Έθιμα γέννησης βλαχόφωνων Ανατολικού Βερμίου (1) γράφει ο Γιάννης Τσιαμήτρος

Γιάννης Τσιαμήτρος

Γενικά

        Η γέννηση θεωρούνταν αναμφισβήτητα ένα σημαντικό γεγονός στη ζωή του νέου ζευγαριού, των συγγενικών του προσώπων αλλά και της μικρής κοινότητας που λάμβανε χώρα. Ήταν το ποθούμενο και επιδιωκόμενο παρά τις δυσκολίες της κυήσεως του τοκετού και της έλλειψης οργανωμένης ιατρικής φροντίδας.

Όλος ο κόσμος παλιά έδινε μεγάλη σημασία στη μεγάλη οικογένεια  με πολλά παιδιά και δεν υπολόγιζαν, όπως σήμερα, τη φτώχεια και τις στερήσεις.  Επιθυμούσαν  περισσότερο τα αγόρια για πολλούς και διάφορους λόγους. Για παράδειγμα, ήθελαν αρσενικά για να ‘κρατηθεί το όνομα’, όπως επίσης και για τις δουλειές που ήταν βαριές  και σκληρές.

Βέβαια ένας σημαντικός λόγος που υπήρχε υπεργεννητικότητα ήταν γιατί η παιδική θνησιμότητα ήταν παλιά αυξημένη Από τα πολλά παιδιά που γεννιούνταν τελικά επιζούσαν πολύ λίγα. Για να επιζήσουν τα παιδιά τους, τα έδιναν και ‘μαγικά’ ονόματα. Αν ήταν, δηλαδή, κορίτσι το ονόμαζαν Ζωή (Ζόϊα), ή αν ήταν αγόρι  το έλεγαν Ζήση ή Στέργιο (να στεργιώσει) κλπ.  Όταν τα παιδιά μιας γυναίκας πέθαιναν ‘αράδα’, αυτή έπρεπε να βάλει στην Αγία Τράπεζα μια μαύρη φάσα ή ένα μαύρο πουκάμισο για να λυθούν τα μάγια.  Όταν τα έβγαζε από την Αγία Τράπεζα τα περνούσε από ένα σίδερο για να είναι γερό  το νεογέννητο που θα τα φορούσε.

Βλάχοι από Πάδες,1903 αρχ ΛΣΒΒ

Όταν ήθελαν να περιορίσουν τις γεννήσεις,  οι γυναίκες έφεραν πάνω τους στειροβότανο. Το έτρωγαν ή το μύριζαν για να μη συλλαμβάνουν. Το στειροβότανο, καθώς και το αγοροβότανο ή αρσενικοβότανο (για να γεννήσουν αρσενικά), λίγοι τα γνώριζαν (κυρίως βοσκοί).

Πολύ πιο έντονα απ’ ότι σήμερα, η γυναίκα θεωρούνταν άξια και προκομμένη μόνο εάν έκανε παιδιά. Με αγωνία  περίμεναν όλοι να δουν έγκυο τη νιόπαντρη γυναίκα, όπως και η ίδια η γυναίκα το επιθυμούσε διακαώς. Ήθελαν να ξέρουν αν γεννάει και ζητούσαν γρήγορη εγκυμοσύνη για να ‘κλείσουν’ τα στόματα των εχθρών και των περίεργων. Σε δυο τρεις μήνες ο κόσμος άρχιζε να ρωτάει: «αβέμ τσιβά; = έχουμε τίποτα;».

     Όταν αργούσε η εγκυμοσύνη, όλοι ανησυχούσαν και άρχιζαν να σκέπτονται διάφορα. Μήπως η νύφη ήταν στείρα (στιάρπα), μήπως είχε κανένα ‘σακατλίκι’, μήπως την έφτιαξαν μάγια και πολλά άλλα. Ποτέ δεν πήγαινε ο νους τους στον άντρα που κι εκείνος θα μπορούσε να είναι η αιτία της ατεκνίας.

