Απόψεις Ιστορία

“Το σπίτι του Παβλόφ”: Η κατάληψή του στοίχισε στους Γερμανούς περισσότερους νεκρούς από την κατάληψη του Παρισιού

24 Σεπτεμβρίου 1942, Αρχηγείο 13ης Μεραρχίας Φρουρών, Στάλινγκραντ

Η ξύλινη πόρτα που από μέσα είχε επενδυθεί πρόχειρα με τομάρια ζώων για να κρατάει το κρύο άνοιξε ξαφνικά. Ένας ψυχρός αέρας εισέβαλε με ορμή και κάποια από τα αυτοσχέδια φανάρια, μέσα στο ημιυπόγειο αμπρί, έσβησαν. Ακούστηκαν βλαστήμιες και κάποιος ούρλιαξε με βαριά φωνή στα ρωσικά: «Κλείστε τη γαμημένη πόρτα». Η πόρτα έκλεισε. Τα φανάρια άναψαν ξανά και οι άνδρες που βρίσκονταν γύρω από ένα τραπέζι εκστρατείας κοίταξαν με αγωνία τον νεαρό λοχία που μόλις είχε μπει. Ήταν ταλαιπωρημένος, βρόμικος και μύριζε άσχημα, σημάδι ότι είχε συρθεί μέσα στους υπονόμους της πόλης για να φτάσει στον προορισμό του.

Ένας υπολοχαγός σηκώθηκε από την καρέκλα του, πήγε στο σαμοβάρι που έκαιγε και έβαλε σε μια βρόμικη τσάσκα λίγο πηχτό ζουμί που μόνο τσάι δεν θα μπορούσες να το πεις. «Έλα πιες, σύντροφε, και πες μας πώς έχουν τα πράγματα», είπε στον βρόμικο λοχία και του προσέφερε και ένα βαρύ ρωσικό τσιγάρο, από εκείνα που μπορεί κάποιος να καπνίσει μέχρι τη μέση, εάν θέλει να ζήσει.

Μέσα στο αμπρί όπου είχε στηθεί το αρχηγείο της 13ης Μεραρχίας Φρουρών πέρασαν πέντε ολόκληρα λεπτά χωρίς κανείς να μιλάει. Όλοι κοίταζαν τον λοχία και τις κινήσεις του. Κρέμονταν από τα χείλη του. Εκείνος έπιασε με τα δυο του χέρια την τσάσκα που έκαιγε, την έφερε στο στόμα του, φύσηξε τρεις φορές και ρούφηξε ηχηρά. Τα δάχτυλα των χεριών του, που εξείχαν από τα κομμένα γάντια του, ήταν κατάμαυρα. Το πρόσωπό του σε εκείνο το ημίφως από τα φαναράκια δεν φαινόταν καθαρά. Άναψε το τσιγάρο και απόλαυσε τον καπνό στα πνευμόνια του.

«Σύντροφε, παίζεις με τα νεύρα μας;» ακούστηκε πάλι η βαριά φωνή που λίγη ώρα πριν, είχε προστάξει να κλείσουν την πόρτα. «Μόλις τελειώσεις από τις απολαύσεις σου, εμείς είμαστε στη διάθεσή σου, εντάξει;». Ο στρατηγός Ρόντμιτσεφ, διοικητής της 13ης Μεραρχία Τυφεκιοφόρων Φρουρών, χαμογέλασε κάτω από τα μουστάκια του. Πάντα απολάμβανε να σαρκάζει αλλά και να αυτοσαρκάζεται. Μέσα στο αμπρί βρισκόταν, εκτός από τον Ρόντμιτσεφ, και ο στρατηγός Τσούικοφ της 62ης Στρατιάς, στην οποία υπαγόταν η 13η Μεραρχία Φρουρών. Τους πλαισίωναν διάφοροι γαλονάδες που όλοι τους κάπνιζαν και όλοι τους ήταν σκυθρωποί. Επάνω στο τραπέζι εκστρατείας ήταν απλωμένοι δύο χάρτες της πόλης του Στάλινγκραντ. Ο ένας έδειχνε όλους τους δρόμους και τις πλατείες και ο άλλος αποτύπωνε το σύστημα των υπονόμων της πόλης. Οι δύο στρατηγοί μετακινούσαν τα αυτοσχέδια φανάρια πάνω στο τραπέζι για να μπορούν να βλέπουν καλύτερα.

