είπα, και μάλιστα πολλούς εκπαιδευτικούς. Πολλά νέα παιδιά προτιμούν από το να κάτσουν στις καφετέριες να ενεργοποιηθούν στην «Πρωτοβουλία». Αυτό όμως είναι αμφίδρομο. Γιατί η προσφορά τούς οδηγεί στην απόκτηση μεγάλης εμπειρίας.

Έχουμε γύρω στους 230 καταγεγραμμένους εθελοντές, αριθμός πολύ μεγάλος, με μεγαλύτερη συμμετοχή των εθελοντριών, που κατασκευάζουν όσα πουλάμε στα παζάρια μας. Ο άλλος μεγάλος τομέας, όπως σας είπα και πιο πάνω, είναι οι εκπαιδευτικοί. Είμαστε ευχαριστημένοι και από τη διάθεση και από τον αριθμό. Όμως δεν έχουμε προχωρήσει στην αξιοποίηση αυτού του ανθρώπινου δυναμικού με τον τρόπο που απαιτείται, γιατί δεν έχουμε την οικονομική δυνατότητα να το κάνουμε. Πρέπει να γίνει πρώτα μια διάγνωση της πρόθεσης των εθελοντών, αξιολόγησή τους, πού είναι κατάλληλοι, πού πρέπει να τοποθετηθούν; Είναι έτοιμοι να έρθουν πολύ κοντά στα παιδιά; Χρειάζεται επομένως μια επιμόρφωση αλλά και μια παρακολούθηση, γιατί οι χώροι όπου συγκεντρώνονται παιδιά είναι από πολλές πλευρές χώροι εξαιρετικά ευαίσθητοι. Και φυσικά, στο τέλος, απολύτως απαραίτητη είναι και η επιβράβευση. Θα χρειαστούμε στο μέλλον έναν ειδικό διαχείρισης των εθελοντών. Προς στιγμήν κάτι τέτοιο το έχω αναλάβει εγώ, δε σας κρύβω όμως ότι αισθάνομαι λίγο… αγράμματος σ’ αυτόν το ρόλο!

Στη Βέροια υπάρχει, όπως αποδείχτηκε, εθελοντισμός, χρειάζεται όμως ακόμη πολλή δουλειά.

Ποιες είναι οι πηγές των πόρων που χρειάζεται η «Πρωτοβουλία», ώστε να προσφέρει το έργο που προαναφέρθηκε;

Κατ’ αρχήν, για να προχωρήσεις σε κάτι τέτοιο, το να δημιουργήσεις έναν τέτοιο φορέα, δεν είναι καθόλου απλό. Ευτυχώς το κράτος εδώ ελέγχει τα πράγματα και πιστοποιεί. Πιστοποιείσαι διαρκώς, παίρνεις ειδικές άδειες και κάθε τέσσερα χρόνια επανελέγχεσαι. Έχεις έτσι μια αναγνώριση από τη μεριά του κράτους ότι καλώς κάνεις αυτό που κάνεις και μπορείς να συνεχίσεις να το κάνεις, από πλευράς εγκαταστάσεων, τρόπων, γνώσης, συνθηκών κλπ. Θα σου δώσουν μια κρατική επιχορήγηση, η οποία ανέρχεται στο 35-40% των αναγκαίων πόρων κάθε χρόνο. Χωρίς αυτήν την επιχορήγηση δε θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε.

Αν δεν υπήρχε κρίση και η χώρα είχε μια κανονικότητα, θα μπορούσαμε να πούμε ίσως ότι θα είχαμε τη δυνατότητα να απεμπλακούμε από την κρατική επιχορήγηση και να στηριχτούμε σε δικές μας δυνάμεις από δωρεές και συνεισφορές συμπολιτών, επιχειρήσεων, οργανισμών κλπ. Κάτι τέτοιο όμως είναι μακρινό όνειρο. Επομένως η κρατική επιχορήγηση, η οποία δεν είναι καθόλου σταθερή, μας είναι απολύτως απαραίτητη. Η κρατική χορήγηση του ’17 δεν έχει δοθεί ακόμα και τελειώνει ο Νοέμβριος. Η δε γραφειοκρατία για να πάρεις την επιχορήγηση είναι φοβερή.

