"Μικροέλληνες μικροαστοί στο μικρόκοσμό τους…" γράφει ο Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου    

Φιλόλογος - Θεατρολόγος

Δύο (αντι)ρόλοι αναφοράς στα τηλεοπτικά «Εγκλήματα»

Ευφάνταστο, πρωτοποριακό, σχεδόν «βρετανικό» μέσα στην ακραιφνή του «νεοελληνικότητα», το σήριαλ «Εγκλήματα» σηματοδότησε μία φάση ευφορίας στην ελληνική ιδιωτική τηλεόραση. Υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλές στο ευρύ κοινό[1]. Εξακολουθεί να έχει μεγάλη απήχηση μέχρι σήμερα. Αυτό τουλάχιστον πιστοποιούν τα υψηλά ποσοστά θεαματικότητας, όποτε ο τηλεοπτικός σταθμός Antenna προγραμματίζει την επαναπροβολή του.

Το σενάριο του Λευτέρη Παπαπέτρου[2] δεν είναι απλώς ευρηματικό· είναι διαβρωτικό. Με όχημα την τεχνική του μαύρου χιούμορ καταγράφει τα ήθη της νεοελληνικής μας κουλτούρας. Ως αποτέλεσμα προκύπτει μία μαύρη κωμωδία με σουρεάλ μοτίβα. Στο επίκεντρο τίθεται η γενιά των σύγχρονων μεσηλίκων των 50–55 ετών. Μια γενιά, επηρμένη και αποπροσανατολισμένη, αλλόκοτη και ενίοτε φαύλη, με ελαφρότητα απερίγραπτη. Χρειάστηκε η παρούσα οικονομική κρίση, η τρέχουσα ηθική παρακμή που συνεχίζεται (και θα συνεχίσει να συνεχίζεται για πολύ ακόμη), για να απογυμνωθεί τραγικά. Ως εκπαιδευτικός συχνά διαπιστώνω ότι και οι απόγονοί της φέρουν ακέραια τα νοσηρά γνωρίσματα των γεννητόρων. Οι σημερινοί 20άρηδες–25άρηδες, χωρίς υποδομές, θα αγριευτούν, θα δοκιμαστούν σκληρά εκεί έξω, θα δυσκολευτούν να αποτινάξουν τέτοια βεβαρημένη κληρονομιά…

Δε θα σταθώ στα δομικά χαρακτηριστικά της σύνθεσης. Άλλωστε αυτή είναι ευανάγνωστη. Οργανώνεται με κριτήριο τα αντιθετικά και παραπληρωματικά ζεύγη. Κατά περίπτωση ενεργοποιούνται οι λειτουργίες της σύγκρουσης ή της ισοφάρισης. Το τηλεοπτικό σενάριο, ιδωμένο εν προκειμένω ως ένα μικροκινηματογραφικό αυτοτελές σενάριο, συνιστά κειμενικό είδος ιδιότυπο. Διατρέχεται εξολοκλήρου από τεχνικές και σημειολογίες συμφυείς προς το όποιο λογοτεχνικό έργο.            

Σε αυτό το σύντομο σχόλιο με ενδιαφέρουν μόνο δύο ρόλοι και οι χαρακτήρες που εκπροσωπούν. Ενταγμένοι στην αφηγηματική ροή της τηλεοπτικής οικονομίας, δυνητικά υφίστανται και ως αντιρόλοι. Αναφέρομαι στα δύο πρόσωπα μεγαλύτερης ηλικίας του έργου και όχι κατ’ ανάγκη ώριμα, τον Αριστείδη και τη Μάχη. Άξιοι δευτεραγωνιστές παλαιάς κοπής, ο Αθηνόδωρος Προύσαλης και η Σούλα Αθανασιάδου, τα ενσάρκωσαν με πειστικότητα υποδειγματική. Εστιάζω λοιπόν στο κοινωνικό και ηθικό background αυτών των χαρακτήρων. Διαγράφονται τόσο πετυχημένα από το σεναριογράφο και το σκηνοθέτη, υποστηρίζονται τόσο σθεναρά από τους ηθοποιούς, ώστε τελικά το παράγωγο προϊόν καθίσταται εύληπτο απευθείας και πρόσφορο για ποικιλότροπη ανάγνωση.