«Ούτε βήμα πίσω» έσκυψε και ψιθύρισε με πίκρα ο Ρόντμιτσεφ στο αυτί του Τσούικοφ, ο οποίος είχε διαβάσει τη διαταγή Νο 227 του Στάλιν. Τα πράγματα όμως δεν πήγαιναν καθόλου καλά για τους Σοβιετικούς. Η 6η γερμανική Στρατιά, με βαριές απώλειες είναι η αλήθεια, είχε απωθήσει τους Σοβιετικούς και τους είχε στριμώξει σε μια λωρίδα μήκους λίγων χιλιομέτρων στις όχθες του Βόλγα. Η 13η Μεραρχία Φρουρών που είχε αναλάβει την υπεράσπιση του κέντρου της πόλης είχε και αυτή απωθηθεί και βρισκόταν στα χαρακώματα, λίγα μέτρα μόνο προς την πλευρά του ποταμού.

«Λοιπόν, σύντροφε λοχία Γιάκοβ Παβλόφ, εάν διαβάζω καλά με αυτά τα φώτα εδώ μέσα, σε ακούμε», είπε ο Τσούικοφ. Ο λοχίας σηκώθηκε, πέταξε ό,τι είχε απομείνει από το τσιγάρο του και στάθηκε προσοχή ακίνητος. Μόλις είχε επιστρέψει από μια επικίνδυνη αποστολή. Μαζί με την ομάδα του είχαν εισχωρήσει σαν αρουραίοι πίσω από τις γραμμές των ναζί και είχαν φτάσει στην πλατεία «9ης Ιανουαρίου» στο κέντρο της πόλης. Εκεί υπήρχε ένα τετραώροφο κτήριο που πριν από τον πόλεμο φιλοξενούσε κρατικούς αξιωματούχους και ονομαζόταν «Σπίτι της δόξας του στρατιώτη».

Το κτήριο είχε καταληφθεί και αυτό από τους Γερμανούς και έπρεπε πάση θυσία να ανακαταληφθεί από τους Σοβιετικούς. Βρισκόταν στη νοτιοανατολική γωνία της πλατείας «9ης Ιανουαρίου», στο κέντρο του Στάλινγκραντ. Το στρατηγικό του πλεονέκτημα ήταν ότι κάλυπτε ένα κομβικό σημείο της όχθης του Βόλγα και το τακτικό του πλεονέκτημα ήταν πως λόγω της θέσης του επάνω σε διασταύρωση έδινε στους αμυνόμενους ευθεία γραμμή πυρός για περίπου ένα χιλιόμετρο στα βόρεια, νότια και δυτικά. Στα χέρια των Σοβιετικών θα ήταν μια σημαντική ανάσα και θα αποφόρτιζε το βάρος της άμυνας.

«Σύντροφοι», είπε ο λοχίας, «θεωρώ, λόγω της θέσης του, ότι οι Γερμανοί δεν του έχουν δώσει τη δέουσα προσοχή και ίσως να μπορέσουμε να το ανακαταλάβουμε. Μέσα στο σπίτι έχει εγκατασταθεί μια ομάδα Γερμανών ανιχνευτών. Είναι 40 άτομα το πολύ. Το χρησιμοποιούν μόνο για κατάλυμα. Είμαι στη διάθεσή σας εάν αποφασίσετε να συμμετάσχω στην επιχείρηση ανακατάληψής του. Γνωρίζω αρκετά καλά τα κατατόπια». Ο Ρόντμιτσεφ, όση ώρα ο λοχίας εξηγούσε πώς κατάφερε να περάσει από τις γραμμές των Γερμανών, για τις ελάχιστες μάχες που έδωσε με κάποιες διάσπαρτες μονάδες των ναζί και για την επιστροφή της ομάδας του από τους υπονόμους, κοίταζε τον φάκελό του: «Μα είναι δυνατόν;» σκέφτηκε δυνατά. «Παβλόφ, είσαι παπάς;».