Εγκυμοσύνη (ιάστι γκριάου = είναι έγκυος)

Βλάχος Αβδελιώτης νεανίσκος 1900, αρχ ΛΣΒΒ

Όταν πλέον η εγκυμοσύνη δεν έρχονταν, έκαμναν τάματα για να τους βοηθήσει ο Θεός (σν’ατζούτ.  Ντουμνιτζέλου). Επίσης επισκέπτονταν πρακτικούς γιατρούς και μαμές για να πάρουν συμβουλές, βότανα, (ιλιάτσ. - γιατρικά). Αν τύχαινε να γεννήσουν παιδί μετά από επίσκεψη σε πρακτικές μαμές, τότε τις  ευχαριστούσαν και τις φιλοδωρούσαν. Εάν νόμιζαν ότι  η νιόπαντρη ήταν  ‘φτιαγμένη από μάγια’ (λια αντρά λα μέγι), κατέφευγαν σε ειδικούς. Στη Βέροια παλιά επί τουρκοκρατίας την πήγαιναν στο Χότζα (Τούρκος ιεροδιδάσκαλος και γνώστης νομικών) για να ‘λύσουν’ τα μάγια. Συνήθως για τα μάγια υποψιάζονταν άτομα του στενού περιβάλλοντος, που τυχόν δεν την ήθελαν  για νύφη ή σε ‘εχθρούς’ γείτονες, κυρίως γυναίκες. Πάντως οι πιο λογικοί έλεγαν: «Ντουμνιτζέλου νου βα σντά φιτσιόρ» ή «αέστι σούντου  του μούν.  αλ Ντουμνιτζέλου» = Ο Θεός δεν θέλει να μας δώσει παιδί ή αυτά είναι  στο χέρι του Θεού». Κανένας δεν περιφρονούσε τη στείρα γυναίκα και απέφευγε να την πληγώσει για το θέμα αυτό, εκτός βέβαια από λίγες φορές σε περιπτώσεις γυναικείων συνήθως  καυγάδων.

Μερικά πρακτικά μέσα  που οι ειδικοί, συνήθως γυναίκες, συμβούλευαν για τη στειρότητα ήταν τα εξής:

-Να πηδήξουν τρεις φορές το στρώμα και τα υπολείμματα από τη γέννα μιας γυναίκας.

-Να σηκώσουν τα καπάκια (σμούτ. λιγκουρίτσιλι - μπουμπουρέτσλι). Η γυναίκα που γνώριζε αυτή τη τέχνη ανασήκωσε για κάμποση ώρα τους κοιλιακούς μυς και τις λαπάρες της στείρας γυναίκας, ψιθυρίζοντας μαγικές λέξεις κλπ.

-Να χρησιμοποιήσουν ακόμα διάφορους  άλλους τρόπους (π.χ. η γυναίκα να κάθεται πάνω από καζανάκι με ατμούς  που προέρχονταν από το βράσιμο βότανων, με βεντούζες στο αφαλό της κ.α.). Ένα είδος βεντούζας στις βλάχες ήταν ένα μικρό κιούπι, ουάλ. το έλεγαν, που το ζέσταναν και  έβαζαν στον ομφαλό της γυναίκας για να ‘βάλει’ τη μήτρα στη θέση της, εάν αυτή ‘έπεφτε’ κάτω.

Όταν η γυναίκα έμενε έγκυος έκαναν διάφορα προγνωστικά, όπως τα παρακάτω: Αν αυτή είχε καθαρό πρόσωπο και ομόρφαινε, έλεγαν πως θα γεννήσει κορίτσι. Αν έβγαζε πέκνα (καφέ ή μαύρες κηλίδες) στο πρόσωπο, περίμεναν να γεννήσει αγόρι. Αν είχε ορθή (μπρουάστα) κοιλιά, θα γεννούσε κορίτσι. Αν την είχε πλατιά (λάργκ.), θα γεννούσε αγόρι. Αν η κοιλιά της ήταν χωρισμένη (ντισπ.ρτσ΄.τ.), θα γεννούσε δίδυμα. Αν είχε μαύρη γραμμή στη κοιλιά, θα γεννούσε αγόρι. Όταν η γυναίκα ήταν σβέλτη, θα έκαμνε αγόρι. Όταν είχε βαριεστημάρα (ιαρά γκριάου), θα έκαμνε κορίτσι. Αν είχε χοντρά πισινά (γκρουάσι κούρ.), θα γεννούσε κορίτσι κλπ.