Επόμενη πηγή εσόδων είναι οι δωρεές των ανθρώπων, των απλών ανθρώπων. Μια εμπειρία που αποκομίσαμε από τη λειτουργία της  «Πρωτοβουλίας» είναι ότι οι δωρεές οφείλονται κυρίως στους φτωχούς ανθρώπους και όχι στους έχοντες. Οι φτωχοί άνθρωποι είναι πολύ πιο συμπονετικοί.

Επίσης, τα υπολείμματα της αστικής τάξης της χώρας, η οποία δε διαθέτει πλέον επιχειρηματίες που δημιουργούν και προσφέρουν στο εθνικό εισόδημα, αλλά είναι περισσότερο ιδρύματα –το πιο σημαντικό ίδρυμα αυτήν τη στιγμή είναι το «Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος-  αναλαμβάνουν να κάνουν πράγματα που θα έπρεπε να κάνει το Δημόσιο. Υπάρχουν διάφορες ιδεολογικές τοποθετήσεις πάνω στο θέμα, η πραγματικότητα όμως είναι αυτή. Βοηθούν, λοιπόν, αλλά πού να πρωτοβοηθήσουν με τόσο μεγάλη κρίση. Και βοηθούν μία φορά, όχι συνεχώς, βοηθούν σε υποδομές. Το «Σπίτι της Βεργίνας» έγινε με χορηγία του «Σταύρος Νιάρχος». Η  καινούργια του πτέρυγα έγινε με χορηγία του ιδρύματος «Λασκαρίδη». Το «Κέντρο Τραύματος» στο οποίο κουβεντιάζουμε τώρα, έγινε με χορηγίες εντός και εκτός πόλεως και πάει λέγοντας…

Άλλη πηγή είναι η «επιχειρηματική δραστηριότητά» σου, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση το FRONT. Οπουδήποτε χτυπήσαμε πόρτες στην Αθήνα, μας ρωτήσανε «η πόλη σου τι έκανε για σένα; Σε βοήθησε;» Αν η απάντηση είναι αρνητική, θα είναι αρνητική και η δική τους απάντηση. FRONT ονομάσαμε, λοιπόν, και το Πολυδραστικό Κέντρο της Βεργίνας, το οποίο και αποτελεί την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Μάλλον απάντηση στο ερώτημα «τι έκανες εσύ για τον εαυτό σου» και μετά «τι έκανε η πόλη σου για σένα». Το FRONT με την έννοια του μπροστά στα Αγγλικά, αλλά και με την έννοια της φροντίδας. Βέβαια, η απάντηση είναι πως η Βέροια και η Ημαθία κάνει ό,τι μπορεί.

Ένα μέρος των προσφορών καλύπτεται σε είδος, που αν δεν υπήρχαν θα έπρεπε να αγοραστούν και θα ήταν μια καταστροφή, δε θα μπορούσαμε να ανταποκριθούμε.

Κι εμείς από τη μεριά μας κάναμε πάρα πολλές εκδηλώσεις διάσπαρτες στη χρονιά, που θέλουν πολύ κόπο για να γίνουν, σε εξουθενώνουν, αλλά αθροιστικά το αποτέλεσμα δεν είναι ευκαταφρόνητο. Επίσης, έγιναν εκδηλώσεις άλλων για μας, σχολείων, φορέων κλπ.

Εμείς απαντήσαμε οργανωμένα με το FRONT. Είπαμε είμαστε στη Βεργίνα, περνάει ένα σωρό κόσμος από τη Βεργίνα, έχουμε εθελόντριες άξιες, δημιουργικές, εργατικές και ευφάνταστες, θα βάλουμε τα έργα τους στο FRONT και θα τα πουλάμε από ‘κει, προωθώντας ταυτόχρονα την ιδέα και το έργο μας σε κόσμο που έρχεται από παντού. Νομίζω, λοιπόν, πως είναι ένα ακαταμάχητο επιχείρημα απέναντι στο τι κάναμε. Κάναμε τα πάντα. Αν το FRONT βγάζει ένα πενιχρό εισόδημα, αυτό είναι σημαντικό, γιατί λειτουργεί αθροιστικά και δείχνει πως δεν περιμένουμε μοιρολατρικά τη χορηγία του μεγιστάνα, για να υπάρξουμε.

Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις, μαγικά κουμπιά, υπόγειες διασυνδέσεις, που απαντούν στο ερώτημα «πώς τα καταφέρνετε»! Πολλές φορές δεν κοιμόμαστε τα βράδια από την αγωνία πώς θα ανταποκριθούμε οικονομικά στις απαιτήσεις του έργου που αναλάβαμε…

Η «Πρωτοβουλία» πήρε το πρώτο βραβείο στον παγκόσμιο διαγωνισμό ΝΑΤΟ CHARITY στον οποίο συμμετείχε, και το οποίο αντιστοιχούσε σε χρηματικό ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο. Εδώ όμως γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα. Πώς συνάδει ο γνωστός πολιτικοστρατιωτικός ρόλος του ΝΑΤΟ με τη βοήθεια του σε Σύλλογο που προστατεύει το παιδί;

Στην ερώτηση υπάρχουν δύο μικρές ανακρίβειες. Πρώτα-πρώτα δεν πήραμε λεφτά από το ΝΑΤΟ, πήραμε λεφτά από το ΝΑΤΟ CHARITY, που είναι μια ομάδα γυναικών των αξιωματικών και του πολιτικού προσωπικού, που υπηρετούν στις Βρυξέλες.

Η ιστορία ξεκίνησε από μια βεροιώτισσα, που ο άντρας της είναι αξιωματικός στις Βρυξέλες. Μας ενημέρωσε για το διαγωνισμό στον οποίο συμμετέχουν οργανισμοί με τους δικούς μας στόχους απ’ όλον τον κόσμο, με μία πρόταση ο καθένας. «Δίνουμε μέχρι 10.000 ευρώ. Έχετε κάποια πρόταση για να συμμετάσχετε;» ρωτηθήκαμε.

Εκείνη την εποχή σκεφτόμασταν να κάνουμε το «Κέντρο Τραύματος». Δεν υπήρχε ακόμη η δωρεά Κούσιου στην οποία στηριχτήκαμε αργότερα, και σκεφτόμασταν να χρησιμοποιήσουμε ένα δωμάτιο από τους ήδη υπάρχοντες χώρους μας. Όταν προέκυψε αυτή η πρόταση ενεργοποιηθήκαμε και καταθέσαμε πρόταση για την υλοποίηση αυτού του στόχου μας. Και τα καταφέραμε.

Πρόκειται, λοιπόν για μια φιλανθρωπική οργάνωση! Αν το ΝΑΤΟ είναι ένας τεράστιος οργανισμός που μπορεί να έχει και έναν επιθετικό χαρακτήρα, μέσα σ’ αυτόν τον οργανισμό υπάρχουν πολλά υποσύνολα. Ένα απ’ αυτά είναι και ο φιλανθρωπικός του οργανισμός. Τα λεφτά, λοιπόν, δεν τα πήραμε από το στρατιωτικό ΝΑΤΟ, τα πήραμε από τις γυναίκες, που κάνοντας ένα μεγάλο παζάρι κάθε Χριστούγεννα, μαζεύουν γύρω στις 200.000, που τις μοιράζουν σε 20 οργανώσεις σ’ όλο τον κόσμο.

Στο διαγωνισμό συμμετείχαν πολλές οργανώσεις του Τρίτου Κόσμου. Αν το ΝΑΤΟ έδινε τα βραβεία, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς πως ήθελε να μειώσει τις πολιτικοστρατιωτικές του ευθύνες μ’ αυτόν τον τρόπο. Δεν ήταν όμως έτσι.

Και να σας εξομολογηθώ και κάτι. Παρόλο που έχουμε τεράστιες ανάγκες, έχουμε αρνηθεί χρήματα που προέρχονταν από πηγές  μη διαφανείς. Δε δεχόμαστε ποτέ χρήματα υπό όρους ή με σκοπούς που υποκρύπτουν εκμετάλλευση της αποδοχής που εμείς έχουμε στον κόσμο.