Ο λοχίας στάθηκε προσοχή πάλι: «Μάλιστα, σύντροφε Στρατηγέ. Είμαι αρχιμανδρίτης και είμαι και κομμουνιστής». Εκείνο το μακρύ βράδυ οι δύο στρατηγοί διαφώνησαν σε πολλά σημεία σχετικά με την κατάσταση όπως διαμορφωνόταν στο Στάλινγκραντ. Συμφώνησαν όμως σε ένα. Το σπίτι έπρεπε να περάσει πάλι σε χέρια Σοβιετικών…

Ξημέρωμα 27ης Σεπτεμβρίου 1942, χαρακώματα 13ης Μεραρχίας Φρουρών

«Λοχία, ξύπνα σε ζητούν». Ο Παβλόφ άνοιξε τα μάτια και χάιδεψε τη σκανδάλη του τουφεκιού του. Είχε μάθει να λαγοκοιμάται. Φόρεσε το γούνινο καπέλο του, με το κόκκινο αστέρι μπροστά, στο οποίο είχε δέσει τα «αυτάκια», και προχώρησε προς τον λόχο διοικήσεως. Εκεί τον περίμενε ένας ετοιμοπόλεμος υπολοχαγός. Ο Παβλόφ τον αναγνώρισε αμέσως. Ήταν εκείνος που του είχε προσφέρει τσάι όταν είχε παρουσιαστεί βρόμικος στο αρχηγείο. «Σύντροφε λοχία, είμαι ο υπολοχαγός Αφανάσεφ. Είχες δηλώσει πριν από λίγες ημέρες εθελοντικά ότι θες να επισκεφτείς το “Σπίτι της δόξας του στρατιώτη’’. Ισχύει ακόμη αυτή σου η δήλωση;». Ο λοχίας της 13ης Μεραρχίας Φρουρών Γιάκοβ Παβλόφ χαιρέτισε στρατιωτικά και αρκέστηκε να απαντήσει: «Μάλιστα, σύντροφε υπολοχαγέ. Ισχύει». Ο Αφανάσεφ χαμογέλασε και του είπε απλά: «Ελπίζω να είσαι έτοιμος, φεύγουμε αμέσως».

Μέσα σε λίγες ώρες και πριν ακόμη ο ήλιος αρχίσει να χαράζει επάνω από τον ουρανό του Στάλινγκραντ, οι Αφανάσεφ και Παβλόφ είχαν περάσει από όλα τα χαρακώματα και είχαν συγκεντρώσει 30 εθελοντές. Αφού έλεγξαν όλοι τα όπλα τους και ετοιμάστηκαν, άρχισε να μπαίνει ένας – ένας στους υπονόμους προκειμένου να περάσουν κάτω από τις γραμμές των Γερμανών και να φτάσουν στο τετραώροφο κτήριο. Όταν κάποια στοά ήταν πλημμυρισμένη ή τη φρουρούσαν Γερμανοί, οι Σοβιετικοί στρατιώτες έβγαιναν πάλι στο φως της ημέρας. Έμοιαζαν με αρουραίους.

Κάποιες στιγμές δεν κατάφεραν να αποφύγουν κάποια γερμανική ομάδα και χρειάστηκε να πολεμήσουν. Μια μικρή μάχη ανάμεσα στα ερειπωμένα κτήρια της πόλης, μέσα στο φονικότερο σκηνικό του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Η ομάδα μπήκε μέσα στους υπονόμους από την οδό Κχαλτούριν. Προχώρησε βόρεια μέχρι την οδό Οστρόφκι και εκεί, κάτω από τη μύτη των Γερμανών, στο σημείο που ο Πάουλους είχε στήσει το στρατηγείο του, έστριψαν ανατολικά. Ανάμεσα στα χαλάσματα και τους κατεστραμμένους δρόμους έτρεξαν σκυφτοί στην οδό Ρεσπουμπλίκανσκαγια. Εκεί συνάντησαν την πρώτη ομάδα Γερμανών που εξολόθρευσαν με ευκολία. Στη συμβολή με την οδό Νιζχενγορότσκαγια έστριψαν πάλι δεξιά και βάστηξαν την αναπνοή τους. Δίπλα τους ήταν το ερειπωμένο κτήριο της NKVD.

Μπήκαν πάλι στους υπονόμους και κατάφεραν να βγουν πίσω από τις γραμμές του τραμ, στην οδό Πενζέσκαγια. Μπροστά τους ανοιγόταν η πλατεία «9ης Ιανουαρίου». Στο νούμερο 61 έστεκε σκοτεινό και επιβλητικό το κτήριο – στόχος. Από το σημείο που βρίσκονταν μπορούσαν να διακρίνουν και το τεράστιο κτήριο του «Αλευρόμυλου». Το μοναδικό κτήριο με την κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο να κυματίζει ανάμεσα σε μια θάλασσα κτηρίων που είχαν καταληφθεί από τους ναζί.