Από τη στιγμή που η γυναίκα έμενε έγκυος, η ίδια και η πεθερά της, άρχιζαν να υφαίνουν, να πλέκουν και να ράβουν τ’απαραίτητα ρουχαλάκια για το νεογέννητο. Ύφαιναν συνήθως ένα ή δυο σπάργανα στο χρώμα του μαλλιού, που τα κεντούσαν με διάφορα χρώματα (συνήθως ροζ για τα κοριτσάκια και μπλε για τα αγοράκια), έπλεκαν μάλλινα πανάκια, έραβαν κανένα πουκαμισάκι ή φουστανάκι και έφτιαχναν μια δυο φάσες για να φασκιώνουν το μωρό. Όλα αυτά πριν τα βάλουν στη ντουλάπα, τα περνούσαν σ’ένα σίδερο  για να είναι το νεογέννητο γερό, τα σταύρωναν τρεις φορές και τα έφτυναν άλλες τόσες για να μη ματιαστεί.

Η έγκυος δεν έπρεπε να κλέψει τίποτε, διότι ό,τι έκλεβε, το έβγαζε το παιδί πάνω στο σώμα του. Επίσης το χειμώνα στις 4 γιορτές (Άγιο Μηνά, Άγιο Χρυσόστομο, Άγιο Ελεήμονα και  Άγιο Συμεών),  δεν έκοβε  με ψαλίδι, ούτε κι έραβε για να μη βγάλει το παιδί της σημάδι. Τα ψαλίδια τα είχαν κλειστά, ‘τα έδεναν’, ‘να είναι κλειστό το στόμα του λύκου και να μη φάει τα πρόβατα’. Γενικά δεν δουλεύανε σε γιορτές.

Η έγκυος δεν έπρεπε να σηκώνει βάρη, ούτε να κάνει βαριές δουλειές. Επίσης δεν έβαζαν τα ξύλα στη φωτιά ανάποδα (το λεπτό προς τα πάνω και το χοντρό προς τα κάτω). Έπρεπε πρώτα να καεί το λεπτό μέρος του ξύλου για να μη γεννηθεί το μωρό ανάποδα.

Εάν μια γυναίκα έγκυος είχε αιμορραγία και κινδύνευε να πεθάνει, της έβαζαν  ένα δαχτυλίδι που το έλεγαν ‘σταματίδι’. Αυτό γίνονταν από ένα γυάλινο υλικό σαν κεχριμπάρι, το οποίο υπήρχε μερικές φορές στα πασχαλινά αυγά που τα έβαζαν για ένα χρόνο στο εικονοστάσι. Πρέπει να τονιστεί ότι κάθε χρόνο οι παλιοί αλλάζανε το πασχαλινό αυγό με καινούργιο από το εικονοστάσι και το παλιό το έθαβαν. Αυτό το υλικό το επεξεργάζονταν σε χρυσοχόο  και έκαναν αυτό το δαχτυλίδι. Επίσης το δαχτυλίδι - σταματίδι το έβαζαν και σε γυναίκα που έχανε τα παιδιά της (για να σταματήσει ο θάνατος) και γενικά για κάθε κακό. Βέβαια ήταν σπάνιο  και δεν το είχε ο κάθε ένας.

Επίσης μερικές γυναίκες για να μην αποβάλλουν, ‘έφτιαχναν τον κρατήρα’. Ο κρατήρας ήταν μια στρογγυλή πέτρα με μια τρύπα στη μέση. Τον έδεναν  από την τρύπα με ένα μαύρο σχοινί και τον είχαν οι έγκυες συνέχεια στη τσέπης τους.

Το παιδί που αποβάλλονταν ή γεννιόταν νεκρό, έλεγαν ότι ‘έπαθε σκότωμα’, το ονόμαζαν  ‘χαμένη ψυχή’ και το έθαβαν στο νεκροταφείο, αλλά σε μια άκρη, σε κάποια γωνία.

-----------------------------------------

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ‘Ημερήσια’ Βέροιας  στις 12-9-2015)

Την ερχόμενη Κυριακή 26 Νοεμβρίου θα δημοσιευθεί το 2ο μέρος της εργασίας.

Συντάκτης

Γιάννης Τσιαμήτρος
Γιάννης Τσιαμήτρος 66 posts

Φιλοσοφική ΑΠΘ – Χοροδιδάσκαλος - Συγγραφέας

0 Comments

Δεν υπάρχουν σχόλια!

You can be first to comment this post!

Ειδήσεις με Διάρκεια