Τελευταία, το Διεθνές Συνέδριο που οργανώσατε στη Βέροια, με θέμα την παιδική σεξουαλική κακοποίηση, απέδειξε τις διαστάσεις που έχει πάρει η «Πρωτοβουλία» ως φορέας. Ποια είναι τα σχέδιά σας για το μέλλον;

Το Συνέδριο ήταν πραγματικά ένα πολύ μεγάλο τεστ για την αποδοχή μας. Όσο κι αν είμαστε μικροί, μας ξέρουν στην Ελλάδα και κάποιοι κύκλοι και στο εξωτερικό. Μας ξέρανε για παράδειγμα στη Γερμανία. Η Caritas του Μονάχου επιθυμούσε σχέσεις με ανάλογο οργανισμό στην Ελλάδα. Όταν ήρθαμε σε επαφή, ανταλλάσσοντας ομάδες, εμείς θαυμάσαμε τη μεθοδικότητά τους, την ασύλληπτη οργάνωση και τα φοβερά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, κι εκείνοι τον αυτοσχεδιασμό μας, το ότι μπορούμε να παράγουμε έργο από το τίποτα, χωρίς πόρους, την οικογενειακή ατμόσφαιρα που διέπει τις σχέσεις όλων μεταξύ μας, αλλά και τον εθελοντισμό μας που είναι πηγαίος και αυτοθυσιαστικός.

Στο συνέδριό μας, αυτό είπαν πως θέλουν να πάρουν από μας, τη δημιουργία των ουσιαστικών σχέσεων.

Όσο για τα μελλοντικά μας σχέδια… Υπάρχει μία πρόκληση και υπάρχει κι ένας κίνδυνος στην ιστορία της διαρκούς επέκτασης. Όταν ξεκινήσαμε, είχα συχνές επαφές με «Το Χαμόγελο του Παιδιού». Συζητήθηκε ένα παράρτημά του στη Βέροια. Τελικά δεν το δεχτήκαμε. Θελήσαμε να κάνουμε κάτι αυτοφυές.

Η άποψή μου, λοιπόν, είναι πως κάθε πόλη στο μέγεθος της Βέροιας πρέπει να κάνει ανάλογες δομές, οι οποίες να είναι γεννημένες από την τοπική κοινωνία, να υποστηρίζονται στο διηνεκές απ’ αυτήν, και να μη βγούνε έξω απ’ αυτήν την εμβέλεια.

Ποια είναι η εμβέλεια; Στην πρωτοβάθμια ημερήσια φροντίδα θέλουμε η εμβέλειά μας να είναι στην Ημαθία και στις παρυφές των όμορων νομών. Αυτό σε λίγο θα το ‘χουμε πετύχει με τη μετεγκατάστασή μας στο νέο χώρο, που θα μπορεί να πάρει μέχρι 40 παιδιά, με περισσότερο προσωπικό, που ελπίζουμε να πάρουμε μέσα από το ΕΣΠΑ. Ως προς την πρωτοβάθμια φροντίδα ο στόχος έχει επιτευχθεί.

Στην δευτεροβάθμια φροντίδα, στη λεγόμενη «Κλειστή Φιλοξενία» της Βεργίνας, η εμβέλεια επεκτείνεται σ’ όλη τη χώρα.  Αν σου ζητήσουν από την Κρήτη, για παράδειγμα, να πάρεις ένα παιδί και μπορείς, θα το πάρεις. Η Βεργίνα με τη νέα πτέρυγά της είναι η απάντηση σ’ αυτό, κι εδώ τελειώνουν τα σχέδια.

Το «Κέντρο Θεραπείας Τραύματος», είναι δομή τριτοβάθμιας φροντίδας, μια δομή η οποία έχει εγκαινιαστεί και λειτουργεί. Επίκειται στα πλαίσια της αστικής ανάπλασης της Βέροιας, που έχει κι ένα κοινωνικό σκέλος, να κάνουμε ένα διαμερισματάκι για την αυτόνομη διαβίωση των νέων πάνω από τα 18. Αυτό είναι το επόμενο βήμα και τέλος.