Είχε ήδη αρχίσει να σουρουπώνει και ο Αφανάσεφ έκρινε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή για επίθεση. Οι 30 εθελοντές σύρθηκαν με τις κοιλιές τους και ακροβολίστηκαν σε διάφορα σημεία. Ο Αφανάσεφ έδωσε το σύνθημα και πριν καλά – καλά καταλάβει κάποιος τι είχε συμβεί, οι Γερμανοί μέσα από το κτήριο επιτέθηκαν λες και περίμεναν.

Επί εννέα ώρες στην πλατεία «9ης Ιανουαρίου» διαδραματιζόταν μια λυσσαλέα μάχη. Σε αρκετές περιπτώσεις Γερμανοί και Σοβιετικοί πάλεψαν σώμα με σώμα για την ίδια τους τη ζωή. Μια χειροβομβίδα έσκασε παραδίπλα και τα καυτά της θραύσματα τύφλωσαν τον υπολοχαγό. Το ξημέρωμα βρήκε τον λοχία Παβλόφ να μπαίνει νικητής στο έρημο σπίτι. Δίπλα του ανέβαιναν τα μαρμάρινα ματωμένα σκαλοπάτια άλλοι τρεις άνδρες. Οι στρατιώτες Αλεξανδρόφ, Γκλουσένκο και Τσερνολόγκοφ ήταν οι μοναδικοί που είχαν επιζήσει από τη μάχη. Από τους Γερμανούς δεν είχε μείνει κάποιος ζωντανός. Νεκροί ξανθοί κοντοκουρεμένοι άνδρες της Βέρμαχτ, βρίσκονταν στις σκάλες, στα παράθυρα, πίσω από έπιπλα, πίσω από ζαρντινιέρες, με τα κορμιά τους ματωμένα σε αφύσικες στάσεις και τα μάτια τους ορθάνοιχτα.

«Γκλουσένκο, γράφε: “Οι Γερμανοί εξουδετερώθηκαν, αγκιστρώθηκα και οχυρώθηκα επί τόπου, παρακαλώ για ενισχύσεις”», είπε ο λοχίας και ο στρατιώτης έγραψε τα λόγια σε ένα βρόμικο χαρτί, το δίπλωσε προσεκτικά, το έβαλε μέσα στο εσώρουχό του και χάθηκε στο λυκαυγές. Σε λίγες ώρες θα επέστρεφε πάλι μόνος του. Μετέφερε ένα μήνυμα από τον στρατηγό Ρόντμιτσεφ: «Να το υπερασπίσεις ή να πεθάνεις προσπαθώντας».

«Παράξενοι ήχοι στο υπόγειο»

Ο φαντάρος Αλεξαντάρ Αλεξανδρόφ, που είχε βάρδια, οχυρωμένος πίσω από κάτι σακιά με άμμο στο εσωτερικό της εισόδου του κτηρίου, ξύπνησε τον λοχία του: «Σύντροφε, συγγνώμη, αλλά από το υπόγειο ακούγονται παράξενοι θόρυβοι. Νομίζω ότι οι Γερμανοί σκάβουν λαγούμι να μπουν μέσα». Ο Παβλόφ πετάχτηκε, πήρε το τουφέκι του και μαζί με τον Τσερνολόγκοφ κατέβηκαν στο σκοτεινό υπόγειο. Ύστερα από μισή ώρα ανέβηκε και χαμογελούσε: «Το σπίτι αυτό έχει φαντάσματα. Θεέ μου, συγχώρεσέ με. Για την ακρίβεια έχει φαντάσματα μέσα σε μια σκαμμένη σπηλιά που την έκρυβε μια ντουλάπα. Αλεξάνταρ, μοίρασέ τους τα όπλα των νεκρών Γερμανών». Ήταν απλοί πολίτες, λιγότεροι από 10, που είχαν κρυφτεί μέσα στο κτήριο, ανάμεσά τους και τέσσερα παιδιά, που και αυτά ζώστηκαν τα όπλα.

Σε λίγη ώρα άρχισε η γερμανική αντεπίθεση. Ο Παβλόφ έστειλε τον κάθε άνδρα σε καίρια σημεία, δημιούργησε μια υποδειγματική άμυνα και η επίθεση ανακόπηκε. Οι Γερμανοί δεν είχαν δείξει την απαιτούμενη προσοχή. Είχαν στρέψει όλο το ενδιαφέρον τους στην κατάληψη του «Αλευρόμυλου» και έστελναν μικρές μόνο ομάδες για να καταλάβουν το κτήριο με το νούμερο 61.