Ο γερο Αριστείδης είναι συνταξιούχος κουρέας. Έχει υποστεί δύο εγκεφαλικά επεισόδια και ως εκ τούτου διαμένει μόνιμα κάτω από την ίδια στέγη με τον άβουλο γιο του Αχιλλέα και τη νύφη του, τη Φλώρα. Η τελευταία ίσα που τον ανέχεται κι εκείνος αντιστοίχως την απεχθάνεται. Σχέσεις αμοιβαίας αντιπάθειας διέπουν νύφη και πεθερό. Στην πορεία αποκαλύπτεται ότι η υγεία του είναι πλήρως αποκατεστημένη. Ο ίδιος όμως εξακολουθεί να υποδύεται διαρκώς τον ανήμπορο, επειδή αυτή η επιλογή εξυπηρετεί τις προθέσεις του. Η θέση αδυναμίας μεταλλάσσεται τελικά για (και από) τον ήρωα σε καταλυτική θέση ισχύος. Παρατηρεί και παρεμβαίνει στα πάντα. Είναι πικρόχολος και αδίστακτος. Η επιτομή του κουτοπόνηρου μικροαστού, που για να διασφαλίσει τα μικροσυμφεροντάκια του, δεν ορρωδεί μπροστά σε τίποτε. Κακόψυχο και ύπουλο ανθρωπάκι από εκείνα που δηλητηριάζουν τις κοινωνίες, πυρπολούν τις ανθρώπινες σχέσεις, ευτελίζουν την όποια (θεωρητική; στερεοτυπική; ηθικά ενσταλαγμένη;) αξία. Ένας θρασύδειλος ψευτόμαγκας. Πόσο μακριά σκιαγραφημένος από τον ώριμο κιμπάρη, τον αρχοντάνθρωπο, που σε οποιαδήποτε ηλικία χαίρεσαι την παρέα του· που πάντα έχει κάτι να σου μεταβιβάσει από την πολύτιμη πείρα ζωής. Ατόφια αυτή η χυδαιότητα[3] θα κληροδοτηθεί στους κατιόντες συγγενείς. Αλήθεια, τι κίβδηλο ιδεολόγημα και αυτό για την περίφημη Γενιά της Μεταπολίτευσης; Χειρότερο ίσως και από το άλλο μείζον ψεύδος, εκείνο της Γενιάς του Πολυτεχνείου. Το τελευταίο πόσο φτηνά, αν όχι χαμηλότοκα, εξαργυρώθηκε συν τω χρόνω!

Η Μάχη εργάζεται, τρόπον τινά, ως αποκλειστική «νοσοκόμα» του Αριστείδη. Είναι χήρα και έχει ένα γιο – εξίσου άθλιο χαρακτήρα, επιτομή της νεοελληνικής λαμογιάς – όμως ασύμβατα μικρό για την ηλικία της. Προφανώς μόλις που θα πρόλαβε να τεκνοποιήσει. Είναι ένα αδίστακτο πλάσμα, μια καχύποπτη, καθόλα λαϊκή γυναικούλα, που διαμένει στα Σεπόλια. Μάλλον ποτέ, στη στενόχωρη ζωή της, δεν έχει μετακινηθεί πέρα από το ευρύτερο περιβάλλον της Αττικής. Σε κάποιο επεισόδιο μάλιστα επαινεί τα αθηναϊκά Ιλίσια ως ειδυλλιακή γειτονιά. Κι αυτό καθόλου δεν πειράζει. Η αρχοντιά, όντας έμφυτη, δεν έχει (ανάγκη από) γεωγραφικά ή χωροταξικά στεγανά. Από την άλλη όμως στενεμένος ορίζοντας, στενεμένο ήθος… Η ευφυΐα της περιορίζεται, αν δεν εξαντλείται ήδη, στο δόλο. Πρόκειται για την άμυνα των καταπιεσμένων. Φαίνεται τόσο εμπαθής και τοξική, ώστε κάθε της σχόλιο εκτοξεύεται σα βέλος φαρμακερό, στοχεύοντας απευθείας και μόνο στο κακό. Είναι από τους ανθρώπους εκείνους που απεύχεσαι να συναντάς, διότι εκ προοιμίου και εξ ενστίκτου γνωρίζεις ότι θα σε ενοχλήσουν, θα σε αναστατώσουν, θα σε γειώσουν άγαρμπα στο πεδίο της μιζέριας τους. Μοιάζουν με την κινούμενη άμμο σε βαλτοτόπι. Αν γίνεις ποτέ κοινωνός αυτής της νοοτροπίας, το πιθανότερο θα είναι να αλλοτριωθείς και τελικά να απορροφηθείς έως πνιγμού.