Γιατί ξέρετε τι συμβαίνει, όταν ένα δικό μας παιδί κλείσει τα 18; Του ανοίγεις την πόρτα και του λες να φύγει. Σ’ αυτές τις συνθήκες της φοβερής ανεργίας των νέων, πού θα πάει αυτό το παιδί; Θα πρέπει να υπάρξει μια μεταβατική φάση, υποστηρικτική, που το παιδί να ‘χει ένα πιάτο φαί κι ένα κρεβάτι, μέχρι να βρει μία δουλειά και να δει πώς θα τα καταφέρει. Αλλιώς το παιδί το ρίχνεις μέσα στο χάος και μπορείς να το χάσεις, και να χάσεις όχι μόνο το παιδί αλλά και τη δουλειά που έκανες τόσα χρόνια μαζί του.

Αυτή, λοιπόν, λέγεται «Αυτόνομη Διαβίωση» και την επιδιώκουμε, έχοντάς πολλές ελπίδες για την υλοποίησή της.

Άρα, η «Πρωτοβουλία» έχει όλες τις δομές που χρειάζεται και μέχρι εκεί. Μας είπανε να κάνουμε ανάλογες δομές στα Γιαννιτσά και στην Έδεσσα. Αρνηθήκαμε. Ο χώρος μας είναι εδώ. Δεν υπάρχει λόγος επέκτασης. Οι δομές προστασίας δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να διολισθήσουν στην ιδρυματοποίηση. Κι αυτό μπορεί να συμβεί στην επέκταση, γιατί σου ξεφεύγει ο έλεγχος.

Αφιερωθήκατε εδώ και πολλά χρόνια στα δικαιώματα του παιδιού. Τι είναι, λοιπόν, για σας το παιδί; Πώς θα ορίζατε με δυο λόγια τη σχέση μαζί του;

Είναι μια δύσκολη ερώτηση… Νομίζω πως φταίει… η Λογοτεχνία! Γιατί, όταν διαβάζεις από μικρός τις μικρές φόρμες του Τσέχωφ, τον Παπαδιαμάντη ή ακόμη και τον Καρκαβίτσα, δεν μπορείς να μη συγκινηθείς από το πώς περιγράφουν το παιδί, ευάλωτο και αδύναμο μέσα σ’ έναν σκληρό κόσμο. Η Λογοτεχνία, λοιπόν, ευθύνεται γι αυτό, με ευαισθητοποίησε από πολύ μικρό και γενικότερα ευθύνεται για το χαρακτήρα μου και για τις απόψεις μου.

Το παιδί είναι ένα ευαίσθητο πλάσμα που πρέπει να προστατευτεί, έχει δικαίωμα να μεγαλώσει με αξιοπρέπεια. Είναι συγκλονιστική η εικόνα ενός παιδιού ανήμπορου, που είναι θύμα της ανθρώπινης σκληρότητας, για να μη χρησιμοποιήσω για κάποιες περιπτώσεις τη λέξη κτηνωδία.

Με το να ασχολούμαστε μ’ αυτήν την αποστολή της προστασίας του παιδιού, έχουμε καταπιεί ένα πάρα πολύ βαρύ φορτίο, το οποίο ο πολύς κόσμος δε θέλει ούτε να το ξέρει, δε θέλει ούτε να του το λες. Η αποφόρτιση και τελικά η λύτρωση έρχεται, όταν βλέπουμε τα παιδιά μας να προκόβουνε ή να νιώθουν επιτέλους απελευθερωμένα.

Και βέβαια τα συναισθήματα αυτά τα θετικά τα διαδέχονται πολύ περισσότερα συναισθήματα αποτροπιασμού για όσα συναντάμε. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος όμως για όλους μας είναι η επαγγελματική εξουθένωση, η οποία είναι υπαρκτή. Όμως αξίζει τον κόπο!

Και για να φτάσουμε στην ουσία της ερώτησής σας, ίσως η απάντηση να είναι απλή: Το να αγωνίζεσαι για την αξιοπρέπεια του παιδιού είναι τρόπος ζωής. Αρκεί να το κάνεις με εντιμότητα, ειλικρίνεια και δοτικότητα.

Συντάκτης

0 Comments

Δεν υπάρχουν σχόλια!

You can be first to comment this post!

Ειδήσεις με Διάρκεια