Η αντεπίθεση

Επί τρεις ημέρες οι Γερμανοί άφηναν νεκρούς συντρόφους τους στο προαύλιο του κτηρίου. Η πλατεία είχε γεμίσει πτώματα με τις σκουρόχρωμες στολές της Βέρμαχτ. Και το τέταρτο βράδυ μια φωτοβολίδα γνωστοποίησε στον άυπνο Παβλόφ, που είχε εκείνη την ώρα σκοπιά, στην ταράτσα του κτηρίου, ότι καταφτάνουν ενισχύσεις.

Ένας ουλαμός πολυβολητών της Φρουράς, ένα στοιχείο αντιαρματικού τυφεκίου, μία ομάδα μηχανικού εφόδου και οπλοπολυβολητές ανέβασαν τη δύναμη των αμυνομένων σε 24 άνδρες. Τη διοίκηση εξακολουθούσε να έχει ο Παβλόφ. Το ίδιο βράδυ οι μηχανικοί οχύρωσαν το κτήριο, έσκαψαν τάφρους, τοποθέτησαν τετραπλό συρματόπλεγμα και έστησαν παγίδες και νάρκες περιμετρικά του. Έπειτα από λίγες ώρες εγκαταστάθηκε απευθείας τηλεφωνική ενσύρματη γραμμή του αρχηγείου με την προκεχωρημένη αυτή θέση που κωδικά χαρακτηρίστηκε ως «Φάρος». Ο Παβλόφ απέκτησε και αυτός την κωδική ονομασία «Σπιτονοικοκύρης».

Οι Γερμανοί, που σχεδόν είχαν καταλάβει τον «Αλευρόμυλο», έστρεψαν όλη την προσοχή τους στο κτήριο της πλατείας. Συνεχείς καθημερινές επιθέσεις, βολές πυροβολικού και όλμων, πλαγιοκοπήσεις, έφοδοι τεθωρακισμένων και γρεναδιέρων πάντσερ προσπαθούσαν να καταβάλλουν την άμυνα των λίγων υπερασπιστών. Το κτήριο υπέστη πολλές καταστροφές, κατέρρευσε ο δυτικός τοίχος, ενώ οι υπόλοιποι είχαν διατρηθεί σε πολλά σημεία. Οι άνδρες του Παβλόφ, υιοθετώντας πρωτότυπες τακτικές άμυνας και ενισχυμένοι από το σοβιετικό πυροβολικό, που έβαλλε υποστηρικτικές ομοβροντίες σε προσεσημασμένους στόχους από την ανατολική όχθη του Βόλγα, σύμφωνα με τις οδηγίες του Παβλόφ, κατόρθωσαν να κρατήσουν για 58 μέρες.

Είχαν σκυλιάσει στην κυριολεξία. Τόσο οι επιτιθέμενοι όσο και οι αμυνόμενοι, που είχαν να κοιμηθούν μέρες ολόκληρες. Στις 2 Οκτωβρίου οι Γερμανοί επιτέθηκαν από όλες τις μεριές του κτηρίου με λύσσα, ενώ την ίδια στιγμή έκοβαν από το κτήριο το νερό. Τις επόμενες ημέρες οι αμυνόμενοι βίωναν τον εφιάλτη της δίψας και της πείνας.

Δέκα ημέρες αργότερα λίγο έλειψε η σβάστικα να κυματίσει στο κτήριο. Γερμανικές δυνάμεις με την υποστήριξη τεθωρακισμένων και αεροπορίας κατάφεραν να σπάσουν την περιμετρική άμυνα και να μπουν μέσα. Κατέλαβαν το ισόγειο και τον πρώτο όροφο. Στο υπόγειο και τους υπόλοιπους ορόφους οι Σοβιετικοί αντιστέκονταν σθεναρά. Οι μάχες γινόντουσαν όροφο – όροφο και δωμάτιο – δωμάτιο. Από την ταράτσα κάποιοι Σοβιετικοί φαντάροι διαπίστωσαν ότι τα αντιαρματικά τουφέκια PTRS-41 των 14,5 χιλ. ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικά εναντίον των γερμανικών αρμάτων μάχης που πλησίαζαν το σπίτι. Η λεπτή θωράκιση του πύργου τους ήταν ευάλωτη σε αντιαρματικές βολές από ψηλά και το ύψος της ταράτσας ήταν εκτός γωνίας ανύψωσης του πυροβόλου των Πάντσερ V. Τα εξολόθρευσαν ένα προς ένα, ενώ με μια συντονισμένη αντεπίθεση ανακατέλαβαν τον πρώτο όροφο και το ισόγειο και έδιωξαν τους Γερμανούς.