Ο σεναρίστας γράφει το ρόλο της Μάχης με σημειολογική πρόθεση. Σε επίπεδο ανάλυσης λόγου κάθε της κουβέντα αποκαλύπτει απωθημένη οργή. Είναι η συμπλεγματική κακία. Κατά περιπτώσεις, ο σωματοποιημένος θυμός δε μεταφράζεται μόνο σε νευρική ανορεξία, νοσογόνο αδηφαγία ή ανεξέλεγκτη υπερκινητικότητα. Συχνά εδράζεται στη λεκτική βία και παντοιοτρόπως την ανακυκλώνει. Σκιαγραφείται εδώ ο αστόχαστος άνθρωπος που δεν κατάφερε ποτέ του να χορτάσει, που δεν ικανοποίησε στοιχειωδώς τη δίψα του για ζωή, που δε γνώρισε, δεν έμαθε και γι’ αυτό δεν ανταπέδωσε ποτέ την καλοσύνη. Τώρα πλέον, ξηρικός και ξεχασμένος, υπενθυμίζει την παρουσία του με απύθμενη ζηλοφθονία και μεμψιμοιρία. Προφανώς δεν της δόθηκαν οι ευκαιρίες. Λοιπόν; Το ίδιο συνέβη με τους περισσότερους. Από την άποψη αυτή και μόνο, ίσως διαθέτει κάποιο ελαφρυντικό.

Η Μάχη συναγωνίζεται σε μικρότητα και προστυχιά τον Αριστείδη. Από τη μια φαίνεται θρησκευόμενη. Μόνο που η θρησκευτικότητά της είναι ταυτόσημη με την ιησουιτική υποκρισία. Από την άλλη θα σπρώξει ανενδοίαστα και θα στηρίξει τη Φλώρα στην εξωσυζυγική της σχέση. Ελάχιστα γνωρίζουμε για το παρελθόν της. Κάποτε, μαθαίνουμε ότι κατά τη διάρκεια της Κατοχής ήταν σαλταδόρισσα στα γερμανικά καμιόνια τροφοδοσίας. Αν και συνεργάστηκε με τους αντιστασιακούς, αυτό δεν την εμπόδισε παράλληλα να συνάψει ερωτική σχέση και με έναν ιταλό αξιωματικό. Δε θα διστάσει, με δόλια υπόδειξη του γιου της, να παντρευτεί τελικά τον Αριστείδη και να φέρει τα πάνω κάτω. Συνειδητά θα ανατρέψει τις ήδη διαταραγμένες ισορροπίες της οικογένειας.

Δύο ευτελείς χαρακτήρες, λοιπόν, μισητοί, μαυρόψυχοι και φθονεροί. Ακόμη και για την ελευθεριότητα της κωμωδίας λειτουργούν ως αντιπρότυπα. Όντως αυτοί αποτελούν και μακράν έχουν διαπράξει τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Γιατί; Ακριβώς γιατί εξακολουθούν να υπάρχουν στην καθημερινότητά μας, γιατί έχουν μάθει έτσι – και μόνον έτσι – να επιβιώνουν. Δεν είναι τυχαίο ότι στο τέλος της σειράς μόνον αυτοί κατορθώνουν να  επιζήσουν και μάλιστα θαλεροί και αναζωογονημένοι. Ό,τι χειρότερο! Πιστοποιούν τη σφραγίδα ποιότητας του παρελθόντος αλλά και του τρέχοντος νεοελληνισμού. Και πλέον ας  δηλωθεί απερίφραστα και νηφάλια: δε συγχωρούνται, δε διαθέτουν καν τα ελάσσονα δικαιολογητικά. Δεν μπορεί για όλα να ευθύνεται, επί παραδείγματι, η ταξικότητα! Διότι ή θα διαθέτεις εκ φύσεως τα ηθικά τεφλόν, για να αντισταθείς στη διάβρωση, ή όχι! Ούτε υπήρξαν τέτοιας πάστας οι άνθρωποι που πάλαι ποτέ έχτισαν την ισχνή αλλά πάντως περήφανη Ελλάδα της δραχμής. Οι άλλοι όμως; Αν μιλήσουμε με όρους πολεοδομικούς, είναι όσοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πρωτοστάτησαν στην καταπάτηση δημόσιας γης ή στη νομιμοποίηση ενός ακόμη αυθαιρέτου· ή ίσως, κι εκείνοι που επέβαλαν, πάντα με τίμημα αργυρώνητης κουτοπονηριάς, την αύξηση, ας πούμε, του συντελεστή δομήσεως στα υποβαθμισμένα προάστια, με αποτέλεσμα να μην μπορούν σήμερα ούτε καν να διασταυρωθούν δύο διαβάτες στα στενά πεζοδρόμια…