25 Νοεμβρίου, Κέντρο Στάλινγκραντ, πλατεία «9ης Ιανουαρίου», αριθμός 61

Η μονάδα του σοβιετικού στρατού περικύκλωσε το άδειο κτήριο που είχε μετατραπεί σε ερείπια. Μια τεράστια μάζα από πέτρες, μπετόν, τούβλα και σίδερα. Μόνο κάποιοι όροφοι που έστεκαν άδειοι θύμιζαν πως κάποτε αυτό ήταν το «Σπίτι της δόξας του στρατιώτη». «Σύντροφε λοχαγέ, είμαστε έτοιμοι να μπούμε μόλις μας πεις». Είπε ο επιλοχίας Γκόρνιτσι στον αρχηγό της ομάδας του. «Τι κρίμα. Τόσα παλικάρια νεκρά μέσα. Τουλάχιστον βάσταξαν. Τουλάχιστον οι ναζί έφυγαν με την ουρά στα σκέλια». Ο λοχαγός κατένευσε και έδωσε το σύνθημα οι δυνάμεις του να μπουν μέσα στο κτήριο.

Εδώ και λίγες ημέρες οι Σοβιετικοί με την τεράστια επιχείρηση «Ουρανός» και «Κρόνος» τσάκιζαν σε κάθε σημείο της πόλης τα ναζιστικά στρατεύματα και από αμυνόμενοι είχαν γίνει επιτιθέμενοι. Οι Γερμανοί είχαν εγκλωβιστεί σε μια φονική μέγγενη, και είχαν αποχωρήσει από την πλατεία. Η ομάδα του λοχαγού είχε αναλάβει το θλιβερό έργο να ανασύρει τα πτώματα των συμπατριωτών της, που άντεξαν την πολιορκία. Ξαφνικά από το σπίτι ακούστηκαν φωνές. Και ύστερα γέλια. Και πάλι φωνές. Ο λοχαγός ακάλυπτος έτρεξε, ανέβηκε όσα σκαλοπάτια είχαν απομείνει και μπήκε στο ισόγειο.

Το θέαμα που αντίκρισε θα το θυμόταν μια ζωή: Επτά άνδρες με σκισμένα ρούχα, γεμάτοι βρομιές και ξεραμένα αίματα, άνδρες με μαύρα πρόσωπα από το μπαρούτι που μόνο τα μάτια τους μπορούσες να διακρίνεις, τραυματίες οι περισσότεροι, αγκαλιάζονταν με τους άνδρες του. Ήταν οι υπερασπιστές του κτηρίου που είχαν επιβιώσει. Ανάμεσά τους και ο λοχίας Γιάκοβ Παβλόφ.

Ο στρατηγός Τσούικοφ δεν πίστευε στα αυτιά του όταν από το μαγνητικό τηλέφωνο του έλεγαν ότι βρέθηκαν ζωντανοί υπερασπιστές. Όταν έκλεισε τη συσκευή γύρισε στην αίθουσα συσκέψεων στο αρχηγείο του και ανακοίνωσε στους έκπληκτους αξιωματικούς: «Περισσότεροι Γερμανοί σκοτώθηκαν στην προσπάθειά τους να καταλάβουν το ‘‘Σπίτι του Παβλόφ” από όσους σκοτώθηκαν στην πολιορκία του Παρισιού το 1940».

Ο λοχίας Παβλόφ παρασημοφορήθηκε με τα ανώτατα μετάλλια του σοβιετικού καθεστώτος και έλαβε τον τίτλο του «Ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης». Χρόνια αργότερα, ο Γιάκοβ Παβλόφ έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και υπηρέτησε στο Ανώτατο Σοβιέτ της Ομόσπονδης Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Ρωσικής Δημοκρατίας. Πέθανε το 1981. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν πέντε από τους τελευταίους άνδρες του και πολλοί πολίτες του Στάλινγκραντ. Η γυναίκα του δεν σταμάτησε ποτέ της να τονίζει: «Μάλλον ο Γιάκοβ ήταν ο μόνος αρχιμανδρίτης που μέχρι την τελευταία του στιγμή δήλωνε κομμουνιστής και άθεος».

Το τελευταίο μέλος της ομάδας του Παβλόφ, ο στρατιώτης Τσερνολόγκοφ, πέθανε στο Ουζμπεκιστάν, στις 16 Μαρτίου 2015, σε ηλικία 93 ετών.

topontiki.gr

banner-article

Ροη ειδήσεων