Ως εδώ πλέον με τέτοιους γλοιώδεις, χαμερπείς και πεπερασμένους μικροέλληνες. Η ενοχή περίσσεψε και η ανοχή εξαντλήθηκε. Φωτοκόπιες τους, περισσότερο ή λιγότερες πιστές, κυκλοφορούν εκεί έξω παμπληθείς: στο συγγενικό ή κοινωνικό περίγυρο, στο χώρο εργασίας, στον αγενή συντυχόμενο. Ο Παπαπέτρου τους περιγράφει αριστοτεχνικά και τους υπονομεύει αναφανδόν. Δεν προσφέρονται πια ούτε για ένα κουρασμένο, υπόπικρο χαμόγελο. Δεν είναι αστείοι. Ούτε αναγκαίοι. Ούτε κατακριτέοι. Είναι απορριπτέοι. Όχι βέβαια λόγω ηλικίας αλλά εξαιτίας του ήθους και της διαγωγής. Ας τεθούν εκτός μάχης μια ώρα αρχύτερα. Η αλητεία πρέπει να εξαλειφθεί. Έξω λοιπόν, οριστικά και αμετάκλητα! Τούτη τη φορά η επιστολή ας μη μείνει ανεπίδοτη…

---------------------------------------

[1]               Για τη σειρά και την απήχησή της βλ. και το διπλό αφιέρωμα στην εκπομπή «Flashback» της 10ης και της 17ης Απριλίου 2016 αντίστοιχα:

https://www.youtube.com/watch?v=xdWbfDW9IUo

και https://www.youtube.com/watch?v=aY782ll8MDw

[2]               Για τον «ακριβοθώρητο» Παπαπαέτρου πρβλ. σχετικά το ρεπορτάζ της Τίνας Μανδηλαρά στο «Πρώτο θέμα» της 4–3–2014. Επίσης βλ. και

http://www.protothema.gr/stories/article/358204/leuteris-papapetrou-o-suggrafeas-fadasma-apo-to-kato-partali/

[3]               Ο Αριστείδης κατάγεται από την ορεινή Αρκαδία και η Μάχη είναι Αρβανίτισσα από τα Μεσόγεια. Κάποτε οι σεναριογράφοι αποδίδουν φυλετικά γνωρίσματα σε γεωγραφικές ομάδες πληθυσμού, που αποκλίνουν ακόμη και απ’ αυτή την γκροτέσκα παραμόρφωση της κωμωδίας ή της σάτιρας. Εκείνο που προβληματίζει είναι η πρόθεση και η πρόσληψή της από το δέκτη σε δεύτερο επίπεδο. Πιο απτό παράδειγμα αποτελούν οι «Επτά θανάσιμες πεθερές», ένα σήριαλ που βασίστηκε σε ένα ευπώλητο ανάλαφρο ανάγνωσμα. Όταν, ας πούμε, η Χρύσα Ρώπα, υποδυόμενη τη θρακιώτισσα πεθερά, τρυπά με καρφίτσα τη συσκευασία του προφυλακτικού, που θα χρησιμοποιήσει ο στρατευμένος φίλος της κόρης της, ώστε να την καταστήσει έγκυο και να την παντρευτεί εκβιαστικά, απομακρύνοντάς την από τη μοναξιά του ακριτικού Έβρου, τότε νομίζω ότι έχουμε ξεφύγει αισθητά από την αστειότητα και τέμνουμε πλέον την προσβολή… Καθίσταται αναπαραγόμενος ρατσισμός.

Συντάκτης

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου
Αριστοτέλης Παπαγεωργίου 42 posts

Φιλόλογος - Θεατρολόγος

0 Comments

Δεν υπάρχουν σχόλια!

You can be first to comment this post!

Ειδήσεις με Διάρκεια